Το ιστολόγιο της Αγγελικής Π. Σούλη

Η καταγραφή των αναγνώσεων αυτών ξεκίνησε από την επιθυμία μου να μην ξεχασθούν ιδέες και συναισθήματα που κάποτε με είχαν συγκινήσει.
Γράφοντας συνειδητοποίησα ότι ο χρόνος που αφιέρωνα στην ανάλυση, σύνθεση, αξιολόγηση του έργου, μου χάριζε ένα αίσθημα δημιουργίας.
Η επαγγελματική μου απασχόληση (φιλόλογος) μου έδωσε τα κίνητρα και τα μέσα για αυτές τις αναγνώσεις. Κι έτσι με συνεπήρε το ταξίδι της ανάγνωσης και της γραφής!
Κι ανοίχτηκε μπροστά μου ένας ολόκληρος κόσμος, σχεδόν ανεξερεύνητος,της δημιουργικής ανάγνωσης και γραφής.
"Η ανάγνωση δεν μπορεί να είναι ούτε μία ούτε άπειρες" όπως τονίζει ο Ουμπέρτο Έκο, αφού η υποκειμενική ερμηνεία του γράφοντος πρέπει να δένει με τους περιορισμούς που θέτει το κείμενο.

Και μια διευκρίνιση:
Καμμιά ανάγνωση δεν μπορεί να αντικαταστήσει το ίδιο το βιβλίο αλλά μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο ανάμεσα στον αναγνώστη και στο βιβλίο φωτίζοντας το, κάνοντας το πιο κατανοητό και καλλιεργώντας συγχρόνως τη φιλαναγνωσία.



Τρίτη, 21 Μαρτίου 2017

Δ.ΣΟΛΩΜΟΣ: Ο γνωστός και συνάμα άγνωστος εθνικός ποιητής μας. Δοκίμιο της Αγγελικής Σούλη

    Με αφορμή την Παγκόσμια ημέρα Ποίησης σας παρουσιάζω ένα δοκίμιο γραμμένο από μένα την ιδία, κάτοχο του ιστολογίου αυτού, που ως Ζακυνθινιά και φιλόλογος, χρόνια τώρα μελετώ το μεγάλο συντοπίτη εθνικό ποιητή μας που εφέτος συμπληρώνονται και 160 χρόνια από το θάνατο του. Συγχρόνως εγκαινιάζω μια άλλη στήλη του ιστολογίου μου με θέμα  «τα Δοκίμια μου» που καταγράφουν πιο ελεύθερα αναγνώσεις  όχι μόνο ενός  βιβλίου αλλά και περισσοτέρων ή ακόμα κι άρθρων από τον Τύπο.

Ο Διονύσιος Σολωμός αποτελεί  ορόσημο στην νεοελληνική ποίηση, διότι αυτός πρώτος διαμόρφωσε την εθνική ελληνική λογοτεχνία στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα. Η νεο-ελληνική ποίηση ξεκινά εδώ και χίλια χρόνια περίπου, από τα μέσα του Βυζαντίου. Προφορική στην αρχή ( παραλογές,   ακριτικά τραγούδια, δημοτικά τραγούδια) κι αργότερα γραπτή ( Κρητική λογοτεχνία, Επτανησιακή λογοτεχνία). Ο Δ. Σολωμός θεωρείται ο πατέρας της νεοελληνικής ποίησης επειδή με αυτόν ξεκινά κύρια η έντεχνη προσωπική ποίηση σε αντιδιαστολή με τη ανώνυμη δημοτική ποίηση. Aναδεικνύoντας με το έργο του τα πλούτη και τις ομορφιές της γλώσσας του λαού, η δημοτική παύει να είναι η ίδια μετά από αυτόν και η αντίληψη για την αξία της. Αυτό το νόημα έχει ο χαρακτηρισμός του ως εθνικός  ποιητής της Ελλάδας που συνάμα όμως με την ποιητική γλώσσα που διαμόρφωσε, έκφρασε και την ελληνική συνείδηση στην πιο μεγαλειώδη στιγμή της ιστορίας της, όταν επαναστατούσε ζητώντας εθνική ελευθερία!
Ακόμα ο Δ. Σολωμός  είναι  κατ΄εξοχήν ποιητής-στοχαστής επειδή η ποίηση του εν πολλοίς ταυτίστηκε με την υψηλή ποίηση, ώστε πολλοί στίχοι του να θεωρούνται αποστάγματα σοφίας κι αισθητικής και να στέκουν μόνοι τους ως γνωμικά. Τέλος έχει χαρακτηριστεί κι ως ο πρώτος Ευρωπαίος Έλληνας ποιητής  που πλούτισε τη νεοελληνική ποίηση με τις ευρωπαϊκές ιδέες της νεωτερικότητας. Ο Σολωμός λοιπόν είναι μια ξεχωριστή περίπτωση στα Ελληνικά Γράμματα. Με άλλα λόγια  «το σολωμικό έργο εκφράζει την ιδρυτική πράξη της ύπαρξης του νεοελληνικού έθνους σε επίπεδο πολιτιστικό κι ιδεολογικό», όπως εύστοχα έχει διατυπωθεί[1].
       Συγχρόνως όμως αποτελεί και μια ιδιάζουσα περίπτωση, μοναδική στη νεοελληνική ποίηση και για κάποιον άλλο λόγο. Έγραψε υψηλή ποίηση χωρίς να δώσει πάντα όμως ολοκληρωμένα ποιήματα, όσον αφορά τουλάχιστον τα σπουδαιότερα έργα του: Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, Κρητικός, Πόρφυρας Γυναίκα τση Ζάκυθος. Πώς είναι δυνατόν; Λίγες είναι οι περιπτώσεις στο δυτικό πολιτισμό μεγάλων δημιουργών που δεν ολοκλήρωσαν κατά κάποιο τρόπο το έργο τους ή που υπήρξαν προβλήματα εκδοσης των έργων τους μετά θάνατον, όπως του  Χαίντερλιν, της Έμιλυ Ντίκινσον, του Μαρσέλ Προυστ[2]. Τα σολωμικά κείμενα λοιπόν συνετέθησαν σε ποιήματα από τον Ιάκωβο Πολυλά, αφού έβαλε σε τάξη τα σκόρπια χειρόγραφα του ποιητή, «τα Ευρισκόμενα»  και στη συνέχεια προχώρησε στην έκδοση των Απάντων του, το 1859 δυο χρόνια μετά το θάνατο του ποιητή. Αντίθετα τα ολοκληρωμένα ποιήματα της νεανικής περιόδου του Σολωμού δεν φτάνουν την εκφραστική τελειότητα των ποιημάτων της ώριμης περιόδου του, εκτός από τον Ύμνο στην Ελευθερία, κι ούτε βέβαια τα ιταλικά του ποιήματα του έχουν ιδιαίτερη ποιητική αξία.  
          Η περίπτωση λοιπόν του Δ.Σολωμού προξένησε και προξενεί την απορία και το θαυμασμό των μελετητών του εδώ και 170 χρόνια περίπου από τη στιγμή της έκδοσης των Απάντων του από τον Πολυλά ως σήμερα. Με την έκδοση δε των χειρογράφων του από τον Λίνο Πολίτη το 1964 το ενδιαφέρον για τις λεγόμενες σολωμικές σπουδές ανανεώθηκε και πολλοί  έχουν εξειδικευτεί στη μελέτη κι έκδοση του έργου του, οι λεγόμενοι σολωμιστές, που πασχίζουν να αποκρυπτογραφήσουν το αίνιγμα Σολωμός. Έτσι η λέξη «σολωμιστής» αποτελεί έναν τίτλο τιμής που φέρει βαριά ευθύνη όμως γι’ αυτούς τους μελετητές  που με γνώση κι ευαισθησία προσπαθούν να αποκαταστήσουν τα σολωμικά κείμενα, τα τόσο δυσανάγνωστα κι ανορθόγραφα με τις παραλλαγές στίχων, με την πληθώρα Σημειώσεων και προπάντων με την έλλειψη μιας τάξης κι οργάνωσης για να τα δώσουν στο ευρύ κοινό!
      Τέλος το θέμα «Σολωμός» περιπλέκεται κι άλλο με την αναγνώριση του ως εθνικός ποιητής της Ελλάδας ανεπίσημα στην αρχή κι επίσημα το 1865, ένα χρόνο μετά την Ένωση της Επτανήσου με το Ελληνικό κράτος και τρία χρόνια μετά την έξωση του Όθωνα. Ο ζηλευτός αυτός τίτλος μεγαλώνει βέβαια την αίγλη του ποιητή που τον κατέχει αλλά δυσκολεύει και την ερμηνεία του έργου του –του ήδη ανολοκλήρωτου κι αποσπασματικού-  καθώς κριτήρια  και σκοπιμότητες  που σχετίζονται με την εθνική μας ιδεολογία επηρεάζουν και την αξιολόγηση του σολωμικού έργου! Γενικότερα η εθνικοποίηση του αποτέλεσε την αφετηρία για την εμπλοκή του σε κάθετι το «εθνικό»!
Η παρουσίαση του έργου λοιπόν του Δ. Σολωμού δεν είναι εύκολη υπόθεση. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με μια σειρά, εστιάζοντας πρώτον στη ζωή του ποιητή, δεύτερον στο έργο του και στην αισθητική του αξία, τρίτον στις διαμάχες που έχουν ξεσπάσει γύρω απ’ το έργο του εθνικού ποιητή της Ελλάδας και τέταρτον στις εκδόσεις των έργων του και στα προβλήματα που σχετίζονται με αυτές.

Α. Η ΖΩΗ ΤΟΥ:
Ο Δ. Σολωμός (1798-1857), Ζακύνθιος αριστοκράτης, νόθο τέκνο του γέρου κόντε Σολωμού και της νεαράς υπηρέτριας του Αγγελικής Νίκλη. Αναγνωρίζεται ως  νόμιμο τέκνο μαζί με το μικρότερο αδελφό του Δημήτριο, μετά το γάμο του γέρο κόντε με την Αγγελική Νίκλη, λίγο πριν από το θάνατο του.  Μετά το θάνατο του πατέρα του, κι ενώ ήταν μόλις δέκα χρονών τον στέλνουν στην Ιταλία για σπουδές μαζί με τον Ιταλό δάσκαλο του τον αβά Ρόσση και πρόσφυγα στα Επτάνησα για τις εθνικές του ιδέες,  ενώ η μητέρα του παντρεύεται κι αποκτά κι άλλον υιό τον Ιωάννη Λεονταράκη. Το 1818 σε ηλικία 20 ετών επιστρέφει στη Ζάκυνθο και μένει εκεί άλλα 10 χρόνια μέχρι το 1828, όπου αναχωρεί για την Κέρκυρα και στην οποία διαμένει μέχρι το τέλος της ζωής του.
          Κατά τη λεγόμενη περίοδο της ζακυνθινής νιότης του γράφει τα πρώτα ποιήματα του  στην ιταλική γλώσσα την οποία γνώριζε άριστα λόγω της  παραμονής του στην Ιταλία και των σπουδών του εκεί. Αν όμως και γνώριζε την ιταλική καλά, τα ιταλικά ποιήματα του όμως δεν θεωρούνται ιδιαίτερα σπουδαία. Στη συνέχεια εγκαταλείπει την ιταλική  και γράφει στην ελληνική γλώσσα τα πρώτα σατιρικά του ποι+ήματα για τέρψη του φιλικού του κύκλου, μεταξύ των οποίων ξεχωρίζουν τα ποιήματα για το γιατρό Ροίδη. Η σατιρική ποίηση στα Επτάνησα είχε μεγάλη παράδοση κι εκφράζει μια πτυχή του επτανησιακού πολιτισμού να αντιμετωπίζουν με γέλιο ελαττώματα και καταστάσεις ακόμα και να αυτοσαρκάζονται έχοντας την ανοχή των «θιγόμενων» προσώπων. Αυτό όμως απαιτεί ένα είδος ανωτερότητας κι από τις δυο πλευρές. Δοκιμάζει επίσης τις ποιητικές του δυνατότητες σε ελεγειακά ποιήματα για το θάνατο νεαρών προσώπων και παιδιών που τον συγκινούν ιδιαίτερα. Λίγο αργότερα συνθέτει τα πρώτα λυρικά του ποιήματα, τα περισσότερα των οποίων μιλούν για τον ανεκπλήρωτο έρωτα. «Η Ξανθούλα», «η Αγνώριστη», «το Όνειρο» που όλα έχουν μελοποιηθεί από γνωστούς συνθέτες. Λυρικά ποιήματα συνέχισε να γράφει και στα διαλείμματα των μεγάλων συνθέσεων του, όπως «η Φαρμακωμένη».   
Το ξέσπασμα της Ελληνικής Επανάστασης το 1821 δονεί όμως τον εσωτερικό κόσμο του νεαρού Σολωμού και μέσα σε ένα μήνα (Μάιος 1823) γράφει τον «Ύμνο στην Ελευθερία» αποτελούμενον από 158 στροφές, μέρος του οποίου άρχισε να τραγουδιέται από τους επαναστατημένους Έλληνες. Ακολουθούν «Στο θάνατο του Μπάυρον» και «Ωδή στο Μάρκο Μπότσαρη», έργα που σηματοδοτούν τη στροφή του Σολωμού  σε έργα με θέματα την πατρίδα και την ελευθερία,  έννοιες που είχε ήδη εισαγάγει το κίνημα του εθνισμού στην Ευρώπη. Κατά τη  Ζακυθινή περίοδο έγραψε επίσης το έργο «Λάμπρος» με επιρροές από το ρομαντισμό του λόρδου Βύρωνα με ακραία πάθη κι αιμομιξίες. Επίσης έγραψε το πεζό «Διάλογος» με θέμα τη χρήση της ελληνικής δημοτικής γλώσσας απαντώντας στους σοφολογιώτατους που υπερασπίζονταν την αρχαϊζουσα  κι αρχίζει να γράφει το «Η Γυναίκα της Ζάκυθος».
           Στα τέλη του 1828 αποφασίζει να εγκατασταθεί οριστικά στην Κέρκυρα για να αφοσιωθεί στο έργο του. Στη λεγόμενη περίοδο της κερκυραϊκής ωριμότητας του (1828-1857) συνέθεσε τα έργα «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι», «Πόρφυρας», «Κρητικός» ή επεξεργάστηκε έργα που είχε αρχίσει ήδη να γράφει κατά τη Ζακυθινή περίοδο του έργου του,  όπως το «Η  Γυναίκα τση Ζάκυθος».
Το 1833 ξεκινά η γνωστή δίκη μεταξύ των αδελφών Διονυσίου και Δημητρίου Σολωμού κατά του ετεροθαλούς  αδελφού τους Ιωάννη Λεονταράκη, ο οποίος ισχυριζόταν ότι ήταν κι αυτός υιός του κόντε Νικολάου Σολωμού αποβλέποντας στην κληρονομιά του κόντε.  Σημειωτέον ότι σε περίπτωση που κέρδιζε τη δίκη ο Ιωάννης, ο Διονύσιος και ο Δημήτριος θα έχαναν όλα τα δικαιώματα στην πατρική κληρονομιά  σύμφωνα με το Δίκαιο της εποχής. Η δίκη αυτή ταλάνισε ψυχικά και ηθικά τον ποιητή και κλόνισε τις σχέσεις του με τη μητέρα του. Το γεγονός αυτό συνέβαλε ίσως και να εγκατασταθεί οριστικά πια στην Κέρκυρα, όπου κι απέθανε το 1857 σε ηλικία 59 ετών.

Το λυρικό ποίημα «το ’Ονειρο» γραμμένο στην περίοδο της ζακυθινής νιότης του ποιητή.

1.Ἄκου ἕν᾿ ὄνειρο, ψυχή μου,
Καὶ τῆς ὀμορφιᾶς θεά·
Μοῦ ἐφαινότουν ὅπως ἤμουν
Μετ᾿ ἐσένα μία νυχτιά.

2.῾Σ ἕνα ὡραῖο περιβολάκι
Περπατούσαμε μαζί,
Ὅλα ἐλάμπανε τ᾿ ἀστέρια,
Καὶ τὰ κύτταζες ἐσύ.

3.Ἐγὼ τσὤλεα· πέστε, ἀστέρια,
Εἶν᾿ κανέν᾿ ἀπὸ τ᾿ ἐσᾶς,
Ποῦ νὰ λάμπη ἀπὸ κεῖ ἀπάνου
Σὰν τὰ μάτια τῆς κυρᾶς;

4.Πέστε ἂν εἴδετε ποτέ σας
῾Σ ἄλλη, τέτοια ὡραῖα μαλλιά,
Τέτοιο χέρι, τέτοιο πόδι,
Τέτοια ἀγγελικὴ θωριά;

5.Τέτοιο σῶμα ὡραῖον ὅπ᾿ ὅποιος
Τὸ κυττάζει εὐθὺς ρωτᾶ·
Ἂν εἶν᾿ ἄγγελος ἐκεῖνος,
πῶς δὲν ἔχει καὶ φτερά;

6.Κάθε φίλημα, ψυχή μου,
Ὅπου μὤδινες γλυκά,
Ἐξεφύτρωνε ἄλλο ρόδο
Ἀπὸ τὴν τριανταφυλλιά.

7.Ὅλη νύχτα ἐξεφυτρώσαν,
Ὡς ὁποῦ λάμψεν ἡ αὐγή,
Ποὺ μᾶς ηὖρε καὶ τοὺς δυό μας
Μὲ τὴν ὄψη μας χλωμή.

8.Τοῦτο εἶν᾿ τ᾿ ὄνειρο, ψυχὴ μου·
Τώρα στέκεται εἰς ἐσέ,
Νὰ τὸ κάμης ν᾿ ἀληθέψῃ,
Καὶ νὰ θυμηθεῖς γιὰ μέ

Το ποίημα είναι μελοποιημένο από τον Κερκυραίο Κίμωνα Χυτήρη (προσωπικά μου αρέσει πολύ κι εκφράζει το επτανησιακό κλίμα) κι επίσης από τον Μάνο Χατζηδάκη και τραγουδιέται από τον  Δημήτρη Ψαριανό και συμπεριλαμβάνεται στο δίσκο «Ο μεγάλος Ερωτικός»

Ο Σολωμός και η εποχή του:
πως επηρέασαν το Σολωμό 1. ο Επτανησιακός πολιτισμός, 2.ο ευρωπαϊκός πολιτισμός  3. Η Ελληνική επανάσταση του 1821

Στα Επτάνησα άνθησε ο πρώτος καθαρά νεοελληνικός πολιτισμός -που είχε συνθέσει δημιουργικά  λαϊκά  στοιχεία του τόπου τους με ευρωπαϊκά πολιτιστικά στοιχεία. Στα  Επτάνησα, που βρίσκονταν υπό ξένη κατοχή (Βενετοκρατία, περίοδος των Προστατών: Γάλλων, Ρώσων, Άγγλων) και στα οποία κατέφθασαν  πλήθος  Κρητών προσφύγων μετά την πτώση της ενετοκρατούμενης Κρήτης στους Τούρκους το 1669, εκεί έφτασαν τα μηνύματα της ιταλικής Αναγέννησης κι αργότερα της Γαλλικής επανάστασης σε αντίθεση με την τουρκοκρατούμενη Ελλάδα. Οι Επτανήσιοι με τη  δημιουργική ικανότητα τους αφομοίωσαν πολλά από τα στοιχεία αυτά και τα πάντρεψαν με ντόπια στοιχεία της παράδοσης τους, ώστε να δημιουργηθεί ο επτανησιακός πολιτισμός που διήρκεσε περίπου 250 χρόνια.ε κι έδωσε έξοχα δείγματα σε όλες τις τέχνες (μουσική, ζωγραφική, αρχιτεκτονική, γλυπτική, θέατρο,  ποίηση) χωρίς να αμελήσει την ιστοριογραφία και το κριτικό δοκίμιο. Χωρίς την ύπαρξη λοιπόν του επτανησιακού πολιτισμού ίσως να μην εμφανιζόταν τότε στη Ζάκυνθο ο εθνικός ποιητής των Ελλήνων με τα συγκεκριμένα γνωρίσματα του. Η συμβολή λοιπόν του Επτανησιακού πολιτισμού στη διαμόρφωση της προσωπικότητας και του έργου του Διονυσίου Σολωμού είναι πολύ μεγάλη.
Το σολωμικό έργο με την ποιότητα του αποτελεί την κορύφωση του Επτανησιακού πολιτισμού. Ο Σολωμός ευτύχησε να ζήσει μέσα στο επτανησιακό φυσικό περιβάλλον (γλυκό κλίμα, ειδυλλιακό τοπίο) και μέσα σε ένα πολιτιστικό κλίμα, που ήταν διάχυτο στην κοινωνία χωρίς να περιορίζεται σε μια κλειστή ελίτ, αν και ξεχώριζαν βέβαια οι σημαντικές προσωπικότητες. Επίσης στα Επτάνησα   οι πολιτικές ζυμώσεις  πριν και κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του 1821 δεν έλειπαν (εξέγερση κατά των φεουδαρχών με κάψιμο του Λίμπρο ντ’ Όρο, τόπος Φιλικών,  καταφύγιο Ελλήνων αγωνιστών από την Τουρκοκρατούμενη Ελλάδα, πατρίδα πολιτικών). Όλα αυτά επηρέασαν την προσωπικότητα και το έργο του.
Η εμφάνιση λοιπόν μιας πλειάδας ποιητών στα Επτάνησα  τότε  δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία. Στη λογοτεχνία δημιουργήθηκε η λεγόμενη Επτανησιακή σχολή που με επίκεντρο το Σολωμό χωρίζονται σε προσολωμικούς, σολωμικούς, μετασολωμικούς και εξωσολωμικούς ποιητές. Οι τελευταίοι αποτελούν την εξαίρεση του κανόνα, διότι μένουν ανεπηρέαστοι από το σολωμικό έργο, όπως ο έτερος μεγάλος Ζακύνθιος ποιητής ο Αντρέας Κάλβος που δεν μπορούσε να κινηθεί στη σκιά του  Σολωμού αλλά αποτελεί μια μοναδική περίπτωση, ενός άλλου υψηλού διαμετρήματος.
 Η καθιέρωση λοιπόν της δημοτικής γλώσσα στην ποίηση  ξεκίνησε από τα Επτάνησα και   καθιερώθηκε οριστικά πια και στην υπόλοιπη Ελλάδα αργότερα με τη λεγόμενη γενιά του 1880 ή Β! Αθηναϊκή σχολή. Ο Κωστής Παλαμάς, ως πνευματικός ηγέτης κι ως ποιητής συνέχισε το δρόμο που είχε χαράξει ο Σολωμός παραμερίζοντας έτσι τους αρχαίζοντες Φαναριώτες ποιητές της Α! Αθηναϊκής σχολής.

      Ο  Σολωμός επίσης  γνώρισε από κοντά τον ευρωπαϊκό πολιτισμό, όταν εστάλη για σπουδές στην Ιταλία. Κατά τη δεκαετή παραμονή του στην Ιταλία γνώρισε την ιταλική ποίηση, η οποία τότε είχε ανανεωθεί με το έργο του Μόντη κι άλλων ποιητών της, αφήνοντας πίσω ένα στείρο κλασσικικισμό. Ο Σολωμός επίσης μελέτησε τη «Θεία Κωμωδία» του Δάντη που τον επηρέασε στο έργο του. Επίσης μελέτησε Όμηρο και αρχαίους τραγικούς. Ακόμα ήρθε σε επαφή με τον ευρωπαϊκό ρεύμα του ρομαντισμού μελετώντας Χαίντερλιν, Μπάϋρον, Σίλλερ κι άλλους και με τη σύγχρονη ευρωπαϊκή φιλοσοφία του Έγελου. Ο γερμανικός ρομαντισμός και η αισθητική του, όπως εκφράστηκε από τη σχολή της Ιένας με τους αδελφούς Σλέγκελ και τον Νοβάλις τον απασχόλησαν πάρα πολύ μετά την επάνοδο του στη Ζάκυνθο και κυρίως κατά την περίοδο διαμονής του στην Κέρκυρα. Οι γερμανοσπουδασμένοι φίλοι του Νικόλαος Λούντζης, Ιάκωβος Πολυλάς τού μετέφραζαν από τη γερμανική  έργα εκπροσώπων του γερμανικού ρομαντισμού και της γερμανικής φιλοσοφίας.

      Ένα άλλο καθοριστικό στοιχείο της  εποχής  του  Δ. Σολωμού ήταν το ξέσπασμα της Ελληνικής επανάστασης του 1821, όταν ο Σολωμός ήταν 23 ετών. Το κίνημα του εθνισμού που απλωνόταν στους ευρωπαϊκούς λαούς κατά το 19ο αιώνα που ζητούσαν κάθε έθνος να έχει το δικό του κράτος δεν άφησε ασυγκίνητο το νεαρό Σολωμό. Ο ιταλοσπουδασμένος Διονύσιος Σολωμός, αν και Άγγλος υπήκοος τότε, είχε καθαρότατη ελληνική συνείδηση και πάσχισε να εκφράσει ποιητικά τους πόθους και τα οράματα του ελληνικού έθνους στη πιο μεγαλειώδη στιγμή της ιστορίας του, όταν αγωνιζόταν για εθνική ελευθερία και πολιτική ανεξαρτησία! Όταν στην εποχή του πολλά πράγματα για το μέλλον του ελληνικού έθνους ήταν ακόμη υπό διαμόρφωση, αυτός έβλεπε ότι το μέλλον του έθνους περνά μέσα από την καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας και την κατάκτηση της ελευθερίας του όχι μόνο της εθνικής αλλά και της πνευματικής, ηθικής και πολιτικής. Γνωστή η  ρήση του «δεν έχω τίποτε άλλο στο νου μου πάρεξ ελευθερία και γλώσσα».

Η σχέση του καλλιτέχνη με την εποχή του πάντα είναι αμφίδρομη. Έτσι κι ο ποιητής μας είναι τέκνο της εποχής του και των ιδεών της κι απ’αυτή εμπνέεται τα θέματα των έργων του αλλά και η εποχή του δεν θα ήταν όπως την ξέρουμε χωρίς αυτόν ούτε ακόμα και η εθνική μας λογοτεχνία θα είχε διαμορφωθεί ίσως, όπως τη γνωρίζουμε σήμερα!

Β. ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ

 Ας παρακολουθήσουμε λοιπόν, σχηματικά, την ποιητική εξέλιξη του Διονυσίου Σολωμού έτσι που να διαφαίνονται οι χαρακτηρισμοί που του αποδίδονται ως διαμορφωτή της ελληνικής εθνικής λογοτεχνίας και ειδικότερα ως πατέρα της νεοελληνικής ποίησης,
ως εθνικού ποιητή,
 ως ποιητή στοχαστή
κι ως του πρώτου Έλληνα ευρωπαίου ποιητή.

Μέγιστος είναι ο άθλος του Δ.Σολωμού να πλάσει πρώτος μια έντεχνη ποιητική γλώσσα από την ακαλλιέργητη καθομιλούμενη νεο-ελληνική έτσι ώστε να είναι ικανή να εκφράσει  υψηλά νοήματα της ποίησης
Ο νεαρός Διονύσιος Σολωμός μετά την επιστροφή του στη Ζάκυνθο από την Ιταλία  εγκαταλείπει γρήγορα τη συγγραφή ποιημάτων στην ιταλική και στρέφεται στην ελληνική δημοτική γλώσσα. Το παράδειγμα του Δάντη ο οποίος έγραψε τη «Θεία Κωμωδία» στην ιταλική κι όχι στη λατινική γλώσσα ήδη από το 13ο αιώνα καθώς κι άλλων ευρωπαίων ποιητών που έγραφαν στις εθνικές τους γλώσσες τον ωθεί στην υιοθέτηση της δημοτικής γλωσσας ως γλώσσα της ποίησης. Η συγγραφή εξ άλλου του πεζού έργου του «Διάλογος» το 1823, στο οποίο υπερασπίζεται με επιχειρήματα τη χρήση της καθομιλουμένης γλώσσας  του λαού κατά της αρχαϊζουσας και καθαρεύουσας που προτιμούσαν οι λεγόμενοι σοφολογιώτατοι, μαρτυρά πλέον τη συνειδητή προσπάθεια του για τη χρήση της δημοτικής.  Η γνωστή συνάντηση του νεαρού Σολωμού με το Σπύρο Τρικούπη, ο οποίος τον παρότρυνε να γράψει ποίηση στα ελληνικά, λέγοντας του χαρακτηριστικά ότι «η Ιταλία έχει τον δικό της Δάντη» σηματοδοτεί ακριβώς την απόφαση του Σολωμού να αφιερωθεί πια στη δημιουργία εθνικής νεοελληνικής ποίησης/λογοτεχνίας.
 Ο στόχος του Σολωμού για να το πετύχει αυτό ήταν τριπλός κι ενιαίος συγχρόνως. Αναζητούσε πρώτο να χρησιμοποιήσει μια κοινή πανελλήνια γλώσσα που δεν υπήρχε στην πράξη, δεύτερο έπρεπε να τη διαμορφώσει σε ποιητική γλώσσα και τελικά με μέσον αυτή τη  γλώσσα να δημιουργήσει μια ποίηση που να εκφράζει υψηλά νοήματα δηλαδή να πετύχει το ανώτατο στάδιο της γλωσσικής έκφρασης!
Μη ξεχνάμε ότι στην εποχή του δεν είχε διαμορφωθεί πλήρως αυτή η πανελλήνια δημοτική που μιλιόταν πιο πολύ προφορικά, γραφόταν ελάχιστα ενώ αντίθετα επικρατούσαν οι ιστορικές ποικιλίες της και οι γεωγραφικές διάλεκτοι. Οι λόγιοι, η επίσημη πολιτεία επί Όθωνος και μεγάλο μέρος της άρχουσας τάξης προτιμούσαν να ομιλούν και να γράφουν στην καθαρεύουσα, στα Επτάνησα οι άρχοντες διάνθιζαν το λόγο τους με πολλές ιταλικές λέξεις, ενώ οι τοπικές διάλεκτοι που μιλούσε ο λαός και οι οποίες έμβριθαν από ξένα δάνεια επέτειναν την πολυγλωσσία στον ελλαδικό χώρο. Επίσης  η επιλογή της αρχαϊζουσας/καθαρεύουσας προβαλλόταν από την άρχουσα τάξη ως στοιχείο της εθνικής ταυτότητας του νεοέλληνα συνδυάζοντας το με τις αρχαιοελληνικές ρίζες του, γεγονός που λειτουργούσε ανασταλτικά για τη χρήση της καθομιλουμένης επίσημα.
 Η επιλογή λοιπόν του Σολωμού να γράψει υψηλή ποίηση σε μια ακαλλιέργητη ακόμα δημοτική που οι αρχαϊζοντες την κατηγορούσαν για την ανεπάρκεια της, ήταν ένα μεγάλο στοίχημα για τον ίδιο, διότι έπρεπε να αποδείξει ότι η αυτή η «φτωχή» γλώσσα είχε τις ικανότητες να γίνει γλώσσα της έντεχνης ποίησης. Η δημοτική γλώσσα  μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε δώσει δείγματα υψηλού ποιητικού στοχασμού και περιοριζόταν κύρια στην ανώνυμη δημοτική ποίηση που τραγοδούσε  την καθημερινότητα (γάμους, έρωτα, μοιρολόγια, ξενητειά, ζωή κλεφτών) .   Με άλλα λόγια ο Σολωμός από ένα θολό γλωσσικό τοπίο έπρεπε να βρει και να ανασύρει  εκείνες τις λέξεις και να τις βάλει σε τέτοια σειρά νοηματική και ρυθμική-έμμετρη που να παράγει  διαμάντια γλωσσικής έκφρασης!
Πολύ δύσκολο λοιπόν το εγχείρημα! Ο Σολωμός  όμως είχε εμπιστοσύνη στη γλώσσα του λαού και στο γλωσσικό πλούτο που έκρυβε μέσα της  και γνώριζε ότι κάθε μεγάλος  ποιητής οφείλει  αυτόν τον πλούτο να  τον  φέρει στο φως και να ενδυναμώσει  την εμπιστοσύνη του λαού στη ομιλούμενη γλώσσα του. Ο  νεοελληνιστής καθηγητής της Οξφόρδης και σολωμιστής Mackridge αναφέρει με ποιον τρόπο ο Σολωμός από την πολυγλωσσία που επικρατούσε τότε στο νεοελληνικό χώρο έφθασε στη μονογλωσσία μιας πανελλήνιας κοινής καθομιλούμενης γλώσσας. Κατ’ αρχάς απορρίπτει συνειδητά την αρχαίζουσα και χρησιμοποιεί τη δημοτική προσπαθώντας να ξεφύγει από το ζακυθινό τοπικό ιδίωμα –παρόλο που δεν το καταφέρνει πάντα- και παίρνοντας πολλά από το κυρίαρχο τότε πελοποννησιακό ιδίωμα που γνώριζε λόγω της γειτνίασης της Ζακύνθου με το Μοριά. Ακόμα δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει και λόγιες λέξεις, όταν η ποιητική γλώσσα το απαιτούσε, κι έτσι πλάθει τη δική του  πανελλήνια καθομιλούμενη γλώσσα η οποία απέχει ελάχιστα από τη σημερινή καθομιλούμενη δημοτική. Ο Θ. Αγγελόπουλος στην ταινία του «Μια μέρα, μια αιωνιότητα» έχει μια σκηνή που δείχνει τον ποιητή να «αγοράζει» λέξεις δηλαδή λαϊκά δίστιχα από απλούς ανθρώπους δείχνοντας έτσι την προσπάθεια του να συγκεντρώσει και να καταγράψει τον άγραφο εκφραστικό πλούτο της δημοτικής μας γλώσσας.

Για να υλοποιήσει όμως την επιλογή του χρειαζόταν συγχρόνως να διαμορφώσει ποιητική γλώσσα σε αυτή την ακαλλιέργητη πανελλήνια δημοτική. Αναζητούσε  δηλαδή να βρει τον κατάλληλο ρυθμό, το μέτρο που θα απογείωνε την ποίηση του. Γενικά αναζητούσε το ύφος εκείνο του λόγου που θα ταίριαζε στο περιεχόμενο των ποιημάτων του και συνάμα θα συγκινούσε τους ‘Ελληνες μιλώντας στην καρδιά και στο μυαλό τους. Άρχισε λοιπόν να μελετάει όλη τη προηγούμενη νεοελληνική ποιητική παράδοση τα δημοτικά τραγούδια την Κρητική λογοτεχνία και τους δημοτικιστές ποιητές Βηλαρά και Χριστόπουλο. Κι εκεί μέσα στην ποιητική μας παράδοση τελικά βρήκε τον κατάλληλο ρυθμό για τα ώριμα πια έργα του την οποία έτσι και συνεχίζει. Ο λαϊκός και παρακατιανός ιαμβικός 15σύλλαβος των δημοτικών τραγουδιών μας και του Ερωτόκριτου  γίνεται τώρα το μέτρο της ποίησης του, η οποία με το μέτρο αυτό απογειώνεται κι αντικαθιστά προηγούμενα μέτρα που χρησιμοποιούσε, όπως  τροχαϊκό 6μετρο.
Στη συνέχεια δούλεψε πολύ το στίχο του για να αποφύγει τις χασμωδίες χρησιμοποιώντας πολλές συνιζήσεις και εκθλίψεις  κι έπλεξε έτσι τα φωνηέντα με τα σύμφωνα -επιλέγοντας τις κατάλληλες λέξεις- που όλα αυτά συνηχούν σε ένα στίχο που κυλά φυσικά, αβίαστα και γλυκά στο άκουσμα του! Η ποιητική του γλώσσα όμως αναζητούσε ακόμα πώς θα συνταιριάξει  αρμονικά κι ισόρροπα τη λογική και το συναίσθημα του  χωρίς το ένα να υπερτερεί και να καταπνίγει το άλλο. Έτσι χρησιμοποιεί πάρα πολλά  σχήματα λόγου  με τόσο απλό και φυσικό τρόπο, ώστε πολλές φορές με  προσπάθεια κάποιος τα διακρίνει! Οι μεγαλοστομίες και τα πομπώδη λόγια δεν έχουν θέση στη σολωμική ποίηση. Τελικά πλάθει στίχους που ενώ φαίνονται απλοί είναι μεστοί νοημάτων και μελωδικοί! Η κατάκτηση όμως να πεις κάτι σπουδαίο με απλό και μάλιστα ποιητικό τρόπο απαιτεί ποιητικό ταλέντο, γνώσεις και μεγάλη προσπάθεια. Τελικά ο  Σολωμός απέδειξε  ότι η δημοτική γλώσσα μπορεί να γίνει γλώσσα της ποίησης σε πείσμα των αρχαϊζόντων που το αμφισβητούσαν!
       Ο Σολωμός τώρα πια ξανοίγεται πέρα από το πρώϊμο στάδιο των δημοτικών τραγουδιών δημιουργώντας ποίηση με υψηλά νοήματα, αφού έψαλλε την  επανάσταση του ελληνικού λαού και κάθε λαού που οραματίζεται την εθνική του ελευθερία αλλά και την πολιτική, πνευματική κι ηθική. Μη ξεχνάμε ότι η λέξη ελευθερία, λίγες δεκαετίες πριν, κατά τη Γαλλική επανάσταση  είχε γίνει το ιδανικό των λαών και πηγή έμπνευσης για την ποίηση. Επίσης ο Σολωμός ξανοίγεται πέρα κι από την  Κρητική λογοτεχνία, η οποία, αν και θαυμαστή ως ποίηση,  είχε ως πρότυπα αναγεννησιακά έργα της Δύσης και η γλώσσα της περιορίστηκε στο κρητικό ιδίωμα. Τελικά ο Σολωμός με το έργο του συνεχίζει τη νεοελληνική παράδοση και συγχρόνως ανοίγει νέους δρόμους στην εθνική μας λογοτεχνία αποδεικνύοντας τις εκφραστικές δυνατότητες της δημοτικής κι επιλέγοντας θέματα από την ίδια τη ζωή που πάλλεται δίπλα μας. Για τους Επτανήσιους η φύση, η πατρίδα, η γυναίκα κι ο/έρωτας και η θρησκεία είναι τα θέματα που τους εμπνέουν σε αντίθεση με τη Φαναριώτικη ποιητική σχολή που εμπνέεται από το ένδοξο αρχαίο παρελθόν της Ελλάδας το οποίο εκφράζει δυνατά με μεγαλοστομίες στην καθαρεύουσα. 
 Ο Σολωμός μέσα από το έργο του τελικά πρότεινε και λύση για το γλωσσικό ζήτημα που ταλάνισε και δίχασε τους Έλληνες από την εποχή του Νεοελληνικού Διαφωτισμού και πέρα, αναδεικνύοντας την αξία της δημοτικής  όχι μόνο για την ποίηση αλλά και για την πεζογραφία μέσα από τα πεζά έργα του «Διάλογος» αλλά και το «η Γυναίκα της Ζάκυθος». Πρόταση η οποία υιοθετήθηκε στην ελληνική λογοτεχνία μόνο, κάποιες δεκαετίες αργότερα από τη γενιά του 1880, όπως έχει λεχθεί παραπάνω. Τελικά η ανάδειξη της αξίας της νεοελληνικής γλώσσας είναι που τον καθιέρωσε  ως γνήσιο εθνικό ποιητή κι ακολουθεί η πατριωτική ποίηση του στην οποία έκφρασε τους πόθους και τα οράματα του αγωνιζόμενου ελληνικού έθνους.   

Ακούγονται  μελοποιημένα δυο επιγράμματα του ποιητή, το ένα για την ομορφιά της ήρεμης θάλασσας, το άλλο για τον έρωτα χωρίς ανταπόκριση και ένα απόσπασμα για την Αυγούλα (στροφές 5-12) από  «Τα δυο αδέλφια».

«Γαλήνη» από το Ζακυνθινό συνθέτη Δημήτρη Λάγιο.
«δεν ακούεται ούτ’ ένα κύμα μές στην έρμη ακρογιαλιά
Λες κι η θάλασσα κοιμάται μες στης γης την αγκαλιά»

« Η Αυγούλα» σε μουσική Νικ. Χαλικιόπουλου-Μάντζαρη και σε δεύτερη εκτέλεση σε μουσική Σπ. Ξύνδα.
5. Η Αυγούλα που να ‘ναι;
Κοντεύει το βράδυ,
που μαύρο σκοτάδι
 ξαπλώνει στη γη.

6.Παγαίνει εκεί που ΄ναι ψηλό κυπαρίσσι,
παγαίνει στη βρύση
δεν είναι ουδ’ εκεί

7.Στ’ αλώνι , στ’ αμπέλι,
στο δρόμο κοιτάζει,
και τέλος φωνάζει:
«Αυγούλα μου, Αυγή»

8.και τρέχει και τρέχει
παντού να κοιτάξει,
και δίχως να κράξει
δεν μνέσκει στιγμή.
 
9.«Αυγή μου» συχνότατα
που εβγήκε από τα στήθη,
και «Αυγή μου» απεκρίθη
μια άλλη φωνή
 
10.Πως είν’ της Αυγούλας
Ο Ανθός εστοχάσθη
και πρόθυμα αβιάσθη
κατά την Αυγή
 
11.εγύρευε ανήσυχος,
ωσάν περιστέρι,
για να βρει το ταίρι,
και δεν του βολεί
 
12.Στο μάτι μακρόθεν
Ο τοίχος ασπρίζει
Και γύρω του ανθίζει
Η δάφνη, η μερτιά
                        
«Δε μ’ αγαπάς» από τον βαρύτονο Κ. Πασχάλη σε μουσική Θ. Σπάθη
«Όσα λούλουδα είν’ το Μάη μαδημένα ερωτηθήκαν
Κι όλα αυτά μου αποκριθήκαν πως εσύ δεν μ’ αγαπάς»

             Ένα θέμα που έχει συζητηθεί επανειλημμένως κι έχει εκφραστεί με διάφορους τρόπους είναι η χρήση της ιταλικής γλώσσας από τον εθνικό ποιητή της Ελλάδας.  Πώς γίνεται ο εθνικός ποιητής της Ελλάδας να γράφει τα πρώτα και τα τελευταία ποιήματα του στην ιταλική γλώσσα; ή να είναι τόσο πολύ ανορθόγραφος; Έχει αναφερθεί από το Σεφέρη ότι «οι τρεις μεγάλοι ποιητές μας Σολωμός, Κάλβος, Καβάφης δεν ήξεραν ελληνικά» ή ότι «ο Σολωμός πάλευε ως το τέλος ανάμεσα στην ιταλική και την ελληνική του έκφραση» αναφερόμενος όχι μόνο στα ιταλικά ποιήματα του αλλά και στις ιταλικές Σημειώσεις του στο περιθώριο των χειρογράφων του.
Πολλά έχουν γραφτεί για τις αντιφάσεις αυτές, εγώ όμως θα σταθώ ιδιαίτερα σε μια ενδιαφέρουσα κι αποστομωτική απάντηση, κατά τη γνώμη μου, που δίνει ο νεοελληνιστής και σολωμιστής καθηγητής  της Οξφόρδης Peter Mackridge σε όσους προσπαθούν να υποβαθμίσουν εσκεμμένα ή όχι την αξία του σολωμικού έργου. Ο Σολωμός γνώριζε ξένες γλώσσες κι έτυχε η ιταλική γλώσσα να είναι μια πλούσια γλώσσα ως φορέας του ευρωπαϊκού πολιτισμού που η ίδια εν πολλοίς είχε δημιουργήσει ήδη από την εποχή του Ουμανισμού και της Αναγέννησης  εγκαταλείποντας την λατινική ως μέσον έκφρασης των Τεχνών, των Γραμμάτων και της Επιστήμης. Αντίθετα η νεο-ελληνική γλώσσα έμεινε ακαλλιέργητη  λόγω της καθυστέρησης στην οποία την είχαν οδηγήσει οι διάφοροι κατακτητές της για 500 περίπου χρόνια.
Ο Σολωμός φιλοδοξούσε να εμπλουτίσει την ελληνική γλώσσα μπολιάζοντας την με την ιταλική ποίηση και τη γερμανική σκέψη. Στον αγώνα του να διασχίσει το τεράστιο κενό που χώριζε τη γλώσσα της ελληνικής κοινωνίας μέσα στην οποία ζούσε από τον υψηλό ποιητικό λόγο που ήθελε να δημιουργήσει χρησιμοποίησε ως «σκαλωσιές» τις ιταλικές Σημειώσεις του πάνω στα χειρόγραφα του για να ανεβάσει ψηλά την ελληνική ποίηση. Κι ακριβώς γι αυτό βρίθουν Σημειώσεων στην ιταλική τα χειρόγραφα του, αφού αυτός ήταν ο μοναδικός δρόμος για διαμορφωθεί  ελληνική εθνική ποίηση που τόσο είχε ανάγκη το υπό διαμόρφωση τότε ελληνικό έθνος. Και ο καθηγητής  Mackridge συγκρίνοντας τη πολυγλωσία που υπάρχει στις νεανικές σάτιρες του Σολωμού με τη μονογλωσία των ώριμων εργων του καταλήγει ότι μόνο έτσι μπορούμε να κατανοήσουμε τη μακρινή και κοπιαστική πορεία του ποιητή να διαμορφώσει  ποιητική γλώσσα στην ακαλλιέργητη δημοτική της εποχής του!
       Ο καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και σολωμιστής Δ. Δημηρούλης αναρωτιέται επίσης γιατί να μας ενοχλούν τόσο τα «λειψά» ελληνικά του Σολωμού, αφού για πρώτη φορά στις αρχές 19ου αιώνα η ελληνική γλώσσα συνάντησε με τόσο θυελλώδη τρόπο την υψηλή ποίηση! Πως δικαιολογούνται λοιπόν οι κορυφώσεις του ποιητικού  λόγου του Σολωμού, αν δεν γνώριζε καλά τα ελληνικά;

Μια σύγκριση του Α! του Β! και του Γ! Σχεδιάσματος των «Ελεύθερων Πολιορκημένων» θα μας πείσει για την πνευματική πορεία του ποιητή να κατακτήσει την ποιητική γλώσσα του βλέποντας τις διαφορές έκφρασης που ακολούθησε κατά την 11χρονη επεξεργασία των Ελεύθερων Πολιορκημένων, όταν για παράδειγμα περιγράφει τη φύση:

Α!Σχεδίασμα
να, η μέρα προβαίνει,
 τα νέφια συντρίβει
 να, η νύχτα που βγαίνει
 κι αστέρι δεν κρύβει.

 Β! Σχεδίασμα: Ο Απρίλης με τον Έρωτα χορεύουν και γελούνε
 κι όσ’ άνθια βγαίνουν και καρποί τόσα άρματα σε κλειούνε.
 Λευκό βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει,
και μες στη θάλασσα βαθιά ξαναπετιέται πάλι,
 που ολονυχτίς εσύσμιξε με τ’ ουρανού τα κάλλη.
 Και μες στης λίμνης τα νερά, όπου έφτασε μ’ ασπούδα,
 έπαιξε με τον ίσκιο της γαλάζια πεταλούδα,
που ευώδιασε τον ύπνο της μέσα στον άγριο κρίνο
 το σκουληκάκι βρίσκεται σ’ ώρα γλυκιά  κι εκείνο.
 Μάγεμα η φύσις κι όνειρο στην ομορφιά και χάρη,
 η μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι. 

 Γ! Σχεδίασμα
Καταργεί την ομοιοκαταληξία ως περιττή – κάτι που οι μοντέρνοι ποιητές έκαναν μερικές δεκαετίες αργότερα- εμμένοντας στον εσωτερικό ρυθμό της ποίησης! Να, πως περιγράφει ξανά την ομορφιά της φύσης στο γνωστό απόσπασμα του Πειρασμού:
Έστησ’ ο Έρωτας χορό με τον ξανθό Απρίλη,
Κι η φύσις ηύρε την καλή και την καλή της ώρα,
Και μες στη σκιά που φούντωσε και κλει δροσιές και μόσκους
ανάκουστος κιλαϊδισμός και λιποθυμισμένος.
Νερά καθάρια και γλυκά, νερά χαριτωμένα
Χύνονται μες στην άβυσσο τη μοσκοβολισμένη
Και παίρνουνε το μόσκο της, κι αφήνουν τη δροσιά τους
Κι ούλα στον ήλιο δείχνοντας τα πλούτια της πηγής τους.
Έξ΄αναβρύζει κι η ζωή, σ’ γη, σ’ ουρανό, σε κύμα.

Ακούγεται μια παραλλαγή του Πειρασμού μελοποιημένη από το Ζακυνθινό συνθέτη Τιμόθεο Αρβανιτάκη, που κατά τη γνώμη μου αποδίδει άριστα το επτανησιακό χρώμα της ποίησης του Σολωμού.

Σε γη σε κύμα σ’ ουρανό
Σε ρόδο με γιοφύλλι,
-ποδι κυρ Έρωτα χρυσό-
τώρα που έστησε<ς> χορό
μετον ξανθόν Απρίλη.

Στη φράχτη μέσ’ στη φουντωτή,
χαριτωμένη τώρα,
οπού δροσιές και μόσχους κλει
κι η φύσις ηύρε την καλή
και τη γλυκιά της ώρα.

Δροσιές και μόσχους κλει κι αυτός
 ο βάτος φουντωμένος,
και μεσ’ ακούστηκε γλυκός
ανάκυστος κιλαηδισμός
και λιποθυμισμένος.
 

Ο Σολωμός εθνικός ποιητής των Ελλήνων
Ένα έθνος αποκτά εθνική λογοτεχνία, όταν καταφέρει να εκφράσει και να καταγράψει στη γλώσσα που μιλάει, τη ζωή του έθνους του δηλαδή τον τρόπο ζωής του, τα ήθη και τα έθιμα του, τις κατακτήσεις του, τα όνειρα του για το μέλλον, το πως βιώνει το παρελθόν του.   Με άλλα λόγια πρέπει τα εθνικά λογοτεχνικά έργα να μπορούν να εκφράσουν την ψυχή και το πνεύμα ενός λαού χωρίς να αντιγράφουν δουλικά ούτε τη ζωή άλλων λαών ούτε των προγόνων τους αλλά μόνο να παραδειγματίζονται από τα προοδευτικά στοιχεία αυτών  και να τα προσαρμόζουν στις δικές τους εθνικές ανάγκες. Ο Διονύσιος Σολωμός ζώντας στην εποχή διαμόρφωσης νέων εθνικών κρατών στην Ευρώπη συνειδητοποιεί ότι ήλθε και ο καιρός των Ελλήνων να αποκτήσουν εθνική λογοτεχνία στηριζόμενη πάνω στη λαϊκή τους παράδοση, όπως ήδη είχαν αποκτήσει κάποιες άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Συνειδητοποιεί ότι το ελληνικό έθνος έχει ανάγκη μια σύγχρονη ποίηση που να είναι κατανοητή από το λαό, να τον εμψυχώνει  και να κάνει  τη φωνή του να ακουστεί  δυνατότερα στα άλλα εθνη της γης,  αποδεικνύοντας ότι έχουν κι αυτοί  εθνικό πολιτισμό  και αξίζουν να αποκτήσουν την ελευθερία τους.
 Όσον αφορά τώρα το περιεχόμενο της ποίησης του κεντρική θέση κατέχει ο εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας των Ελλήνων κατά των Τούρκων κατακτητών μετά από 400 χρόνια σκλαβιάς! Ο νεαρός Σολωμός αδράχνει την ευκαιρία που του προσφέρει η Επανάσταση του 1821 και το θέμα της ελευθερίας της πατρίδας  προστίθεται δίπλα στα θέματα της γυναίκας και της φύσης και κατακλύζει την ποίηση του από δω και πέρα. Αντιλαμβάνεται γρήγορα ότι η πατρίδα του είχε ανάγκη τον ποιητή της για να εκφράσει την ελληνική εθνική συνείδηση στη πιο μεγαλειώδη  στιγμή της ιστορίας της!  Αυτός που ήταν Άγγλος υπήκοος, κι ιταλοσπουδασμένος με ελληνικότατη όμως συνείδηση, 25 μόλις ετών, μέσα σ’ ένα μήνα, το Μάιο του 1823, γράφει τον Ύμνο εις την Ελευθερία, ο οποίος αγαπήθηκε και τραγουδήθηκε αμέσως από τον επαναστατημένο ελληνικό λαό!  Στη συνείδηση του λαού αναγνωρίστηκε αμέσως ως ο εθνικός τους βάρδος, διότι ήταν το κατάλληλο πρόσωπο, την κατάλληλη χρονική στιγμή για να ψάλλει τους πόθους και τα οράματα του ελληνικού έθνους.

 Δεν ήταν όμως  μόνο ο εθνικός ύμνος που του χάρισε αυτό το ζηλευτό τίτλο, όπως πολλοί λανθασμένα νομίζουν. Ήταν ότι μέσα από την ποίηση του έκφρασε την ελληνική συνείδηση γενικότερα! Πήρε θέση πάνω στα μείζονα θέματα που απασχολούσαν το επαναστατημένο έθνος μας: Συνέδεσε την επανάσταση του 1821 με τους αγώνες των Ελλήνων για ελευθερία μέσα στον ιστορικό χρόνο «απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά» και με την καινούργια έννοια της πατρίδας-έθνους που έφερε το κίνημα του εθνισμού κι όχι με την έννοια του Γένους που προωθούσε το Φανάρι «ω θεϊκιά κι όλο αίματα πατρίδα».
Καταδίκασε τη διχόνοια και τους εμφύλιους πολέμους που έλαβαν χώρα κατά της διάρκεια της επανάστασης «αν μισιούνται ανάμεσο τους/ δεν τους πρέπει λευτεριά» προβάλλοντας την εθνική ενότητα, μίλησε για την ανάγκη οι επαναστατημένοι Έλληνες να στηριχτούν στις δικές τους δυνάμεις κι όχι στις ξένες Δυνάμεις « δεν είν’ εύκολες οι θύρες/εάν η χρεία τες κουρταλεί...σύρε να βρεις τα παιδιά σου, σύρε, ελέγαν οι σκληροί» και καταδίκασε τη στάση ορισμένων αριστοκρατικών κύκλων κατά της ελληνικής επανάστασης στη «Γυναίκα της Ζάκυθος». Ύμνησε το Χρέος προς την πατρίδα που έφτανε μέχρι και την αυτοθυσία των Ελλήνων αγωνιστών με κορύφωση την Έξοδο των Μεσολογγιτών κατά τη πολιορκία τους από τους Τούρκους στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους». Τργούδησε τη γενναιότητα μεμονωμένων ηρώων «Ωδή στο Μάρκο Μπότσαρη», «εις θάνατο λόρδου Μπάυρον». Έγραψε για τις απογοητεύσεις του λαού, όταν προδίδονται οι αγώνες τους αλλά και τις ευθύνες τους γι αυτό «λαέ μου ευκολόπιστε και πάντα προδομένε» και δεν διαχώρισε το εθνικό από την αλήθεια όπως επί λέξει έγραψε « Το έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικό  ότι είναι αληθές».
Ο Σολωμός ύμνησε την ελευθερία σε διάφορες μορφές της, που λίγες δεκαετίες προηγουμένως η Γαλλική Επανάσταση την είχε κάνει λάβαρο. Καταφύγιο για τον άνθρωπο που δοκιμάζεται από εξωτερικούς εχθρούς πίστευε ότι είναι η ηθική ελευθερία του, το ελεύθερο φρόνημα, που δεν μπορεί κανείς να το απειλήσει. Κατάλαβε επίσης ότι η εθνική ελευθερία πρέπει να συνοδεύεται κι απ’ την πνευματική ελευθερία δηλαδή να μπορεί το έθνος όχι μόνο να εκφράζεται αλλά και να γράφει στην ομιλούμενη γλώσσα του. Έτσι στο «Διάλογο» καταδικάζει τους αρχαϊζοντες και τη διγλωσσία που ήθελαν επιβάλλουν στο ελληνικό έθνος τότε. Ειπώθηκε ότι ο Σολωμός «έσωσε» την Επανάσταση προβάλλοντας τους πόθους και τα οράματα του επαναστατημένου ελληνικού έθνους κι εξαγνίζοντας την έτσι από τους εμφύλιους σπαραγμούς που κάποιοι προκάλεσαν –τη στιγμή που πολεμούσαν τον Τούρκο- εν όψει της κατοχής της μελλοντικής πολιτικής εξουσίας. Τελικά πόσοι άλλοι λαοί λοιπόν στη γη ευτύχησαν να έχουν έναν τόσο μεγάλο ποιητή να αποδώσει ποιητικά την εθνικοαπελευθερωτική τους επανάσταση την ώρα που αυτή ξεσπούσε;
Βέβαια υπάρχουν κι εκείνοι που κατηγόρησαν τον ποιητή γιατί δεν πήγε να πολεμήσει στην Επανάσταση ή γιατί δεν επισκέφτηκε ποτέ την Ελλάδα, αμφισβητώντας έμμεσα κάτι από τον πατριωτισμό του. Ο Ελύτης πάνω σ’ αυτό απάντησε «ο καθείς πολεμά με τα όπλα του. Τι  θα κέρδιζε περισσότερο το έθνος, αν είχε έναν επιπλέον στρατιώτη ή καλύτερα που έχει τον εθνικό του ποιητή;»  Όσο για τη δεύτερη κατηγορία, κατά τη γνώμη μου, φαίνεται ότι ως γνήσιος ρομαντικός ποιητής κι ιδεαλιστής είχε πολύ υψηλά μέσα του την εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων για να συμβιβαστεί αργότερα με ό,τι επεβλήθη στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος υπό το Βαυαρό βασιλέα Όθωνα.
Γενικά ήταν ασυμβίβαστος με την υποτέλεια των λαών. Γράφει στον Ύμνο της Ελευθερίας
εφωνάξανε ως τ’ αστέρια:
του Ιονίου και τα νησιά
....................................
....................................
μ’ όλο που ‘ναι αλυσωδεμένο
το καθένα τεχνικά,
και εις το μέτωπο γραμμένο
έχει, Ψ ε ύ τ ρ α  Ε λ ε υ θ ε ρ ι ά.

Η διαφωνία του Σολωμού στην Αγγλοκρατία της Επτανήσου, φαίνεται από τους παραπάνω στίχους αλλά κι από την υπογραφή του στο Ψήφισμα κατά της αυταρχικής αγγλικής διοίκησης επί αρμοστή Μαίτλαντ που συντάχθηκε το 1821 στα Επτάνησα στον απόηχο της Ελληνικής Επανάστασης[3].  

          Αυτό που πρέπει να τονιστεί επίσης είναι ότι ο Σολωμός δεν γράφει πατριωτική ποίηση με τη στενή σημασία των λέξεων. Κι ενώ γράφει εθνική ποίηση σε μια εποχή πατριωτικού πυρετού δεν παρασύρεται σε εθνικιστικές κορώνες. «Ο Σολωμός δε εσυνήθιζε να θεατρινίζει τα πατριωτικά του αισθήματα» γράφει ο Πολυλάς. Ακόμα  η Μαρία Δεληβοριά στη μελέτη της για τη «η Γυναίκα της Ζάκυθος» τονίζει ότι  ο οποιητής καταφέρνει  από το μερικό να αναχθεί στο γενικό και η ποίηση του να αποκτήσει οικουμενική διάσταση. Ορμώμενος  από το συγκεκριμένο τοπικό γεγονός της πολιορκίας του Μεσολογγίου  καταφέρνει από το τοπικό να αναχθεί στο εθνικό κι από το εθνικό στο οικουμενικό. Οι Μεσολογγίτες γίνονται σύμβολο όλων των ελεύθερων πολιορκημένων επί της γης,   ο Σουλιώτης που αντιστέκεται  στους Τούρκους παραπέμπει στο χρέος του πατριώτη προς τη σκλαβωμένη πατρίδα του, και γενικότερα πολλοί στίχοι έχουν τέτοια συμπύκνωση νοημάτων που καθιστούν το σολωμικό έργο, έργο με οικουμενική διάσταση. Γράφει «γλυκιά η ζωή κι ο θάνατος μαυρίλα»  ή «ολίγο φως και μακρινό σε μέγα σκότος κι έρμο»;....» ή «Δεν το ‘λπιζα να ‘ν’ η ζωή μέγα καλό και πρώτο»!
Τέτοιας ποιότητας στίχοι χάρισαν στο Σολωμό κι έναν άλλο τιμητικό χαρακτηρισμό ως κατ΄εξοχήν ποιητή-στοχαστή.
Απαγγέλεται «η καταστροφή των Ψαρρών»
Ακούγονται 2 διαφορετικές μελοποιήσεις του Εθνικού ύμνου από τον Ν. Χαλικιόπουλο-Μάντζαρο πριν καταλήξει στην οριστική μελοποίηση του, όπως τη γνωρίζουμε. 

3. Δ. Σολωμός, ο ποιητής- στοχαστής:

Υπάρχουν στίχοι μέσα στα έργα του Σολωμού αποκομμένοι από τους άλλους, χωρίς συνοχή αλλά μπορούν να σταθούν μόνοι τους, σαν ρητά, χωρίς να χάνουν το νόημα τους, γιατί εκφράζουν ατόφιο στοχασμό. Βέβαια δείγματα τέτοιου είδους  στίχων είχε δώσει ο γερμανικός ρομαντισμός,  όταν η ποίηση συνάντησε τη φιλοσοφία στα έργα του Χαίντερλιν,  Φρ. Σλέγκελ κι άλλων. Κι ο Σολωμός θέλησε αλλά και μπόρεσε η νέα ελληνική ποίηση να συμπορευθεί με την ποιότητα της ευρωπαϊκής ποίησης. «Αποστάγματα σοφίας κι αισθητικής» τους χαρακτηρίζει ο καθηγητής Δημηρούλης, ο οποίος συνεχίζει «η ελληνική γλώσσα βρήκε την πιο καλή της ώρα στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα δημιουργώντας υψηλή ποίηση. Ελληνική γλώσσα και ποίηση συναντήθηκαν με ένα θυελλώδη και συναρπαστικό τρόπο μέσα στο έργο του Σολωμού». Η συμπύκνωση των ιδεών, ο φιλοσοφικός στοχασμός, η ποιητική φαντασία, η εκφραστική τελειότητα, όλα αυτά βρίσκονται εδώ σε αγαστή σύμπνοια.
Λίγα δείγματα της γραφής αυτής:
Από το επίγραμμα «προς Επτανησίους»
Δυστυχισμένε μου λαέ, καλέ κι αγαπημένε,
Πάντοτ’ ευκολόπιστε και πάντα προδομένε.

 Ή από τον «Πόρφυρα», όταν ο νέος βρίσκεται ξαφνικά αντιμέτωπος με τον καρχαρία που απειλεί τη ζωή του  
Ελπίδα, τον αγκάλιασες και του κρυφομιλούσες
Και του σφιχτόδεσες το νου μ’όλα τα μάγια πόχεις.
Νιος κόσμος δόξας και χαράς ανθίζει στην ψυχή του
Ή με παραλλαγή του τελευταίου στίχου
Νιος κόσμος όμορφος κόσμος παντού χαράς και καλοσύνης

Και πιο κάτω
άστραψε φως και γνώρισε ο νιος τον εαυτό του
....................................................................
Ή στη Φαρμακωμένη στον Άδη
όνειρο κοντό για μένα, νιότη, αγάπη και ζωή
όλα ονείρατα στον κόσμο, ναι, κι ο θάνατος τα λυεί


από τους Ελεύθερους Πολιορκημένους:
Ένας στίχος είναι αρκετός να πει πολλά
πάντ’ ανοιχτά, πάντ’ άγρυπνα, τα μάτια της ψυχής μου
...........................................................................
η δύναμη σου πέλαγο, η θέληση μου βράχος
...............................................................
Κι άνθιζε μέσα μου η ζωή μ’ όλα τα πλούτια πόχει
................................................................................
Μάγεμα η φύση κι όνειρο στην ομορφιά και χάρη
................................................................................
πολλοί ‘ν οι δρόμοι που ’χει ο νους

ή όταν τονίζει τη ζωή που  συνεχίζεται με τις ομορφιές της παρόλο που ο πόλεμος δεν έχει τελειώσει, όλα συνυπάρχουν παράλληλα μέσα στη ζωή!
δεν τους βαραίνει ο πόλεμος, αλλ’έγινε πνοή τους
...........................κι εμπόδισμα δεν είναι
στες κορασιές να τραγουδούν και στα παιδιά να παίζουν
......................................................
και στίχοι σκόρπιοι: για τα χρώματα του δειλινού
 οπού δεν έχουν όνομα κι έχουν περίσσια χάρη.

Ή για τη φευγαλέα εικόνα μιας γυναικείας μορφής καθώς φυσά ο άνεμος
Τα φορέματα εσφυρίζαν/ και τα ξέπλεκα μαλλιά

Ή για την αξία της υπομονής
μεγάλο πράγμα η υπομονή.................
αχ, μας την έπεμψε ο Θεός, κλει θησαυρούς κι εκείνη

Η αίγλη που χάρισε στο Σολωμό ο χαρακτηρισμός του ως εθνικός ποιητής επισκίασε την πραγματική ποιητική του υπόσταση, ώστε οι περισσοτέροι να περιοριστούν στον  «πατριωτικό», «ηρωϊκό» Σολωμό αφήνοντας κατά μέρος τον στοχαζόμενο ποιητή.

4.ο Σολωμός ο πρώτος Ευρωπαίος Έλληνας ποιητής

Εχει αναφερθεί επανειλημμένα ότι ο  Σολωμός θεμελίωσε εθνική ελληνική ποίηση αφομοιώνοντας δημιουργικά στοιχεία από την ευρωπαϊκή ποίηση της εποχής του. Τα κυρίαρχα καλλιτεχνικά ρεύματα κατά τον 19ο αιώνα στην Ευρώπη ήταν ο κλασσικισμός και ο ρομαντισμός, τα οποία όμως έφθιναν, ο μεν πρώτος σε έναν στείρο κλασσικισμό, ο δε δεύτερος σε μια αφελή αισθηματική και με βίαια πάθη ποίηση. Όσον αφορά το ρομαντισμό ο Σολωμός στην αρχή  επηρεάστηκε από τον αγγλικό ρομαντισμό με τα βίαια πάθη που έκφραζε -στο έργο του «ο Λάμπρος»- τον οποίο εγκατέλειψε γρήγορα όμως. Στη συνέχεια στράφηκε  στο γερμανικό ρομαντισμό, ο οποίος κάτω από την επίδραση της φιλοσοφίας του γερμανικού ιδεαλισμού είχε ανανεωθεί αποκτώντας ιδιαίτερα γνωρίσματα και δίνοντας έργα μεγάλης πνοής μέσα από την ποίηση του Χαίντερλινγκ, Σίλλερ, Φρ.Σλέγκελ, Νοβάλις κι άλλων.
Ο Σολωμός δεν ήταν παθητικός δέκτης ξένων επιδράσεων όμως, αλλά επέλεγε τα στοιχεία εκείνα από την ευρωπαϊκή ποίηση που ήταν πρόσφορα για να δημιουργήσει ο ίδιος εθνική ελληνική ποίηση. Κρατάει  αποστάσεις από τον κλασσικισμό, απορρίπτει τον αγγλικό ρομαντισμό αφού δεν μένει ικανοποιημένος από το έργο του «ο Λάμπρος» το οποίο χαρακτηρίζει ως απόσπασμα του έργου και στρέφεται προς  το γερμανικό ρομαντισμό τον οποίο μελετά μέσα από δυσκολίες επιστρατεύοντας φίλους να του μεταφράζουν έργα από τα γερμανικά. Το αποτέλεσμα ήταν να δημιουργήσει ο ίδιος έργα ισάξια του ευρωπαϊκού ρομαντισμού κι αυτό φαίνεται από την αντοχή τους στο χρόνο. Δεν είναι τυχαίο ότι 200 σχεδόν χρόνια μετά τη δημιουργία του έργου του,  το ενδιαφέρον για το σολωμικό έργο διατηρείται αμείωτο όχι μόνο από Έλληνες νεοελληνιστές αλλά κι από  ξένους όπως τους καθηγητές  Mackridge του πανεπιστημίου της Οξφόρδης, τoν Coutelle του πανεπιστημίου της Προβηγκίας κι άλλους.   
Ο Σολωμός, θα έλεγα, αν και κατοικούσε σε ένα μικρό νησί των Επτανήσων, βρισκόταν πάντα μέσα στις ευρωπαϊκές πνευματικές εξελίξεις κι ιδιαίτερα της ποίησης και φιλοσοφίας. Παρακολουθούσε από κοντά τις πνευματικές εξελίξεις της εποχής του, χάρη στην παιδεία, το ποιητικό ταλέντο του και τη βαθιά συναίσθηση που είχε ως Έλληνας. Προσπαθούσε πάντα για το καλύτερο όχι μόνο για τον εαυτό του αλλά και για την πατρίδα του. Ο στόχος του να γράψει ένα νέο είδος ποίησης που θα συνέθετε τον κλασσικισμό και το ρομαντισμό, ένα είδος «μιχτό αλλά νόμιμο», όπως έλεγε, πήγαζε από τον προβληματισμό κι άλλων ευρωπαίων ποιητών και στοχαστών οι οποίοι έβλεπαν την φθίνουσα πορεία που ακολουθούσαν τα δυο αυτά ρεύματα.
Ο Σολωμός ήταν ο πρώτος Έλληνας Ευρωπαίος ποιητής, γονιμοποιώντας δημιουργικά στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα την ελληνική ποίηση με ότι καλύτερο είχε να παρουσιάσει τότε η ευρωπαϊκή ποίηση. Και δεν είναι τυχαίο ότι ηγήθηκε μιας ολόκληρης λογοτεχνικής σχολής, της Επτανησιακής, την οποία σημάδεψε κι ανέδειξε με το έργο του.  Έπρεπε να περάσουν περίπου 100 χρόνια για να εμφανιστεί μια άλλη γενιά στην ελληνική ποίηση, η γενιά του 1930, που μπόλιασε κι αυτή την εθνική μας ποίηση με το ευρωπαϊκό κίνημα του μοντερνισμού και να αποδεχτούμε τελικά ότι η Ελλάδα είναι και Ανατολή και Δύση και οι πολιτιστικές επιρροές μεταξύ τους αναμενόμενες και αναγκαίες! Τελικά ο Διονύσιος Σολωμός είναι και Εθνικός και Ευρωπαίος ποιητής  χωρίς το ένα να αναιρεί το άλλο!
 
5.Γιατί ο Σολωμός άφησε ανολοκλήρωτα τα σπουδαιότερα έργα του;

    Η αποσπασματικότητα του ώριμου σολωμικού έργου απασχόλησε όλους τους μελετητές του. Και το παράξενο είναι ότι όσο σπουδαιότερο κρίνεται ένα έργο του τόσο περισσότερο βρίσκεται σε αποσπασματική μορφή, όπως οι «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι». Στην αρχή προσπάθησαν να ερμηνεύσουν την κατάσταση αυτή είτε με βιογραφικά στοιχεία του ποιητή είτε με ψυχολογικά είτε με γλωσσικά. Αιτία που άφησε ο ποιητής τα ώριμα έργα του χωρίς να τα ολοκληρώσει δίνοντας στίχους ή ενότητες στίχων χωρίς συνοχή μεταξύ τους ήταν η δίκη με τον ετεροθαλή αδελφό του που τον ταλάνισε ψυχικά ή ο θρυλούμενος αλκοολισμός της ώριμης ηλικίας του ή η παραίτηση του λόγω απογοήτευσης από τη μεγάλη προσπάθεια του ή ακόμα η ανεπάρκεια της δημοτικής γλώσσας ή κι η γλωσσική ανεπάρκεια του ίδιου του ποιητή. Μεταξύ αυτών υποστηρίχθηκε ακόμη (από Ντίνο Κονόμο) ότι πολλά χειρόγραφα του ποιητή εκλάπησαν μετά το θάνατο του  γιατί κάποιοι δεν ήθελαν να έλθουν στο φως κάποια στοιχεία –μη ξεχνάμε ότι πολλά εθνικά θέματα ήταν ακόμα υπό διαμόρφωση- Οι ερμηνείες αυτές δεν άντεξαν στο χρόνο λόγω του εμπειρισμού τους με τον οποίο αντιμετώπισαν το θέμα.

Προς τα τέλη του 20ου αιώνα ο Γ. Βελουδής, καθηγητής της Νεοελληνικής και Συγκριτικής Γραμματολογίας στο Πανεπιστήμιο των Ιωαννίνων και σολωμιστής, στη μελέτη του για τις γερμανικές πηγές του σολωμικού έργου, δίνει τη δική του επιστημονική ιστορικογραμματολογική ερμηνεία.  Συνδέει την αποσπασματικότητα του ώριμου σολωμικού έργου με τη ρομαντική αισθητική του 19ο αιώνα και το στόχο του Σολωμού να γράψει ένα νέο είδος ποίησης «μιχτό αλλά νόμιμο» όπως το χαρακτήριζε. Αυτό το νέο είδος ποίησης που δεν θα ήταν ούτε κλασσική ούτε ρομαντική, αποτελούσε μια από τις κεντρικότερες αισθητικές αρχές του γερμανικού ρομαντισμού. Επηρεασμένοι από τη σύγχρονη φιλοσοφία του Έγελου και τη θεωρία του για τη διαδικασία της εξέλιξης μέσα από το σχήμα θέση-αντίθεση-σύνθεση, ο Σολωμός όπως και άλλοι ρομαντικοί πίστευαν ότι η σύνθεση του νέου είδους ποίησης θα προέλθει από τη πρόσμειξη κλασσικισμού και ρομαντισμού, κάτι βέβαια που δεν επετεύχθη ποτέ  από κανέναν ποιητή.
Σύμφωνα με τον Βελουδή «ο Σολωμός δεν μπόρεσε να συλλάβει την ιστορική διάσταση (που έθετε η εποχή του) για ένα νέο είδος ποίησης[4] και επιχείρησε να επιβάλλει μια ατομική λύση σε ένα πρόβλημα υπερατομικό» κι ενώ προσπαθεί να συνταιριάξει κλασσικά και ρομαντικά στοιχεία μέσα στο έργο του τελικά κλίνει υπέρ των ρομαντικών. Κι άλλοι μελετητές του σολωμικού έργου, όπως ο Δ. Δημηρούλης  συνέδεσαν την αποσπασματικότητα αυτή με την αισθητική πάλη ανάμεσα στα δυο είδη του κλασσικισμού και του ρομαντισμού που θέλησε ο ποιητής να συνθέσει σε ένα νέο είδος «μιχτό αλλά νόμιμο». Κι αυτή η προσπάθεια η αδύνατη εσύντριψε τον ποιητή μη καταφέρνοντας να δώσει ολοκληρωμένα ποιήματα αλλά κατά τη συντριβή του πρόλαβε να δώσει αποσπάσματα υψηλής ποίησης που του χάρισαν όμως την αθανασία!

Τα σολωμικά όμως ποιητικά αποσπάσματα διαφέρουν από τα γνωστά αποσπάσματα αρχαίων έργων, τα οποία διασώθηκαν ως τμήματα ενός συνολικού έργου που έχει χαθεί κι ακόμα από τα αποσπάσματα έργων που ο συγγραφέας τους δεν πρόλαβε ή δεν θέλησε να τελειώσει. Τα ρομαντικά αποσπάσματα γράφτηκαν έτσι με τη θέληση των ρομαντικών ποιητών, προορισμένα από την αρχή να μείνουν ως αποσπάσματα. Ο Σολωμός επηρεάστηκε από τον ποιητή Χαίντερλιν, όπου χαρακτηρίζεται δεξιοτέχνης της αποσπασματικής γραφής κι από θεωρητικούς και ποιητές, όπως το Φρειδερίκο  Σλέγκελ και το Νοβάλις, όπου ο φιλοσοφικός στοχασμός  συναντά τη λογοτεχνία, κι από τον Σίλλερ όπου συνενώνει την Αισθητική με την Ηθική.
Σύμφωνα δε με τους θεωρητικούς της σχολής της Ιένας (αδελφοί Σλέγκελ, Νοβάλις...)  ο ρομαντικός καλλιτέχνης  δεν μπορεί πια να εκφράσει την κλασσική αρμονία του Κόσμου την οποία είδαν κι έκφρασαν οι αρχαίοι δίνοντας έτσι  αρμονικά ολοκληρωμένα έργα. Στη δική τους  εποχή τους λόγω των επιστημονικών και κοινωνικών εξελίξεων, οι ρομαντικοί  έβλεπαν ότι αυτή η αρμονία του Κόσμου έχει σπάσει. Ένα μυστηριώδες Σύμπαν περιβάλλει τον Κόσμο που γίνεται πιο χαοτικός, καθώς όλα  ευρίσκονται σε διαρκή εξέλιξη. Επομένως ο ρομαντικός καλλιτέχνης μπορεί να συλλάβει μόνο ένα απόσπασμα από την ομορφιά αυτού του Κόσμου. Η διαδικασία της καλλιτεχνικής  δημιουργίας κι όχι το τελειωμένο δημιούργημα ενδιαφέρει τώρα τον ρομαντικό ποιητή, διότι η αληθινή ουσία του είναι ότι αυτό δεν «τελειώνεται» ποτέ αλλά διαρκώς βρίσκεται σε εξέλιξη, «εν τω γίγνεσθαι». Η αισθητική συγκίνηση είναι μεγαλύτερη στο ατελείωτο έργο παρά στο τελειωμένο, αφού το ατελές  τείνει προς το ιδανικό της τελειότητας, η οποία τελικά είναι άπιαστη!  Το ρομαντικό έργο ήταν το μέρος ενός όλου, το οποίο μπορούσε να εκφραστεί  στις σπάνιες στιγμές σύλληψης του από τον καλλιτέχνη. 
Και είναι γεγονός επίσης ότι η ολοκλήρωση  ποιημάτων, δεν εξασφαλίζει πάντα την ποιότητα της ποιητικής γραφής, γι αυτό ο Σολωμός προκαλεί το ενδιαφέρον έστω και με τα ανολοκλήρωτα έργα του.

Απαγγέλεται από τον Κρητικό οι στίχοι 24-48 από το 5ο μέρος του ποιήματος στο οποίο ο ποιητής συγκρίνοντας τον άγνωστο, ανήκουστο γλυκύτατο ήχο που ακούει ο Κρητικός με τους πιο όμορφους γνωστούς ήχους επί γης, (κελάιδισμα  πουλιού, μελωδία μουσικής, ερωτικό τραγούδι), εκφράζει όλο το λυρισμό του μέσα από πλήθος εικόνων και πολλών άλλων σχημάτων λόγου!

Ηχός, γλυκύτατος ηχός, οπού με προβοδούσε.
Δεν είναι κορασιάς φωνή στα δάση που φουντώνουν,
Και βγαίνει τ’ άστρο του βραδιού και τα νερά θολώνουν,
Και τον κρυφό της έρωτα της φύσης τραγουδάει,
Του δέντρου και του λουλουδιού πού ανοίγει και λυγάει·

Δεν είν’ αηδόνι κρητικό, που παίρνει τη λαλιά του
Σε ψηλούς βράχους κι άγριους όπ’ έχει τη φωλιά του,
Κι αντιβουίζει ολονυχτίς από πολλή γλυκάδα
Η θάλασσα πολύ μακριά, πολύ μακριά η πεδιάδα,
Ώστε που πρόβαλε η αυγή και έλιωσαν τ’ αστέρια,
Κι ακούει κι αυτή και πέφτουν της τα ρόδα από τα χέρια

Δεν είν’ φιαμπόλι το γλυκό, οπού τα’ αγρίκαα μόνος
Στον Ψηλορείτη όπου συχνά μ’ ετράβουνεν ο πόνος
Κι έβλεπα τ’ άστρο τ’ ουρανού μεσουρανίς να λάμπει
Και του γελούσαν τα βουνά, τα πέλαγα κι οι κάμποι·
Κι ετάραζε τα σπλάχνα μου ελευθερίας ελπίδα
Κι' έφώναζα: «ώ θεϊκιά κι όλη αίματα Πατρίδα!»
Κι άπλωνα κλαίοντας κατ’ αυτή τα χέρια με καμάρι·
Καλή ‘ν’ η μαύρη πέτρα της και το ξερό χορτάρι.

Λαλούμενο, πουλί, φωνή, δεν είναι να ταιριάζει,
Ίσως δε σώζεται στη γη ήχος που να του μοιάζει
Δεν είναι λόγια· ήχος λεπτός ... ...

Δεν ήθελε τον ξαναπεί ο αντίλαλος κοντά του.
Αν είν’ δεν ήξερα κοντά, αν έρχονται από πέρα·
Σαν του Μαϊού τες ευωδιές γιόμιζαν τον αέρα,.
Λίγοι στίχοι για την ομορφιά όλης της φύσης: γη, θάλασσα, ουρανός, σε όλη τη χρονική διάρκεια, με πλήθος λεπτομερειών!

Το έργο «Η Γυναίκα της Ζάκυθος» παρουσιάζεται χωριστά στην ιστοσελίδα μου βλέπε neaanagnosi@blogspot.gr που στηρίζεται στην ανάγνωση του δοκιμίου της Μαρίας Δεληβοριά «Δ. Σολωμός, η Γυναίκα της Ζάκυθος».

Γ! Η ΠΡΟΣΛΗΨΗ ΤΟΥ ΣΟΛΩΜΙΚΟΥ ΕΡΓΟΥ 200 χρόνια τώρα.
(Ενδιαφέρον και διαμάχες γύρω από αυτό)

     Το ενδιαφέρον για το σολωμικό έργο είναι διαρκές κι έντονο από τη στιγμή της πρώτης έκδοσης του «Ύμνος στην Ελευθερία» το 1823, ενώ τότε γράφονται και οι πρώτες κριτικές του  από τους Σπύρο Τρικούπη και Γ. Ψύλλα, οι οποίοι διαβλέπουν σε αυτόν τον εθνικό ποιητή της Νεώτερης Ελλάδας. Στη συνέχεια ο κριτικός κι εκδότης του σολωμικού έργου Ιάκωβος Πολυλάς τον ανακηρύσσει εθνικό ποιητή, χαρακτηρισμό που επαναλαμβάνει κι ο Επτανήσιος ποιητής Ιούλιος Τυπάλδος σε μελέτη του στην οποία διατυπώνει τα στοιχεία εκείνα που συνθέτουν εθνική ποίηση.
Αντίθετα στο νεοσύστατο ελληνικό Βασίλειο δεν έχουν την ίδια άποψη.   Ο φαναριώτης ποιητής Αλέξανδρος Σούτσος στην έμμετρη «Επιστολή προς το Βασιλέα Όθωνα» που την απαγγέλλει άμα τη αφίξει του στο Ναύπλιο το Γενάρη του 1833 γράφει:
Εις τον ωραίον Βόσπορον, εις της Τρυφής τα στήθη,
Η ποίησις της νέας μας Ελλάδος εγεννήθη.
..............................................................
Ο Κάλβος και ο Σολωμός ωδοποιοί μεγάλοι
κι οι δυο παρημέλησαν της γλώσσης μας τα κάλλη.
Ιδέαι όμως πλούσιαι, πτωχά ενδεδυμέναι,
δεν είναι δι’ αιώνιον ζωήν προωρισμέναι.
Το νεοσύστατο Ελληνικό βασίλειο δεν μπορούσε να ανεχτεί τη δημοτική γλώσσα και τις ευρωπαϊκές επιρροές στο έργο του εθνικού ποιητή της Ελλάδας. Η «εθνική ιδεολογία», όπως διαμορφωνόταν τότε από την κυρίαρχη εξουσία είχε άλλους προσανατολισμούς και ήθελε έναν εθνικό ποιητή ταιριαστό με τα μέτρα της, εξ ου και η απόρριψη του.

Το ενδιαφέρον όμως για τον εθνικό ποιητή της Ελλάδας γίνεται εντονότατο μετά την έκδοση των Ευρισκομένων (Απάντων) του από τον Ιάκωβο Πολυλά το 1859 και διαρκεί μέχρι σήμερα. Οι σολωμιστές καθηγητές Γ. Βελουδής στο βιβλίο του «Ο Σολωμός των Ελλήνων» και ο Δ. Δημηρούλης στο βιβλίο του «Δ. Σολωμός, η ανατομία ενός εθνικού θρίλερ» παρέχουν αρκετές πληροφορίες για το ενδιαφέρον των μελετητών, εκδοτών  αλλά  κι ομοτέχνων ποιητών και διανοουμένων, που μερικές φορές έφτασε να  εκδηλωθεί  με τη μορφή οξύτατης διαμάχης μεταξύ των ενδιαφερομένων. Οι διαμάχες αυτές ξεπερνούν τις απλές φιλολογικές έριδες κι έχουν πολιτικοϊδεολογική βάση. Η εθνικοποίηση του Σολωμού επηρέασε την ερμηνεία των έργων του κι εμπόδισε την ουσιαστική-αισθητική πρόσληψη της ποίησης του, ώστε όλοι σχεδόν σήμερα να γνωρίζουν τον εθνικό ποιητή μας αλλά όχι τον ποιητή Σολωμό.
      Η πρώτη θεμελιώδης  διαμάχη ήταν μεταξύ του Λευκάδιου Σπύρου Ζαμπέλιου και του Κερκυραίου Ιάκωβου Πολυλά. Ο πρώτος κατηγορεί το Σολωμό για ξενόφερτη μεταφυσικομανία  που αλλοίωσε το ποιητικό του τάλαντο και τον απομάκρυνε από την ελληνική παράδοση, αρνούμενος να δεχτεί  κατα βάθος ξένες επιρροές και δη ευρωπαϊκές  στον εθνικό μας ποιητή. Ο Ζαμπέλιος ήταν αυτός που εισήγαγε το Βυζάντιο ως το μεσαίο κρίκο στην Εθνική μας Ιστορία, η οποία συνεχίζεται από την αρχαιότητα ως σήμερα, αδιάρρακτη, λέει, καθώς και την ιδέα της εθνοθρησκείας (Έλληνες χριστιανοί Ορθόδοξοι). Αντίθετα ο Πολυλάς, θεμελιωτής της σύγχρονης λογοτεχνικής κριτικής,  θεωρεί τη στροφή του Σολωμού στη φιλοσοφία και στην αισθητική του γερμανικού ρομαντισμού ως απόδειξη της ποιητικής ωριμότητας του, που του άνοιξε νέον ορίζοντα στην Ποιητική για την κατάκτηση μιας καινούργιας ποιητικής γλώσσας. Τελικά η διαμάχη αυτή σηματοδοτεί την αντιπαράθεση μεταξύ των δυο μερίδων της ελληνικής διανόησης γύρω από το χαρακτήρα της υπ’ ίδρυσιν εθνικής λογοτεχνίας μας κι ακόμα γύρω από το περιεχόμενο της εθνικής ιδεολογίας μας.
 
        Άλλη διαμάχη ξεσπά τον 20ο αιώνα μεταξύ των φιλολόγων και σολωμιστών Γιάννη Αποστολάκη και Κώστα Βάρναλη. Ο Αποστολάκης το 1923, ένα χρόνο μετά τη Μικρασιατική καταστροφή, στο έργο του «η Ποίηση στη ζωή μας» προβάλλει έναν «ηρωϊκό» Σολωμό  αποκομμένον από τις ιστορικές συνθήκες της εποχής του. Ο Βάρναλης του απαντά το 1925 με το έργο του «ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική» εντάσσοντας το σολωμικό έργο στις ιστορικές και αισθητικές συνθήκες της εποχής του και παρουσιάζοντας όψεις και φωτοσκιάσεις της πνευματικής του εξέλιξης. Η διαμάχη αυτή προμηνύει τις τάσεις που διαμορφώνονταν μέσα στην νεοϊδρυθείσα επιστήμη της Νεοελληνικής Φιλολογίας στην Ελλάδα. (Ο Αποστολάκης καταλαμβάνει την πρώτη έδρα της στο νεοϊδρυθέν πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης, το 1926, ενώ ο Βάρναλης με μεταπτυχιακό στη Νεοελληνική φιλολογία στο Παρίσι απολύεται από τη Μαράσλειο Παιδαγωγική Ακαδημία.) Επιπλέον η διαμάχη αυτή σηματοδοτεί την έναρξη μιας διαφορετικής πρόσληψης του εθνικού ποιητή μας από τη Δεξιά  κι απ’ την Αριστερά.
Στη συνέχεια η γενιά του 1930 δεν αμφισβητεί την αξία του Σολωμού αλλά εξαίρει όμως το έργο του Αντρέα Κάλβου.
        Οι διαμάχες συνεχίζονται αργότερα  μεταξύ των εκδοτών τώρα του σολωμικού έργου. Γνωστή είναι η διαμάχη μεταξύ των καθηγητών του Πανεπιστημίου Αθήνας Τωμαδάκη και Πανεπιστημίου Θεσ/κης του Λίνου Πολίτη, όταν προέκυψε η ανάγκη έκδοσης των Απάντων του Σολωμού μετά τη δημοσιοποίηση το 1927 του έργου  «η Γυναίκα της Ζάκυθος» και ιταλικών έργων του που δεν είχαν συμπεριληφθεί στην πρώτη και μοναδική ως τότε έκδοση του Πολυλά.
       Η σημερινή διαμάχη μεταξύ σολωμιστών έχει μετατοπιστεί ανάμεσα σε Αναλυτικούς και Συνθετικούς μελετητές κι εκδότες. Οι Αναλυτικοί πιστεύουν ότι με η πιστή αναπαραγωγή της μορφής των καταλοίπων από τα έργα του Σολωμού θα τους βοηθήσει να αναδείξουν τον πραγματικό Σολωμό. Αντίθετα οι Συνθετικοί πιστεύουν ότι χωρίς να παραμελείται η φιλολογική/γραμματική ανάγνωση πρέπει να δοθεί έμφαση  στην ερμηνευτική ανάγνωση για να δώσει μια εκδοχή του σολωμικού έργου με νόημα και συνοχή. Μια τέτοια ανάγνωση όμως κρύβει αυθαιρεσίες κατά τους Αναλυτικούς. Παραδείγματα των δυο αυτών θεωρήσεων αποτελούν  η έκδοση για τη « η Γυναίκα της Ζάκυθος» της Ελένης Τσαντσάνογλου από τη Αναλυτική σχολή και η έκδοση των Απάντων του Σολωμού από το Στυλιανό Αλεξίου της Συνθετικής σχολής.
  
Το ενδιαφέρον για την ποίηση του Σολωμού, απασχόλησε και ξένους μελετητές.Αρχικά  τους νεοελληνιστές καθηγητές Λεγκράντ και Περνώ στην πρώτη έδρα Νεοελληνικής Φιλολογίας που ιδρύθηκε στο Παρίσι όμως στα τέλη 19ο. Σήμερα ξεχωρίζουν οι μελέτες ξένων σολωμιστών όπως του Άγγλου   Peter Macridge, του Γάλλου Louis Coutelle, του Ιταλού Βιτσέντσο Ρότολο.

Κλείνοντας θα πρέπει να αναφερθούμε και σε ένα άλλο παράδοξο που σχετίζεται με την αναγνώριση του Δ. Σολωμού ως εθνικού ποιητή της Ελλάδας. Ενώ σ’ όλες τις ευρωπαϊκές χώρες έχει αναγνωριστεί από ένας εθνικός ποιητής στην κάθε εθνική λογοτεχνία, στην Ελλάδα ο τίτλος αυτός έχει δοθεί μονιμότερα ή περιστασιακά και σε άλλους ποιητές, συνολικά 22 τον αριθμό[5] και τα κριτήρια ανακήρυξης τους σε εθνικούς ποιητές δεν ήταν πάντα τα ίδια για όλους! Ο κριτικός Γ. Σαββίδης σε άρθρο του στο περιοδικό Ταχυδρόμος για το «Άξιον εστί» του Ελύτη, το 1960 παρουσιάζει ως γνήσιους  εθνικούς ποιητές της Ελλάδας τους Σολωμό, Κάλβο, Βαλαωρίτη, Παλαμά, Καβάφη, Σικελιανό, Σεφέρη κι Οδυσσέα Ελύτη. Γιατί λοιπόν τόσος  συνωστισμός  ποιητών στη διεκδίκηση του εθνικού τίτλου; Δεν θα σταθώ σε λεπτομέρειες που σε κάνουν να απορείς και να ντρέπεσαι ακόμα με αυτή την εθνική ασυννενοησία μας, το βέβαιο όμως είναι ότι ο Σολωμός είναι ο μόνο γνήσιος εθνικός ποιητής μας, διότι εκτός από την εθνική συνείδηση που έκφρασε –την οποία σε άλλες στιγμές έκφρασαν και οι άλλοι ποιητές μας- χάραξε όμως και την πορεία που θα ακολουθούσε στη γλώσσα η υπό ίδρυση εθνική μας λογοτεχνία στις αρχές του 19ου αιώνα, ενώ όλοι οι άλλοι έπονται χρονικά.

Δ. ΟΙ  ΕΚΔΟΣΕΙΣ  του σολωμικού έργου

Η κατάσταση στην οποία βρέθηκαν τα χειρόγραφα του Δ. Σολωμού μετά το θάνατο του δυσκόλευσαν και δυσκολεύουν ακόμα όποιον επιθυμήσει να προβεί σε έκδοση των Απάντων του ποιητή. Ο Σολωμός δεν φρόντισε όσο ζούσε να τακτοποιήσει το αρχείο του.  Δούλευε και ξαναδούλευε τα γραπτά του, διόρθωνε τους στίχους του, κρατούσε σημειώσεις στο περιθώριο των τετραδίων του, έγραφε παραλλαγές των στίχων του, έκανε Σχεδιάσματα ποιημάτων, έτσι ώστε μετά το θάνατο του να βρεθούν  τα χειρόγραφα του κακογραμμένα, ανορθόγραφα και σκόρπια,  αφού ο ίδιος δεν είχε φροντίσει να βάλει σε τάξη και  να εκδόσει το έργο του, όσο ζούσε. Αυτά είναι τα «Ευρισκόμενα», όπως τα ονόμασε ο Πολυλάς που αποτέλεσαν το πυρήνα των Απάντων του Σολωμού ή τα λεγόμενα «Αυτόγραφα Έργα»  κατά  Λίνο  Πολίτη που τα εξέδωσε το 1964, αποκαλύπτοντας έτσι στο ευρύ κοινό το πολυσυζητημένο, γεμάτο μυστήριο σολωμικό εργαστήρι.
Ο σολωμικός εκδότης είναι ένας τίτλος ζηλευτός, διότι αναλαμβάνει ένα δύσκολο έργο που απαιτεί γνώση, ευαισθησία αλλά και το ρίσκο να μη προδώσει το πνεύμα του ποιητή.  Η εκδοτική κειμένων σήμερα αποτελεί μια ιδιαίτερη επιστήμη που έχει διδαχτεί πολλά από την κριτική έκδοση των αρχαίων χειρογράφων και επιγραφών από τους πρώτους διδάξαντες κατά την ελληνιστική εποχή. Τη σχολή της Αλεξάνδρειας που δίνει προτεραιότητα στη φιλολογική/γραμματική ανάλυση κι αποκατάσταση του κειμένου κι από τη σχολή της Περγάμου που δίνει προτεραιότητα στην ερμηνεία του κειμένου χωρίς να αμελεί και τη φιλολογική ανάλυση. Οι Αναλυτικοί και οι Συνθετικοί  εκδότες  λοιπόν προσπαθούν σήμερα να εκδώσουν το σολωμικό έργο, οι με πρώτοι επηρεαζόμενοι από τη σχολή της Αλεξάνδρειας, οι δε δεύτεροι από τη σχολή της Περγάμου.

1.Η πρώτη έκδοση Πολυλά ήταν ένας ηράκλειος άθλος για την εποχή της. Ο Πολυλάς πάλεψε μόνος του σε όλα τα επίπεδα, φιλολογικό, ερμηνευτικό, εκδοτικό χωρίς να υπάρχουν τότε από την Πολιτεία οι  κατάλληλοι θεσμοί να μελετήσουν το σολωμικό έργο και να υποστηρίξουν την έκδοση του. Ο Πολυλάς θεωρείται ο μέγας αρχειοθέτης του σολωμικού έργου, όλοι οι άλλοι έπονται. Ο Πολυλάς ήταν το κατάλληλο πρόσωπο την κατάλληλη χρονική στιγμή για να αναλάβει την έκδοση του σολωμικού έργου. Πρώτα απ’ όλα ήταν ο αναντικατάστατος μάρτυρας της σολωμικής γραφής, διότι ήταν ο φίλος και ο λόγιος που συναναστρεφόταν καθημερινά το Σολωμό στην Κέρκυρα και γνώριζε από πρώτο χέρι πολλά μυστικά της σολωμικής γραφής. Έβαλε σε τάξη το ακατάστατο σολωμικό αρχείο, ταξινομώντας τα ποιήματα κατά χρονολογική σειρά, συγκρότησε από τους «σκόρπιους» στίχους ποιήματα δομώντας τα σε σχεδιάσματα με παραλλαγές  στίχων, με σχόλια και υπομνήματα διευκρίνισε τα κενά της σολωμικής γραφής και τελικά προέβη στην έκδοση τους.
Το έργο του ήταν πολύ δύσκολο. Δούλεψε κάτω από ασφυκτικές  ψυχολογικές κι ιδεολογικές πιέσεις, που του ασκούσαν το οικογενειακό περιβάλλον του ποιητή, οι φιλόδοξοι ανταγωνιστές του ποιητή (Βαλαωρίτης και Φαναριώτες ποιητές), οι δύσπιστοι αναγνώστες (Ζαμπέλιος…) και οι φίλοι κι οι θαυμαστές της σολωμικής ποίησης που περίμεναν χρόνια τώρα με αγωνία να δημοσιευτούν τα ποιήματα του ποιητή. Ο Σολωμός είχε συγκινήσει βαθύτατα το πανελλήνιο από τη στιγμή της δημοσίευσης του Εθνικού Ύμνου κι είχε αναγνωριστεί η αξία του κι από ευρωπαίους διανοούμενους. Η φήμη του μεγάλωνε περιμένοντας όλοι τη συνέχεια του ποιητικού του έργου. Οι υψηλές προσδοκίες λοιπόν και το μυστήριο τύλιγαν το σολωμικό έργο, όσο ο ποιητής δεν δημοσιοποιούσε τα  έργα του. 
Πάνω απ’ όλα όμως ο Πολυλάς γνώριζε ότι διαχειριζόταν ένα ποιητικό αρχείο που σχετιζόταν με εθνικά θέματα και μάλιστα σε μια εποχή που «κατασκευαζόταν» το ελληνικό κράτος και το οποίο αναζητούσε τα εθνικά του σύμβολα. Η δημιουργία μιας εθνικής ελληνικής ποίησης προσέδιδε κύρος στο νεοσύστατο κράτος αλλά γύρω από αυτή διακυβεύονταν αντιλήψεις γύρω από τη καθιέρωση της γλώσσας στη λογοτεχνία και το περιεχόμενο αυτής της ποίησης.  Η εξύμνηση μιας στείρας προγονολατρείας ερχόταν αντιμέτωπη με τη δημιουργική ζύμωση στοιχείων των προγόνων μας  με τη λαϊκή παράδοση και τις σύγχρονες ευρωπαϊκές ιδέες.
Ο Πολυλάς  άνθρωπος των Γραμμάτων με κριτικό και μεταφραστικό έργο και με πλούσια ανθρωπιστική παιδεία  κατάφερε να βάλει το σολωμικό έργο στη σωστή του διάσταση κι απογοήτευσε αφενός όσους κατηγορούσαν το Σολωμό ότι δεν είχε ποιητικό έργο αλλά κι όσους προσδοκούσαν πλήρες ολοκληρωμένο ποιητικό έργο. Δεν υποβάθμισε την αξία του Σολωμού-ποιητή, αντίθετα ανέδειξε την ποίηση του χωρίς να αποκρύψει τα κενά στο έργο του! Χωρίς τον Πολυλά δεν θα γνωρίζαμε τη σολωμική ποίηση, όπως την ξέρουμε κι ίσως να είχε χαθεί για πάντα.
 Ο Πολυλάς προσθέτοντας τα «Προλεγόμενα» ως Εισαγωγή στη έκδοση του Απάντων του Σολωμού, απέβλεπε αφενός στην πρόσληψη της σολωμικής ποίησης από το αναγνωστικό κοινό βοηθώντας το να κατανοήσει και να ερμηνεύσει το σολωμικό έργο. Αφετέρου έθεσε μια σειρά ερωτημάτων που απασχολούν μέχρι σήμερα  τις σολωμικές σπουδές μη αποκρύπτοντας τα φιλολογικά ζητήματα που προέκυπταν από το ίδιο το έργο. Ο Πολυλάς επινόησε μια δική του πρωτότυπη  κι ευέλικτη μέθοδο για την έκδοση του διαφοροποιούμενος από την παραδοσιακή κριτική μέθοδο έκδοσης των κλασσικών έργων, επειδή είχε αντιληφθεί τη φύση του σολωμικού έργου και τα νέα προβλήματα που αυτό έθετε. Έτσι μέσα σε δύο μόλις χρόνια κατάφερε να φέρει εις πέρας αυτό το τιτάνιο έργο της έκδοσης των Απάντων, εις το οποίο δεν περιλαμβάνει όμως τη «Γυναίκα της Ζάκυνθος», μάλλον υποκύπτοντας στις πιέσεις του αδελφού του Σολωμού, Δημητρίου, ο οποίος είχε ανέλθει στο ύπατο αξίωμα της Ιονίου Γερουσίας το 1850 επί Αγγλικής αρμοστείας, κάτι αντίστοιχο του σημερινού δοτού πρωθυπουργού.

2. Οι εκδόσεις από τον Λίνο Πολίτη: Ο Πολίτης μέντορα των σολωμιστών που προέρχονται από τη φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης εκδίδει σταδιακά:
Α. Δύο τόμους με τα ποιήματα και πεζά του Σολωμού το 1948, Η έκδοση Πολίτη επαναλαμβάνει στα κύρια σημεία της την έκδοση Πολυλά με μιρές διαφορές. Στο δεύτερο τόμο προσθέτει παράρτημα με τα ιταλικά πεζά και ποιήματα του ποιητή σε μετάφραση.  
 Β. Έναν τρίτο τόμο  με την Αλληλογραφία του ποιητή, το 1991.
 Γ. Το 1964 εκδίδει τα «Αυτόγραφα Έργα» του Σολωμού σε δύο τόμους, προτιμώντας την πανομοιότυπη έκδοση των χειρογράφων με φωτοτυπίες κι όχι τη λεγόμενη παλαιογραφική ή διπλωματική έκδοση με διορθώσεις των χειρογράφων. Ο πρώτος τόμος περιέχει λοιπόν τις φωτοτυπίες των χειρογράφων του ποιητή κι ο δεύτερος τη φιλολογική μεταγραφή τους. Η έκδοση αυτή ήταν ένα μακροχρόνιο αίτημα και σταθμός στην ιστορία των σολωμικών σπουδών, διότι για πρώτη φορά τα πολυσυζητημένα χειρόγραφα του ποιητή με τις σημειώσεις, τις παραλλαγές στίχων, τις ανορθογραφίες…έρχονται στο φως της δημοσιότητας δίνοντας την ευκαιρία στο πανελλήνιο να δει ιδίοις όμμασι το θρυλούμενο ποιητικό εργαστήρι του ποιητή. Επίσης με την έκδοση αυτή συγκεντρώνονται σ’ ένα σώμα όλα τα χειρόγραφα του ποιητή που είναι διασκορπισμένα σε διαφορετικούς τόπους και μέρη (Ζάκυνθος, Κέρκυρα, Αθήνα) κι επιτρέπει στους ειδικούς επιστήμονες να μελετήσουν συστηματικά την πραγματική ύλη του σολωμικού έργου. Επίσης βάζει τέλος στις ανεύθυνες φήμες για τα υπαρκτά κι ανύπαρκτα έργα του ποιητή.  Η επαφή με τα «Αυτόγραφα Έργα» δεν έφερε όμως πιο κοντά τον αναγνώστη στο ποιητικό έργο του Σολωμού, όπως πολλοί ίσως ανάμεναν, λόγω της ακαταστασίας που επικρατεί στο ποιητικό εργαστήρι του ποιητή.

3. Η έκδοση Αλεξίου το 1994 κινείται σε διαφορετικό πνεύμα από τις εκδόσεις Πολυλά και Πολίτη, διότι ο Αλεξίου στηρίζεται στην άποψη των συνθετικών κι επεμβαίνοντας στο σολωμικό αρχείο κατασκευάζει ένα Σολωμό αναγνώσιμο, λιγότερο αποσπασματικό και περισσότερο κατανοητό. Την έκδοση Αλεξίου  άλλοι να την επέκριναν για έλλειψη εκδοτικής μεθόδου, για ακραίες παρεμβάσεις στο σολωμικό αρχείο για παραπλανητική εικόνα της σολωμικής γραφής ενώ άλλοι αναγνώρισαν στον Αλεξίου μια ερμηνευτικά ενδιαφέρουσα και φιλολογικά αξιόπιστη εκδοχή του σολωμικού έργου.

4. Εκδόσεις επιμέρους έργων του Σολωμού έγιναν από αρκετούς μελετητές του κι αναφέρω ενδεικτικά τον Γ. Κεχαγιόγλου για τον «Πόρφυρα», την Ελένη Τσαντσάνογλου για τη «Γυναίκα της Ζάκυθος», την Κατερίνα Τικτοπούλου για τα Αυτόγραφα έργα του Σολωμού στη μορφή των 15 αυτόνομων «Τετραδίων» που χρησιμοποιούσε ο ποιητής.

Δυο αξιόλογες σύγχρονες χρηστικές εκδόσεις του ελληνόγλωσου έργου του Δ.Σολωμού είναι:
5.H έκδοση του Δημήτρη Δημηρούλη: «Διονύσιος Σολωμός/ Έργα/ ποιήματα και πεζά», εκδ. Μεταίχμιο, 2007’
 Ο Δημήτρης Δημηρούλης (1952-  ) είναι καθηγητής Ιστορίας και θεωρίας της Λογοτεχνίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και σολωμιστής
 Η Έκδοση του Γ. Βελουδή «Δ.Σολωμός Ποιήματα και Πεζά», εκδ. Πατάκη, Αθήνα, 2008
Ο Γεώργιος Βελουδής (1935-2014) καθηγητής Νεοελληνικής Συγκριτικής Γραμματολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και σολωμιστής
Και οι δυο εκδόσεις του  Δημηρούλη και του Βελουδή παρά τις επιμέρους διαφορές τους, δεν αμφισβητούν το γενικό πνεύμα της έκδοσης Πολυλά, και συμπεριλαμβάνουν πολλά στοιχεία (βιογραφικά, παραλλαγές στίχων, σχόλια του ποιητή, σχόλια του εκδότη ) ώστε ο μέσος αναγνώστης να μπορεί να κατανοήσει το ποιητικό φαινόμενο Σολωμός και να  ταξιδέψει στη μαγεία της ποίησης του,  που ο σχολαστικισμός των φιλολογικών ερευνών κι η αγιοποίηση που επιφέρει ο τίτλος του ως εθνικού ποιητή εμπόδιζαν το συνολικό έργο του να φτάσει στο ευρύ κοινό.

Η οριστική έκδοση του σολωμικού έργου φαντάζει αδύνατη ως τώρα, έτσι το κεφάλαιο «Σολωμός» φαίνεται ότι είναι δύσκολο μάλλον να κλείσει κι αυτό οριστικά.    
   
Υ.Γ Οι μελοποιήσεις ποιημάτων του Σολωμού που αναφέρονται στο παραπάνω δοκίμιο καθώς και άλλων μπορεί να ανάζητηθούν στο https://www.youtube.com/

Βιβλιογραφία
1.Δ. Σολωμός «Τα  Ευρισκόμενα»  επιμέλεια Ιάκωβου Πολυλά, Κέρκυρα 1859.
2.«Διονύσιος Σολωμός: Έργα, ποιήματα και πεζά» του Δ. Δημηρούλη, εκδ. Μεταίχμιο, Αθήνα, 2007
3. «Φάκελος Δ. Σολωμός, η ανατομία ενός εθνικού θρίλερ», 2003
4. Εισαγωγή στην ποίηση του Σολωμού- επιλογή κριτικών κειμένων, επιμέλεια Γ. Κεχιαγιόγλου- Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, 2010
5. Δ. Σολωμός Ποιήματα και Πεζά φιλολογική επιμέλεια Γ.  Βελουδής. Εκδ. Πατάκη, Αθήνα, 2007
6. Δ Σολωμός «Η Γυναίκα της Ζάκυθος» Μαρία Δεληβοριά, εκδ.  2006;
7. «Ο Σολωμός των Ελλήνων» Γ. Βελουδής, εκδ. Πατάκη, 2004



[1] Κώστας Βούλγαρης «Αναγνώσεις» εφημ. Αυγή
[2] «Φάκελος Δ. Σολωμός» Δ. Δημηρούλη σελ.150
[3]Παρενθετικά αναφέρω ότι αργότερα εν τούτοις η συμπεριφορά του σχολιάστηκε ως αντιφατική στο κίνημα των Ριζοσπαστών για Ένωση της Επτανήσου με την Ελλάδα κρατώντας απόσταση απ’ αυτό και κάποιοι τον κατηγόρησαν για ανθενωτική στάση. Ο Γ. Βελουδής αναφέρει ότι ο Σολωμός ανήκε στους Μετριοπαθείς Επτανησίους που ζητούσαν μεταρρυθμίσεις στο Σύνταγμα κι ότι την περίοδο του κινήματος για Ένωση το νεοσύστατο Ελληνικό Βασίλειο δεν ανταποκρινόταν στο όραμα της Επανάστασης που είχε υμνήσει ο ποιητής. Ο Δ. Δημηρούλης αναφέρεται στον άνθρωπο Σολωμό με τις ιδιορρυθμίες του, τις σχέσεις του με την ανώτερη τάξη και ιδίως με τον αδελφό του Δημήτριο που διετέλεσε κάτι παρόμοιο με πρωθυπουργό της Ιονίου Πολιτείας επί Αγγλικής Προστασίας, ο οποίος ως πιο πρακτικός άνθρωπος είχε αναλάβει τη διαχείριση της πατρικής περιουσίας κι άρα την οικονομική συντήρηση του Διονυσίου, ο οποίος δεν εξάσκησε βιοποριστικό επάγγελμα ποτέ. Οι ποιητές είναι κι αυτοί άνθρωποι με τις αδυναμίες τους κι εμείς εδώ τον κρίνουμε ως ποιητή].

[4] Τελικά το νέο αυτό είδος ποίησης θα εμφανιστεί τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα στη Γαλλία πρώτα και  δεν θα προέρχεται από τη σύνθεση κλασσικισμού και ρομαντισμού αλλά θα είναι η λεγόμενη «καθαρή» ποίηση, το ρεύμα του συμβολισμού που εισήγαγε τη μοντέρνα ποίηση.

[5] Βελουδής Γ. «Ο Σολωμός των Ελλήνων» σελ.302 «κατ’ αλφαβητική σειρά, Βαλαωρίτης Α. Βάρναλης Κ., Βασιλειάδης Σπ, Βελεστινλής Ρήγας, Βιζυηνός.Γ, Βρεττάκος Ν., Γρυπάρης Ι, Δροσίνης Γ. Ελύτης Ο, Καβάφης, Κάλβος, Κορνάρος, Κρυστάλλης Κ, Μαβίλης, Παλαμάς, Παράσχος Αλ, Πολυλάς Ι. Ρίτσος, Σεφέρης, Σικελιανός, Σούτσος Αλ., Σούτσος Π.»

4 σχόλια:

  1. Παρουσίαση πλήρης, μεστή και εμπεριστατωμένη με φανερή τη γνώση της φιλολόγου αλλά εξίσου φανερή την τρυφερότητα της Ζακυνθινιάς που συνήθισε από τα μικράτα της να ακούει λαϊκούς τροβαδούρους να τραγουδάνε στίχους του δικού τους ποιητή. Δεν πήγαν χαμένες οι προσπάθειες δασκάλων και καθηγητών να την μπολιάσουν με το καμάρι για την πολιτιστική υπεροχή της γενέθλιας γης και την ευθύνη για τη συνέχεια αυτής της υπεροχής. Πονήματα σαν το δικό σου, Αγγελική, λάμπουν μέσα στο χάος του διαδικτύου. Τυχεροί όσοι τα ανακαλύπτουν.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ρένα μου, σωστά κατάλαβες την αγάπη μου για τη φιλολογία και τη Ζάκυνθο η οποία όμως ξεπερνά το στενό τοπικισμό και θέλει να αναδείξει ό,τι έχει σχέση με τον επτανησιακό πολιτισμό, επειδή σ' αυτόν συναντήθηκαν μ' ένα συναρπαστικό τρόπο η Ελλάδα με την Ευρώπη, αποκορύφωμα του οποίου ήταν η εμφάνιση του εθνικού ποιητή μας! η αγάπη αυτή με οδήγησε και στη συγγραφή του ανέκδοτου βιβλίου μου "Ο επτανησιακός πολιτισμός μέσα από το Ζακυνθινό ιστορικό μυθιστόρημα", κάτι το οποίο δεν έχει μελετηθεί και προβληθεί ως τώρα.
    φιλικά Αγγελική

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. (συνέχεια προηγούμενου σχολίου)
    Ρένα μου, εξ άλλου η Ζάκυνθος με την παράδοση της δεν εμπνέει μόνο εμένα αλλά και σένα και γενικότερα τη γενιά μας ποικιλοτρόπως και είμαι ικανοποιημένη απ΄αυτό το γεγονός.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή