Το ιστολόγιο της Αγγελικής Π. Σούλη

Η καταγραφή των αναγνώσεων αυτών ξεκίνησε από την επιθυμία μου να μην ξεχασθούν ιδέες και συναισθήματα που κάποτε με είχαν συγκινήσει.
Γράφοντας συνειδητοποίησα ότι ο χρόνος που αφιέρωνα στην ανάλυση, σύνθεση, αξιολόγηση του έργου, μου χάριζε ένα αίσθημα δημιουργίας.
Η επαγγελματική μου απασχόληση (φιλόλογος) μου έδωσε τα κίνητρα και τα μέσα για αυτές τις αναγνώσεις. Κι έτσι με συνεπήρε το ταξίδι της ανάγνωσης και της γραφής!
Κι ανοίχτηκε μπροστά μου ένας ολόκληρος κόσμος, σχεδόν ανεξερεύνητος,της δημιουργικής ανάγνωσης και γραφής.
"Η ανάγνωση δεν μπορεί να είναι ούτε μία ούτε άπειρες" όπως τονίζει ο Ουμπέρτο Έκο, αφού η υποκειμενική ερμηνεία του γράφοντος πρέπει να δένει με τους περιορισμούς που θέτει το κείμενο.

Και μια διευκρίνιση:
Καμμιά ανάγνωση δεν μπορεί να αντικαταστήσει το ίδιο το βιβλίο αλλά μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο ανάμεσα στον αναγνώστη και στο βιβλίο φωτίζοντας το, κάνοντας το πιο κατανοητό και καλλιεργώντας συγχρόνως τη φιλαναγνωσία.



Δευτέρα, 26 Δεκεμβρίου 2011

"Αλκιβιάδης" Ζακλίν ντε Ρομιγύ

Η μεγάλη Γαλλίδα  ελληνίστρια Ζακλίν ντε Ρομιγύ (1913-2010), που αφιέρωσε τη ζωή της στη μελέτη του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, στο έργο της «Αλκιβιάδης» με υπότιτλο «οι κίνδυνοι της φιλοδοξίας» παρουσιάζει την προσωπικότητα  του ομώνυμου Αθηναίου πολιτικού για να δείξει τους κινδύνους που κρύβουν οι φιλοδοξίες των πολιτικών προσώπων, όπως του Αλκιβιάδη αλλά και οι φιλοδοξίες μιας πόλης-κράτους, όπως της Αθήνας, που είχε αναδειχτεί σε υπερδύναμη της εποχής της.
 Ο Αλκιβιάδης είναι μια μορφή αμφιλεγόμενη, ένα ιστορικό πρόσωπο που με τις πράξεις του και γενικότερα την προσωπικότητα του προκάλεσε τόσο το θαυμασμό όσο και το μίσος των ανθρώπων της εποχής του, κι όχι μόνο αυτών. Κεντρικό πρόσωπο ιστορικών και λογοτεχνών απ’ την αρχαία Ελλάδα, τη Ρώμη, την Αναγέννηση, το Διαφωτισμό μέχρι σήμερα. Ποιος ήταν τελικά  ο Αλκιβιάδης; Γιατί  συμπεριφέρθηκε έτσι; Πού σταματούν  οι  προσωπικές ευθύνες ενός ανθρώπου και  πού  ο ίδιος είναι απότοκο φαινόμενο των ιστορικών συνθηκών  της εποχής του και ειδικότερα  του Αθηναϊκού ιμπεριαλισμού  του 5ου  αι. π.Χ;

Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2011

"ΜΕΤΑ ΤΟ ΤΕΛΟΣ: η οικονομία της καταστροφής και η επόμενη μέρα" Κ. Βεργόπουλος Εκδόσεις Λιβάνη,2011

Η υπερχρέωση των κρατών και η αύξηση των ελλειμμάτων τους είναι ένα καινούργιο φαινόμενο που βιώνουν γενικά οι δυτικές κοινωνίες και ειδικότερα η ελληνική, που ταλανίζει τους λαούς με τα μέτρα που λαμβάνονται προς επίλυση του.
-Πώς έφτασαν τα κράτη στην κρίση χρέους τους;
-Υπάρχει λύση ή ποιες λύσεις προτείνονται;
Σ’ αυτά τα βασικά ερωτήματα δίνει απαντήσεις ο συγγραφέας Κώστας Βεργόπουλος, ο οποίος διδάσκει πολιτική οικονομία στο Παρίσι  και σε πανεπιστήμια της Βορείου και Νοτίου Αμερικής, είναι εμπειρογνώμονας σε διεθνείς οργανισμούς, συγγραφέας πολλών βιβλίων και αρθρογράφος σε εφημερίδες.
Το έργο «Μετά το τέλος» με υπότιτλο "η οικονομία της καταστροφής και η επόμενη μέρα" βοηθά τον αναγνώστη να συνειδητοποιήσει το στάδιο, στο οποίο έχει φτάσει σήμερα το καπιταλιστικό σύστημα, το οποίο ο συγγραφέας αλλού ονομάζει  «ολικό καπιταλισμό», δηλαδή τη γνωστή «παγκοσμιοποίηση». Η λεγόμενη λοιπόν «οικονομία της καταστροφής» ταυτίζεται μέσα στο έργο του με το σημερινό «χρηματοπιστωτικό καπιταλισμό» και τη στρεβλή του ανάπτυξη ή την «εικονική οικονομία», αλλιώς «άυλη οικονομία».

Πέμπτη, 13 Οκτωβρίου 2011

"Ιουλιανός ο Παραβάτης" Χ.Ζαλοκώστας + 6 ποιήματα του Καβάφη

Η σύγκρουση χριστιανισμού-ελληνισμού και οι θέσεις του αυτοκράτορα Ιουλιανού πάνω στη σύγκρουση αυτή κι αργότερα η σύνθεση χριστιανισμού-ελληνισμού διαπερνά ως κεντρικό θέμα τη μυθιστορηματική βιογραφία «Ιουλιανός ο Παραβάτης» του Χρήστου Ζαλοκώστα. Το όνομα του συγγραφέα όμως δεν είναι γνωστό στους περισσότερους για το έργο του αλλά από τη μικρή ομώνυμη οδό στο κέντρο της Αθήνας, επί της οποίας στεγάζεται το υφυπουργείο Τύπου. Η πολιτεία θέλησε με τον τρόπο αυτόν να τιμήσει την πολιτική και πνευματική προσωπικότητα του Χρήστου Ζαλοκώστα (1896-1975), ο οποίος υπήρξε βουλευτής Αθηνών το 1946 και το 1952, πολέμησε στους Βαλκανικούς πολέμους, συμμετείχε στην Εθνική Αντίσταση, και διακρίθηκε ως συγγραφέας πολλών έργων με ιστορικό περιεχόμενο, πολλά εκ των οποίων έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά και στα γαλλικά.
Το έργο «Ιουλιανός ο Παραβάτης» εκδόθηκε το 1974 και για τη συγγραφή του ο συγγραφέας στηρίχτηκε σε πολλές πηγές, οι οποίες αναφέρονται μέσα στο έργο του. Πηγές, όπως οι ιστορικοί Αμμιανός Μαρκελίνος, Ευνάπιος, Ζωναράς, που έζησαν λίγο αργότερα από την εποχή του Ιουλιανού, αριθμημένες επιστολές του ίδιου του Ιουλιανού προς το δάσκαλο του Λιβάνιο και προς άλλα πρόσωπα, αλλά και πηγές μεταγενέστερες, όπως τα έργα των βιογράφων του Ιουλιανού Boissier και Bidez. Έτσι ο συγγραφέας τεκμηριώνει το κείμενο του, παραθέτοντας αποσπάσματα ή αυτούσιες φράσεις από τις πηγές αυτές και συμπληρώνοντας με τη δημιουργική φαντασία του αναπλάθει αυτή τη μακρινή και τόσο ενδιαφέρουσα εποχή, του 4ου μ.Χ αιώνα, που έζησε ο Ιουλιανός.
Μια εποχή μεταβατική για δυο θρησκείες -η δραματική σύγκρουση των οποίων σημάδεψε την εποχή εκείνη κι όχι μόνο- που η φιλοσοφία τους στηριζόταν σε εντελώς αντίθετη βάση: από τη μια ο αρχαίος πολυθεϊσμός και η λογική κι απ' την άλλη ο μονοθεϊσμός και ο μυστικισμός του χριστιανισμού.

Πέμπτη, 1 Σεπτεμβρίου 2011

"Η Τράπεζα - πώς η Goldman Sachs κυβερνά τον κόσμο" Marc Roche, εκδ. Μεταίχμιο, 2011

Η επενδυτική τράπεζα Goldman Sachs κατέστη αντικείμενο θαυμασμού και μίσους ανά την υφήλιο για τις οικονομικές της δραστηριότητες, οι οποίες ήλθαν στην επικαιρότητα κατά την παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008 και κατά την πρόσφατη ελληνική κρίση. Ο Μαρκ Ρός, ανταποκριτής της εφημερίδας Λε Μόντ στο Σίτι του Λονδίνου, εδώ και 20 χρόνια, μας εισάγει στα ενδότερα αυτού του ναού του χρήματος για να μας δείξει, πώς λειτουργεί η υπ’ αριθμό πρώτη επενδυτική τράπεζα στον κόσμο, ώστε να φτάνει να «κυβερνά» τον κόσμο!
Η Γκόλντμαν Σακς ιδρύθηκε το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα από δυο Γερμανοεβραίους μετανάστες, τον Γκόλντμαν και τον Σακς. Η βιομηχανική ανάπτυξη που λάμβανε χώρα τότε στις ΗΠΑ, έδωσε την ευκαιρία να αναπτυχθούν πολλές τράπεζες μεταξύ αυτών και η Γκόλντμαν Σακς, ενώ η μεγάλη οικονομική κρίση του 1929 μετέτρεψε την Γκόλντμαν Σακς, όπως και κάποιες άλλες, σε επενδυτική τράπεζα, η οποία έγινε γνωστή στις ΗΠΑ για τη σύνεση της. Τα τελευταία 30 χρόνια όμως η Γκόλντμαν Σακς απέκτησε τη φήμη μιας τράπεζας-καζίνου, όπου ο κύριος όγκος των δραστηριοτήτων της αφορά αγοραπωλησίες μετοχών στο Χρηματιστήριο επιτρέποντας της να κερδοσκοπεί ασύστολα. Η Γκόλντμαν Σακς είναι από τους πρωτεργάτες της Νέας Οικονομίας, που επικράτησε την εποχή της παγκοσμιοποίησης, του λεγόμενου χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού ή της άϋλης οικονομίας, στον οποίο η επένδυση κεφαλαίων στο Χρηματιστήριο, πάνω σε τίτλους και σε πρώτες ύλες, γίνεται με βάση παράγωγα χρηματοοικονομικά προϊόντα, που ιδιοφυείς οικονομολόγοι-αναλυτές κατασκευάζουν στηριζόμενοι σε μαθηματικούς τύπους, αποκομμένοι συχνότατα από την πραγματική (παραγωγική)οικονομία, με συνέπεια τα κέρδη να είναι μυθικά αλλά και οι λεγόμενες «φούσκες» της οικονομίας να καραδοκούν ανά πάσα στιγμή. Παίζουν στοιχήματα π.χ. για τη χρεοκοπία διαφόρων κρατών, τζογάρουν όπως σε ένα καζίνο και κερδίζουν ιλιγγιώδη ποσά! Δικαιολογημένα λοιπόν ο κόσμος τη θαυμάζει αλλά και τη μισεί συγχρόνως.

Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2011

"Η Αναζήτηση" Ν.Θέμελης, εκδ. Κέδρος, 1998

 Ο μικρασιατικός ελληνισμός έχει απασχολήσει αρκετούς λογοτέχνες, διότι το θέμα του ξεριζωμού και των χαμένων πατρίδων συντάραξε ψυχικά τους Έλληνες. Αυτό όμως που διαφοροποιεί το Νίκο Θέμελη από τη γενιά των συγγραφέων που κατάγονται από τη Μικρά Ασία ή την Πόλη και βίωσαν οι ίδιοι τον ξεριζωμό (Ηλ.Βενέζης, Στρ.Δούκας, Κ.Πολίτης, Δ.Σωτηρίου, Γ. Θεοτοκάς κι άλλοι….) είναι ότι εστιάζει το θέμα του στις οικονομικοκοινωνικές συνθήκες ανάπτυξης της αστικής τάξης του χώρου αυτού χωρίς να ασχολείται διεξοδικά με το μικρασιατικό πόλεμο (1919-1922) και τις οδυνηρές, άμεσες συνέπειες του. Η νέα γενιά συγγραφέων, αποφορτισμένη από τη συναισθηματισμό του βιώματος και ζώντας σ’ ένα κόσμο περισσότερο παγκοσμιοποιημένο, αντιμετωπίζει το μικρασιάτικο ελληνισμό πιο κριτικά. Ο Ν. Θέμελης γράφει ιστορικό μυθιστόρημα για να αναδείξει άλλες πτυχές του μικρασιάτικου ελληνισμού, δηλ. την οικονομική δράση και την πολιτιστική έκφραση της τάξης εκείνης που με τον πλούτο και την κουλτούρα της σημάδεψε την εποχή εκείνη και γοητεύει και μας σήμερα, έστω και με τον απόηχο του μύθου της. Ακόμα κριτικάρει την ιδεολογία της Μεγάλης Ιδέας, τις συνέπειες των Βαλκανικών πολέμων στην οικονομία της περιοχής με το χωρισμό της Ιωνίας απ’ τα αντικρινά νησιά του συμβάλλοντας έτσι περισσότερο στην εθνική μας αυτογνωσία.

«Η Αναζήτηση» είναι το πρώτο μυθιστόρημα του νεοεμφανιζόμενου στη νεοελληνική λογοτεχνία Ν. Θέμελη (γεν.1947), το οποίο έχει σπονδυλωτή μορφή. Έξι διαφορετικά πρόσωπα αφηγούνται την προσωπική τους ιστορία ο καθένας, κι όλες μαζί οι επιμέρους αφηγήσεις συνθέτουν την περιπέτεια ζωής του κεντρικού ήρωα Νικολή-εφέντη, μέσα από τις σχέσεις τους μαζί του. Χρονολογικά οι αφηγήσεις αυτές τοποθετούνται στα τέλη 19ου αιώνα κι αρχές 20ου κι αγκαλιάζουν το μικρασιατικό ελληνισμό με επίκεντρο τη Σμύρνη αλλά και την κοντινή της Μυτιλήνη, την Πόλη και με λίγες αναφορές στον Πόντο.

"Η Ανατροπή" Ν.Θέμελης, εκδ Κέδρος, 2000


Σάββατο, 9 Ιουλίου 2011

"Η Αναλαμπή" Νίκος Θέμελης, εκδ. Κέδρος, 2003

Τη διαδρομή της ελληνικής αστικής τάξης, (οικονομική, πολιτική, ιδεολογική) της ευρισκομένης εντός των συνόρων του Ελληνικού Βασιλείου απ’ τα τέλη του 19ου αιώνα ως λίγο πριν τη Δικτατορία του Μεταξά το 1936, έχει ως θέμα το τρίτο μυθιστόρημα της τριλογίας του Ν. Θέμελη. Στα δυο πρώτα βιβλία της τριλογίας «Αναζήτηση» και «Ανατροπή» παρακολουθήσαμε τη διαμόρφωση της αστικής τάξης, εκτός των συνόρων του Ελληνικού Βασιλείου, στο Δούναβη, στην Οδησσό, στη Σμύρνη αλλά και στην υπόδουλη Μακεδονία. Η περίοδος απ’ τα τέλη του 19ου ως και τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα είναι πολύ σημαντική για τους Έλληνες, διότι τότε έθεσαν  δυο πολύ ωραίους αλλά και δύσκολους στόχους, πρώτον της ενοποίησης όλων των Ελλήνων, αλυτρώτων και μη, στο εθνικό τους κράτος και δεύτερον του αστικού εκσυγχρονισμού του κράτους αυτού. Θα έλεγα ότι, αν με την επανάσταση του 1821 αποκτήσαμε ελληνικό εθνικό κράτος, με τις αλλαγές που συντελούνται στην παραπάνω περίοδο διαμορφώθηκε το κράτος, όπως το γνωρίζουμε σήμερα. Τότε έγιναν προσπάθειες το ελληνικό κράτος αφενός να φτάσει στην εθνική του ολοκλήρωση κι αφετέρου να εκδημοκρατικοποιηθεί σύμφωνα με τα δυτικοευρωπαϊκά πρότυπα. Τα καταφέραμε;

Παρασκευή, 24 Ιουνίου 2011

Οι αιτίες της παρακμής της σύγχρονης Ελλάδας: Π.Κονδύλης

Ο Παναγιώτης Κονδύλης (1943-1998),  σπουδαίος Έλληνας διανοητής, άγνωστος στο ευρύ κοινό, διακρίθηκε στη Γερμανία, όπου έζησε αρκετά χρόνια, όταν το ελληνικό πανεπιστημιακό κατεστημένο του αρνήθηκε έδρα στα ελληνικά πανεπιστήμια. Πριν είκοσι χρόνια, το 1991 εκδίδει το έργο του « Η παρακμή του Αστικού Πολιτισμού» με εισαγωγή η οποία είχε τον τίτλο «Η καχεξία του αστικού στοιχείου στη νεοελληνική κοινωνία και ιδεολογία» στην οποία προβλέπει τη σημερινή κρίση που ταλανίζει τη χώρα μας. Η εισαγωγή αυτή εφέτος εκδόθηκε αυτοτελώς από τον ίδιο εκδοτικό οίκο με διαφορετικό όμως τίτλο «Οι αιτίες της παρακμής της σύγχρονης Ελλάδας».Ο συγγραφέας στοχάζεται πάνω στην πορεία της Ελλάδας τα νεοτερικά χρόνια, ανατέμνει την ελληνική κοινωνία και το νεοελληνικό κράτος παρουσιάζοντας τις στρεβλώσεις τους και με διορατικότητα προβλέπει την κρίση που οδηγεί σε εκποίηση του κράτους στους δανειστές του κι όχι μόνο. Πρόκειται για ένα δοκίμιο 57 σελίδων με πολύ πυκνό ύφος, το οποίο χωρίζεται σε 8 κεφάλαια από τον εκδότη με τους εξής τίτλους το καθένα: ο νόθος αστισμός, το κράτος και τα κόμματα, το έθνος, εθνικισμός και ελληνοκεντρισμοί, το γλωσσικό και η γραμματεία, η νόθα μαζική δημοκρατία, οι λαϊκισμοί, ο εντόπιος μεταμοντερνισμός. Σκοπός του εκδοτικού οίκου είναι να κατανοήσει το αναγνωστικό κοινό «πώς φτάσαμε ως εδώ, τι και πως πετύχαμε, σε τι και γιατί αποτύχαμε», όπως πληροφορούμεθα στην εισαγωγή του μικρού αυτού εγχειριδίου.

      Α!   Στο πρώτο κεφάλαιο ο Π. Κονδύλης παρουσιάζει τα γνωρίσματα της  ελληνικής αστικής τάξης για να μας δείξει ότι ποτέ οι Έλληνες δεν απέκτησαν μια γνήσια αστική τάξη, όπως οι χώρες της Δυτικής Ευρώπης, γεγονός που είχε συνέπειες και σε άλλα ζητήματα της πολιτικής και κοινωνικής ζωής τους. Η αστική τάξη των δυτικοευρωπαϊκών χωρών αναδείχτηκε στη συνείδηση του κόσμου ως μια προοδευτική δύναμη που καταπολεμούσε τις φεουδαρχικές δομές της κοινωνίας, τους αριστοκράτες γαιοκτήμονες και την κληρικοκρατία. Αντίθετα η ελληνική αστική τάξη -αν μπορεί να εννοηθεί ως τέτοια- συμβιβάστηκε και υποχώρησε απέναντι στις πατριαρχικές νοοτροπίες κι αξίες των προυχόντων (κοτζαμπάσηδων) και δεν μπόρεσε να παίξει τον ιστορικό της ρόλο ανατρέποντας τις φεουδαρχικού τύπου δομές της ελληνικής κοινωνίας (αλλά πέρασε στη συνείδηση του κόσμου περισσότερο ως η δύναμη που αντιμάχεται την εργατική τάξη και το σοσιαλισμό).
Πιο συγκεκριμένα η ελληνική αστική τάξη δεν υπήρξε ποτέ ενιαία με ισχυρή συνοχή μεταξύ των επιμέρους ομάδων που την απαρτίζουν, ώστε μέσα σε αυτήν να χωρούν ετερογενείς ομάδες, όπως οι πλουτοκράτες, οι εύποροι, οι νοικοκυραίοι ακόμα και οι αετονύχηδες επιχειρηματίες και οι παντός τύπου εργολάβοι. Με άλλα λόγια μέσα σ’ αυτήν χωρούσαν κι αυτοί οι λιγοστοί που πλούτιζαν με καπιταλιστικούς τρόπους παραγωγής κι είχαν αστική συνείδηση αλλά και οι τυχάρπαστοι. Ακόμα η δημιουργία της ελληνικής αστικής τάξης δεν ακολούθησε μια ευθύγραμμη πορεία ανάπτυξης ως συνέχεια των προκαπιταλιστικών στοιχείων (που είχαν δημιουργηθεί επί Τουρκοκρατίας στα τέλη του 18ου αιώνα με την ανάπτυξη της ναυτιλίας-βιοτεχνίας) αλλά μετά σχεδόν έναν αιώνα νέοι φορείς κι από νέους δρόμους δημιουργούν αστική ανάπτυξη. Ο συγγραφέας δεν προχωρά σε αναλυτική παρουσίαση των σκέψεων του. Κατά την προσωπική μου γνώμη υπονοεί την ανάπτυξη του παροικιακού κεφαλαίου, το οποίο αρχίζει να έρχεται στην Ελλάδα από τα τέλη του 19ου αιώνα, ενώ  η προεπαναστατική  αστικού τύπου ανάπτυξη καταστράφηκε λόγω επανάστασης ή μετεβλήθη σε μια κρατικοδίαιτη «αστική» ανάπτυξη! 
Βασικό έλλειμμα  της ελληνικής αστικής τάξης ήταν ότι δεν διαμόρφωσε αστική συνείδηση στις οικονομικές της σχέσεις, εκτός ολίγων εξαιρέσεων. Δεν διαμορφώθηκαν απρόσωπες εργασιακές σχέσεις στη βάση της προσφοράς και της ζήτησης αλλά κυριάρχησε η πατριαρχική λογική "του δούναι και του λαβείν" δηλαδή της παροχής υπακοής και της αντιπαροχής προστασίας, με απλά λόγια η συναλλαγή μεταξύ συγκεκριμένων προσώπων και του κράτους. Το κράτος γινόταν ο εργοδότης για μια κρατικοδίαιτη αστική τάξη, η οποία έβλεπε τη συσσώρευση χρημάτων περισσότερο για λόγους προσωπικού γοήτρου και λιγότερο ως κεφάλαιο για επενδύσεις. Δεν αναπτύχθηκε τόσο η βιομηχανία που απαιτεί καινοτόμο πνεύμα στη χρήση της τεχνολογίας και στην παραγωγή αγαθών, ώστε να συμπαρασύρει την κοινωνία στην πρόοδο, καλλιεργώντας την πίστη στην επιστήμη και στην τεχνολογία και γκρεμίζοντας τη στείρα παραδοσιοκρατία του αγροτικού πατριαρχισμού. Αντίθετα αναπτύχθηκε το εμπόριο, οι μεταφορές(ναυτιλία) και το τραπεζικό σύστημα, που δημιούργησαν μια τάξη, μεταπρατική, που μεσολαβούσε ανάμεσα στην παραγωγή και στην κατανάλωση χωρίς η ίδια να παράγει
Δυστυχώς η Ελλάδα δεν μπόρεσε να ενταχτεί ολοκληρωμένα στο αστικό σύστημα κατά τις διάφορες φάσεις ανάπτυξης του, δηλαδή να ζήσει και να ωριμάσει μέσα από την Αναγέννηση, το Διαφωτισμό, τη Βιομηχανική εποχή, τη παγκοσμιοποίηση. Το πυκνό ύφος του συγγραφέα και η συμπύκνωση της σκέψης του με αναγκάζει να γίνομαι πιο αναλυτική για να γίνω και πιο διαφωτιστική, θέτοντας μέσα σε παρενθέσεις τις προσωπικές μου σκέψεις. Στην αρχή λοιπόν, (λόγω Τουρκοκρατίας) τα αστικά στοιχεία της Αναγέννησης δεν έφτασαν ως εδώ (εκτός από τις Βενετοκρατούμενες περιοχές), (στη συνέχεια ο Διαφωτισμός έφτασε αργοπορημένα στην Ελλάδα και διχάστηκε σε δυο ρεύματα: το συντηρητικό και το προοδευτικό με αποτέλεσμα ο διχασμός ως νοοτροπία να εμφανιστεί στο νεοελληνικό έθνος). Αργότερα στη φάση της Βιομηχανικής ανάπτυξης μείναμε πίσω, ενώ μας δόθηκε η ευκαιρία λόγω των πολέμων και των ανακατατάξεων στην Εγγύς Ανατολή κι έχοντας την υποστήριξη του αγγλικού κυρίως κεφαλαίου. Μεταπολεμικά δε, η ένταξη μας στο διεθνές καπιταλιστικό σύστημα έγινε μέσα από τη μετανάστευση του 1950 και 1960 και μέσα από την ανάπτυξη δραστηριοτήτων;; σε σχέση με τον τουρισμό. Ο δε συγγραφέας εκφράζει τις σκέψεις του στο τέλος του δοκιμίου για τη θέση που πιθανόν θα κατέχει η Ελλάδα στο διεθνή καταμερισμό εργασίας την εποχή της παγκοσμιοποίησης και είναι απαισιόδοξος.

       Β!  Όσον αφορά την πολιτική ζωή του τόπου, παρατηρούνται κι εδώ στρεβλώσεις που αφορούν τις σχέσεις κράτους-κομμάτων με αποτέλεσμα την εδραίωση πελατειακών σχέσεων μεταξύ κομμάτων –ψηφοφόρων. Τα κόμματα ως μεσολαβητές ανάμεσα στο κράτος και στους πολίτες οργάνωσαν το νεοσύστατο ελληνικό κράτος με την πατριαρχική νοοτροπία της παροχής υπακοής από τον ψηφοφόρο και της αντιπαροχής προστασίας από τον πολιτικό, με αποτέλεσμα να εκποιήσουν το ελληνικό κράτος μέσα στα 200 σχεδόν χρόνια λειτουργίας του!!
Η στρέβλωση ξεκίνησε όταν ο κοινοβουλευτισμός και η καθολική ψηφοφορία, δύο θεσμοί πολύ προηγμένοι για την εποχή θεσπίστηκαν στην Ελλάδα όχι ως αποτέλεσμα ωρίμανσης των πολιτικών συνθηκών αλλά ήλθαν από το εξωτερικό, επειδή οι Μεγάλες Δυνάμεις μέσω αυτών θα αύξαιναν την επιρροή τους στην πολιτική ζωή του τόπου. Το αποτέλεσμα όμως από τη διασταύρωση των δυο αυτών προοδευτικών θεσμών με τις αναχρονιστικές πατριαρχικές αντιλήψεις  ήταν ιλαροτραγικό, σχολιάζει ο συγγραφέας. Ο κοινοβουλευτισμός και η ψηφοφορία επέφεραν μια κοινωνική κινητικότητα δημιουργώντας ευκαιρίες για πολιτική και κοινωνική σταδιοδρομία των Ελλήνων κι ανοίγοντας το δρόμο στις ευρύτερες μάζες για να μετακινηθούν από την ύπαιθρο προς την πόλη. Το υποτυπώδες μέχρι τότε κράτος αρχίζει να διογκώνεται αποκτώντας κρατικούς μηχανισμούς, οι οποίοι οργανώθηκαν έτσι, ώστε να μην προστατεύουν το γενικό συμφέρον αλλά το μερικό με αποτέλεσμα ο χωρισμός κράτους – κοινωνίας να μην είναι σαφής. Οι τοπικοί προύχοντες ακόμα και κάποιοι οπλαρχηγοί με κανέναν τρόπο δεν ήθελαν να εκχωρήσουν τα πατριαρχικά τους δικαιώματα στο κράτος που δημιουργήθηκε μετά την επανάσταση του 1821. Συμφιλιώθηκαν με το κράτος μόνο, όταν μπόρεσαν να το ελέγξουν είτε επηρεάζοντας τη μοναρχία είτε μέσα από τον «πελατειακό κοινοβουλευτισμό» που επέβαλαν. Όμως ελέγχοντας το, το αδρανοποίησαν, καταλήγει ο συγγραφέας. Η πατριαρχική σχέση μεταφέρεται από την κοινωνία στην πολιτική και μεταβάλλεται στη λεγόμενη πελατειακή σχέση. Ο βουλευτής, ο κομματάρχης, ο αρχηγός κόμματος απαιτεί από τους ανθρώπους του υπακοή και ταυτόχρονα αναλαμβάνει την προστασία τους δηλαδή να ενεργήσει για τις υποθέσεις τους, σε ανταγωνισμό με τους οπαδούς των άλλων κομμάτων. Αυτές οι πελατειακές σχέσεις αποτέλεσαν τροχοπέδη για μια αμιγή καπιταλιστική ανάπτυξη.
Ακόμα τη γραφειοκρατία, η οποία αναπτύχθηκε μαζί με τα αστικά κράτη στη Δυτική Ευρώπη για να συνεισφέρει στη θεσμική προώθηση της καπιταλιστικής ανάπτυξης, στην Ελλάδα τα πολιτικά «τζάκια» με την πατριαρχική νοοτροπία τους βρήκαν τρόπους απείρως πιο ευρηματικούς για να τη χρησιμοποιήσουν για το συμφέρον τους, αναφέρει χαρακτηριστικά ο συγγραφέας και οι μέθοδοι τους αυτοί δυστυχώς έγιναν δεσμευτικές και υποδειγματικές για όλες τις πολιτικές παρατάξεις. Η κρατική γραφειοκρατία που αντικαθρέπτιζε την πατριαρχική νοοτροπία εμπόδισε τη διάκριση κοινωνίας-κράτους, η οποία στη Δυτική Ευρώπη εγκαινιάστηκε απ’ την εποχή ήδη της απολυταρχικής διακυβέρνησης του αστικού κράτους. Έτσι στην Ελλάδα οι γραφειοκρατικοί μηχανισμοί αναπτύχθηκαν στρεβλά, από τη μια υπέπεσαν σε υποπλασία κι απ’ την άλλη σε υπερτροφία, αναφέρει ο συγγραφέας δηλαδή αναπτύχθηκαν υπερβολικά χωρίς ποτέ να εκσυγχρονιστούν.
Στην ελληνική περίπτωση, το πολιτικό-κομματικό παιχνίδι ως πελατειακή σχέση απέκτησε εκτεταμένη αυτονομία, η οποία κάνει προσχηματικές και δευτερεύουσες τις ιδεολογικές αντιθέσεις των κομμάτων. Ο βασικός στόχος για τα κόμματα παραμένει η απόκτηση της κρατικής εξουσίας για να μπορεί να διανείμει στους ψηφοφόρους του το συγκεκριμένο κόμμα που κέρδισε τις εκλογές -κι όχι το αντίπαλο κόμμα- τις κρατικές προσοδοφόρες θέσεις κι αξιώματα, οι οποίοι το ψήφισαν γιατί προσδοκούσαν ως αντάλλαγμα της ψήφου τους αυτές τις κρατικές διευκολύνσεις. Τα κόμματα εξουσίας εκποιούν λοιπόν το κράτος για να εκλεγούν τα μάλλον ανυπόμονα στελέχη τους, που θα μοιράσουν μεταξύ τους τις ανώτερες κρατικές θέσεις.
Τα ελληνικά κόμματα μεταμορφώνονται αφενός σε «κρατικίστικα», που χρησιμοποιούν τους κρατικούς μηχανισμούς έτσι ώστε μέσω αυτών να εξυπηρετούν το κομματικό τους συμφέρον  κι αφετέρου σε «λαϊκά», όπου μέσω του κράτους εξυπηρετούν τα συμφέροντα μεμονωμένων ατόμων, διαφόρων ομάδων ή επαγγελματικών κλάδων σε βάρος βέβαια των μη δικών τους ψηφοφόρων και του κράτους, που το ξεπουλούν στα διάφορα συμφέροντα χωρίς να φροντίζουν να το κάνουν ισχυρό. Έτσι δημιουργήθηκε μια ευρύτατη μάζα μικροαστών και μικροϊδιοκτητών, οι οποίοι εξίσου καλά μπορούν να ανήκουν σε ένα δεξιό, σ’ ένα φιλελεύθερο, και σ’ ένα αριστερό κόμμα. Η δε αστική τάξη μοιραζόταν ανάμεσα στα δυο μεγαλύτερα κόμματα, τα οποία προσπαθούσαν να ικανοποιήσουν τα αιτήματα της στη λογική των πελατειακών σχέσεων, φτάνοντας μερικές φορές και σε αντιστροφή των ρόλων τους, αναφέρει ο συγγραφέας, δηλαδή  των ρόλων του προστάτη και του προστατευόμενου. Η ταξική σύγκρουση αμβλύνθηκε, αφού όλοι κλάδοι στρέφονταν κατά του κράτους ικετεύοντας το ή απειλώντας το κι όχι ο ένας κατά του άλλου.             
Στις αρχές το 20ου αιώνα οι πατριαρχικές δομές παλαιού τύπου υποχώρησαν (επανάσταση Γουδί, 1909) αλλά δεν αντικαταστάθηκαν από δομές καθαρά αστικές. Τώρα μπορούσαν να σταδιοδρομήσουν στην πολιτική νέοι που προέρχονταν από μικροαστικά ή αγροτικά στρώματα, είχαν πανεπιστημιακή μόρφωση και συχνά καλές σχέσεις με τους πρώην προύχοντες της πολιτικής. Ο κρατικός μηχανισμός παρέμεινε ακατάλληλος για την άσκηση σαφούς αστικής πολιτικής  γιατί η μεγάλη μάζα των  δημοσίων υπαλλήλων λόγω των πελατειακών σχέσεων με τις οποίες προσελήφθησαν, προέρχονταν από στρώματα καθυστερημένα από πολιτισμική άποψη, αναφέρει ο συγγραφέας, που είχε επιπτώσεις στην ποιότητα της λειτουργίας του. Αγραμματοσύνη, στενοκεφαλιά, ανικανότητα να εργαστούν πάνω σε απρόσωπες, γενικές και αφηρημένες αρχές αντίθετα εμφορούμενοι από νοοτροπίες της πατριαρχικής κοινωνίας εξυπηρετούσαν αιτήματα της ιδιαίτερης πατρίδας τους, των φίλων τους, των συγγενών τους. Η λαϊκή φαντασία έπλασε ένα κράτος πάμπλουτο και παντοδύναμο δότη, αρκεί να ήθελε να δώσει στους υπηκόους του κι απ΄ την άλλη ένα κράτος απατεώνα και τύραννο, που έπρεπε να κατανοεί και να συγχωρεί τις πλάγιες οδούς (το παραθυράκι του νόμου, το ρουσφέτι) που χρησιμοποιούσαν οι υπήκοοι του.
Μεταπολεμικά και κυρίως μεταδικτατορικά το πελατειακό πολιτικό σύστημα αντί να συρρικνωθεί εξ αιτίας της υποχώρησης των πατριαρχικών αντιλήψεων στην κοινωνία, αυτό ενισχύθηκε κι απλώθηκε σ’ όλους τους τομείς της ελληνικής κοινωνίας και την καταπλάκωσε. Η εμφάνιση νέων κοινωνικών στρωμάτων, των νεόπλουτων και η επικράτηση του λαϊκισμού, η εγκαθίδρυση της μαζικής δημοκρατίας με τη δημαγωγία που ασκείται μέσα από νεοεμφανιζόμενα ΜΜΕ αλλάζουν τους όρους του πελατειακού συστήματος σιγά -σιγά  με αποτέλεσμα να μεγαλώσει η εξάρτηση των κομμάτων από τους ψηφοφόρους τους. Ο ψηφοφόρος δίνει τώρα την ψήφο του σε κάποιο κόμμα προσδοκώντας απ’ αυτό ότι θα του διασφαλίσει το καταναλωτικό του επίπεδο ή θα του το ανεβάσει βραχυπρόθεσμα, αδιάφορο με ποια οικονομικά μέσα! Και τα ανυπόμονα για τη εξουσία στελέχη των κομμάτων υιοθετούν οποιαδήποτε αιτήματα απ’ οπουδήποτε κι αν προέρχονται..

        Γ!    Όσον αφορά το νεοελληνικό έθνος, αυτό ποτέ δεν συμπεριελήφθη εξ ολοκλήρου μέσα στα σύνορα του νεοελληνικού κράτους για να υποστεί την εκλογίκευση των αστικών θεσμών, αλλά αντίθετα κρατήθηκε στη σφαίρα του μύθου, καθώς ήταν αποσυνδεδεμένο απ’ το αστικό εθνικό του κράτος. Ένα ασαφές εννοιολογικά έθνος, που εκφράστηκε και στην εθνική ιδεολογία του με τον ασαφή όρο, «ελληνοκεντρισμός». Αντί να επικρατήσει ένας αμιγής αστικός εθνικισμός με αιτήματα σύγχρονα για την ανάπτυξη του (αστική οικονομική και θεσμική οργάνωση του εθνικού κράτους του), αντίθετα αυτός αναμίχτηκε και συμβιβάστηκε μ’ έναν πατριαρχικού τύπου εθνικισμό, που έδινε έμφαση στη φυλή και στα πολιτισμικά στοιχεία της (γλώσσα, θρησκεία), άλλοτε πραγματικά, άλλοτε φαντασιακά. Η ιδεολογία του ελληνοκεντρισμού με την ασάφεια της μπορούσε να γεφυρώνει και να συνενώνει προς τα έξω τις διαφορετικές αντιλήψεις περί έθνους, που υπήρχαν στο εσωτερικό της ελληνικής κοινωνίας. Έτσι νομιμοποιούσε κι έκανε ηθικά ενδιαφέρουσες προς τη διεθνή κοινή γνώμη τις ελληνικές διεκδικήσεις σε χώρους αμφισβητούμενους και συγχρόνως τόνωνε ψυχολογικά ένα αδύναμο έθνος.
Η πρώτη μορφή ελληνοκεντρισμού που εμφανίστηκε ήταν ο κλασικισμός δηλαδή η στροφή προς την αρχαία Ελλάδα, ως πρότυπο μίμησης για την αναγέννηση του ελληνικού έθνους. Πρωτοεμφανίστηκε στα προεπαναστατικά χρόνια, μεταξύ των  αστών των παροικιών της Δυτικής Ευρώπης και συμβάδιζε με τον ευρωπαϊκό διαφωτισμό, που άκμαζε τότε εκεί. Ο κλασικιστικός-ανθρωπιστικός ελληνοκεντρισμός παράκαμπτε το βυζαντινισμό της Εκκλησίας και τόνιζε ότι ο τόπος τους είναι η κοιτίδα του πολιτισμού και η Ελλάδα θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ανάλογα απ’ την πολιτισμένη ανθρωπότητα, γεγονός που προκαλεί θυμηδία στο συγγραφέα.
Η δεύτερη μορφή του ελληνοκεντρισμού, που έγινε και κυρίαρχη εθνική ιδεολογία, ήταν της αδιάσπαστης συνέχειας φυλετικής και πνευματικής του ελληνισμού, επί 3.000 χρόνια, η οποία διαμορφώθηκε μέσα στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος κι αποτέλεσε την επίσημη ιδεολογία του. Όταν ο αρχαιοελληνικός ελληνοκεντρισμός μεταφυτεύτηκε στον ελλαδικό χώρο, μέσα στα πλαίσια του ελληνικού κράτους, υπέστη τροποποιήσεις για να συμβαδίζει με τις προαστικές πατριαρχικές αντιλήψεις. Αποσυνδέεται από τη μονομερή αρχαιολατρία του, απογυμνώνεται από τα ριζοσπαστικά στοιχεία του που έρχονταν σε αντίθεση με τα χριστιανικά ιδεώδη, συμπεριλαμβάνει το Βυζάντιο (και το νεώτερο βέβαια ελληνισμό) κι έτσι διαμορφώνεται η αδιάσπαστη συνέχεια του ελληνισμού από αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερα. Με την ιδεολογία αυτή αποκαθίσταται η Εκκλησία ιδεολογικά και ιστορικά, διότι η Εκκλησία, μέχρι τότε, κατανοούσε τον εαυτό της ως την κεφαλή όχι ενός υπόδουλου έθνους αλλά του Γένους δηλαδή των χριστιανών ορθοδόξων πληθυσμών που ανήκαν όμως σε διαφορετικά έθνη. Μάλιστα ο συγγραφέας αναφέρει ότι είναι σφάλμα να θεωρείται ότι η (επίσημη)Εκκλησία «πρόδωσε» τα εθνικά ιδεώδη (στην αρχή της ελληνικής επανάστασης του 1821), διότι η δημιουργία ενός ελληνικού κράτους θα διασπούσε το πλήρωμα της και θα μείωνε την επιρροή της. Κάτω όμως από την εξέλιξη των επαναστατικών γεγονότων άλλαξε τη στάση της, χρησιμοποιώντας τη θρησκεία ως βασικό στοιχείο εθνικής ταυτότητας κι ενότητας του έθνους.
Τελικά ο ελληνοχριστιανικός ελληνοκεντρισμός υπερφαλάγγισε τον αρχαιοελληνικό ελληνοκεντρισμό, άσκησε καθοριστική επίδραση σ’ ολόκληρη την ίσαμε τώρα ζωή του ελληνικού κράτους. Η αντίθεση όμως του (αρχαίου) ελληνικού και του χριστιανικού στοιχείου δεν έσβησε παρά τη συγχώνευση τους και δεδομένων των ευκαιριών γίνεται επίκληση πότε του ενός, πότε του άλλου στοιχείου για να νομιμοποιηθούν ποικίλες κοσμοθεωρητικές και κοινωνικοπολιτικές τοποθετήσεις που εμφανίζονται. Για παράδειγμα η επίκληση του αρχαίου ελληνισμού με την κατάλληλη ερμηνεία του βέβαια, εξυμνήθηκε κι από δικτατορικά καθεστώτα (ιδεολογία 4ης Αυγούστου) κι από δημοκρατικά φτάνοντας σε μια προγονολατρία με γνώρισμα την εξιδανίκευση. Επίσης πολύμορφη υπήρξε  και η επίκληση του χριστιανικού στοιχείου και των αξιών του για να διαμαρτυρηθούν ενάντια σε ένα πνεύμα υλισμού και ευδαιμονισμού που επικρατεί σήμερα, αντιπαρατάσσοντας την «πνευματική» Ανατολή και την «αγάπη» στην «υλιστική» Δύση και στη «νοησιαρχία»
Μεταπολεμικά η κακή πολιτική χρήση των ιδεολογημάτων πάνω στα οποία το έθνος στήριξε την αυτοσυνειδησία του και προπάντων του ελληνοχριστιανικού ιδεολογήματος –ελληνοχριστιανικό «υβρίδιο», αλλού το χαρακτηρίζει- εφθάρησαν σημαντικά και αποδυναμώθηκαν. Το κενό καλύφτηκε εν μέρει από άλλες εκδοχές του ελληνοκεντρισμού, όπως της πολιτισμικής επανάστασης των δεκαετιών του 1960 και 1970. Μεταδικτατορικά ο σύγχρονος τρόπος ζωής με τον καταναλωτισμό, τους λαϊκισμούς και τις μεταμοντερνίστικες αντιλήψεις της ισοπέδωσης των πάντων, που εισέβαλαν στην ελληνική κοινωνία, χαλάρωσε τα ιδεολογικά περιγράμματα. Ο ελληνοκεντρισμός  επέζησε όμως και θα επιζήσει για πολύ ακόμα, εφόσον αποτελεί θεμελιώδη ψυχολογικό μηχανισμό ενός έθνους αδύναμου, όμως θα επιζήσει χωρίς συγκροτημένη κοσμοθεωρία αλλά «είτε ως στάση εθνικής λεβεντιάς και περηφάνειας είτε ως φολκλοριστικό καρύκευμα της τουριστικής εκποίησης του τόπου» επισημαίνει με έναν ιδιαίτερα σκληρό λόγο ο συγγραφέας.

Η νεοελληνική ιδεολογία δεν έχει μελετηθεί ακόμα συνολικά σ’ όλες της τις εκφάνσεις (μορφολογία, ιστορία, κοινωνιολογία) επισημαίνει ο συγγραφέας και οι μέχρι τώρα μελετητές παραβλέπουν την πολυμέρεια των δεδομένων με αποτέλεσμα να παράγονται μονοσήμαντες ερμηνείες. Για παράδειγμα σχετικά με τη διαμάχη γύρω από τη γλώσσα αποτιμήθηκαν μονοσήμαντα τάσεις και πρόσωπα κρίνοντας τους με βάση την επιλογή τους την εθνική και κοινωνικοπολιτική. Η προάσπιση της καθαρεύουσας δεν αποτελούσε παντού και πάντα αντιδραστική τάση και η προάσπιση του δημοτικισμού έγινε από παρατάξεις διαφορετικές ως εχθρικές μεταξύ τους, από τους σοσιαλιστές ως τους αστούς του εκπαιδευτικού δημοτικισμού και τους ρομαντικούς που υπεράσπιζαν τις ελληνικές (λαϊκές) παραδόσεις ενάντια σ’ αυτούς που μιμούνταν κάθε φράγκικο εισαγόμενο στοιχείο.  
Ένα θέμα που απασχολεί το συγγραφέα είναι πώς ο ελληνοκεντρισμός, η κατ’ εξοχήν νεοελληνική ιδεολογία, εκφράστηκε στη νεοελληνική γραμματεία ή η νεοελληνική γραμματεία κατά πόσο εκφράζει την εθνική ιδεολογία μας.
Ο συγγραφέας πιστεύει ότι ο ελληνοκεντρισμός εκφράστηκε με ένταση και με έκταση  στην ποίηση, όπου έδωσε σπουδαία έργα σε αντίθεση με την πεζογραφία, που δεν κατάφερε να δώσει, σε ικανοποιητική έκταση, μυθιστορήματα καθαρά αστικά. Οι Έλληνες ποιητές στηρίχτηκαν στη δυναμική της πολυστρώματης και παμπάλαιης ελληνικής γλώσσας κι εκφράσανε την ιδέα της Ελλάδας ως συμπύκνωση ύψιστων ηθικών και αισθητικών αξιών ανεξάρτητα από την ποικιλία των εκφραστικών τους τρόπων. Τα ελληνοκεντρικά οράματα ξεχύνονταν σε χείμαρρους λυρισμού και επικάλυπταν τις πεζότερες αστικές ιδέες κι αξίες. Το ίδιο όμως δεν συνέβη στο μυθιστόρημα, διότι αυτές οι ιδέες κι αξίες δεν είχαν πραγματική υπόσταση μέσα στην ελληνική κοινωνία, ώστε να εκφραστούν και στο μυθιστόρημα, που είναι το κατεξοχήν αστικό λογοτεχνικό είδος. Το νεοελληνικό, λεγόμενο αστικό, μυθιστόρημα μπορεί να μετέφερε τη δράση απ’ την ύπαιθρο στην πόλη, οι πρωταγωνιστές του όμως δεν εκφράζουνε τον κοινωνικό τύπο του γνήσιου αστού, με  την πειθαρχημένη ζωή, τους μακροπρόθεσμους στόχους, το εργασιακό ήθος και τα τυχόν διλήμματα του  αλλά πρωταγωνιστούν άτομα από τα μεσαία στρώματα που συνθλίβονται μέσα στις στενές και μίζερες συνθήκες της ζωής τους κάτω από την πίεση των ανεκπλήρωτων ονείρων και προσδοκιών τους. Μόνο στα προεπαναστατικά έργα του νεοελληνικού διαφωτισμού μπορούμε να βρούμε έργα που εκφράζουνε κάπως ξέθωρα όμως την αστική κοσμοθεωρία.

        Δ!   Ο Παναγιώτης Κονδύλης ανατέμνοντας την εξέλιξη της νεοελληνικής κοινωνίας από ιδρύσεως του νεοελληνικού κράτους φτάνει στο πρόσφατο παρελθόν στα χρόνια μετά τον πόλεμο και ειδικότερα στα χρόνια της μεταπολίτευσης και παρουσιάζει τις ανακατατάξεις που υπέστη η κοινωνία μας. Από το καθεστώς του πατριαρχισμού και του νόθου αστισμού μεταβήκαμε στο καθεστώς μιας εξίσου νόθας μαζικής δημοκρατίας ανίκανης να απαλλαγεί από τις πελατειακές νοοτροπίες και σχέσεις της. Δημιουργήθηκαν συνθήκες που ευνόησαν κατά πολύ την κοινωνική κινητικότητα κι έτσι εμφανίστηκαν νέα κοινωνικά στρώματα, τους οποίους ο συγγραφέας χαρακτηρίζει «οι νεόπλουτοι», που πλούτισαν από τις εργολαβικές και μεταπρατικές δραστηριότητες, που πρόσφερε η ανοικοδόμηση (της Αθήνας κι άλλων πόλεων), τα μεγάλα δημόσια έργα, η διοχέτευση όλο και μεγαλύτερου όγκου εισαγόμενων προϊόντων στην ελληνική αγορά με σκοπό την προώθηση του καταναλωτισμού. Τέλος η διεύρυνση του τομέα των υπηρεσιών μέσα από την ανάπτυξη του τουρισμού δημιούργησε ένα πολυπληθέστατο μεσαίο στρώμα. Το πολιτισμικό επίπεδο και ο πνευματικός ορίζοντας των στρωμάτων αυτών παρέμειναν πολύ χαμηλά, με κύρια γνωρίσματα «το μιμητικό καταναλωτισμό, την έπαρση της νεοαποκτηθείσας ευημερίας και της επίσης νεοαποκτηθείσας ημιμάθειας τους». Η ελληνική κοινωνία βέβαια ομογενοποιήθηκε πολιτισμικά αλλά μέσα από τη ραγδαία εξάπλωση του λεγόμενου «κίτς», του κακόγουστου, και την ανακάλυψη και τον εξευγενισμό του «λαϊκού» τραγουδιού. Το τραγούδι αυτό «μπορούσε να απευθυνθεί ταυτόχρονα σ’ όλα τα στρώματα μιας κοινωνίας, που έμπαινε στη χοάνη μιας κινητικότητας πρωτόφαντης ίσαμε τότε και η οποία αναζητούσε εξισωτικούς κοινούς παρονομαστές» αναφέρει ο συγγραφέας. Με αυτή την έννοια το «λαϊκό» τραγούδι, με την εξιστόρηση των καημών του χασικλή ρεμπέτη μέχρι τη μελοποίηση της υψηλής ποίησης, συνέβαλε στην κατάλυση της παλιάς διάκρισης  ανάμεσα στο αστικό, λόγιο και λαϊκό πολιτισμό, διαχέοντας στην ελληνική κοινωνία έναν εξισωτισμό των πάντων που την εξοικείωνε με τη λεγόμενη μεταμοντέρνα κουλτούρα.
Αυτές οι ανακατατάξεις ενίσχυσαν το χαρακτήρα της χώρας μας, ως χώρας μικροϊδιοκτητών και μικροαστών στη βάση των καταναλωτικών συνηθειών τους όμως, οι οποίες δεν καλύπτονταν από το εγχώριο παραγωγικό μας σύστημα. Η ευημερία μας ήταν επισφαλής γι αυτό ο ψηφοφόρος-καταναλωτής τώρα ζητάει από τα κόμματα να του διασφαλίσουν το καταναλωτικό του επίπεδο και να του το ανεβάσουν, όταν εκλεγούν. Το πελατειακό σύστημα δεν παίζεται πια μόνο στο επίπεδο ζήτησης διορισμών, δανείων κλπ αλλά παίζεται και στο επίπεδο της δημαγωγίας. Πιο συγκεκριμένα η έλευση της μαζικής δημοκρατίας με το λαϊκισμό, που τη συνοδεύει, και με τη βοήθεια των νεοεμφανιζόμενων τότε ΜΜΕ έφεραν στην ελληνική κοινωνία μια άνευ προηγουμένου δημαγωγία, που ενίσχυσε το πελατειακό σύστημα. Τα κόμματα δημαγωγούν για να πάρουν την εξουσία, οι ψηφοφόροι το ξέρουν και κατά βάθος επιθυμούν αυτή τη δημαγωγία, πιστεύοντας ότι, αν πάρουν έστω και στα λόγια τις υποσχέσεις που επιθυμούν, θα μπορούν αργότερα να πιέζουν το κόμμα τους που ανήλθε στην εξουσία, να εξοφλήσει το γραμμάτιο που τους «υπέγραψε». Το ιλαροτραγικό είναι ότι και η αριστερά καταδικασμένη να υπερασπίζεται τα λαϊκά αιτήματα, τελικά υποχρεώνεται να υψώσει τη σημαία του καταναλωτισμού, αρκεί αυτός που το ζητάει, να αυτοτιτλοφορείται λαός.
Οι συνέπειες είναι οδυνηρές: οι πελατειακές σχέσεις έγιναν η τροχοπέδη για την εθνική οικονομική και κοινωνική μας ανάπτυξη και κάτι παραπάνω, έγιναν ο αγωγός για τη εκποίηση του κράτους μας στους ψηφοφόρους πρώτα και στους δανειστές μας στη συνέχεια, συμπεραίνει ο συγγραφέας. (Το κράτος δανειζόταν για να ικανοποιήσει το καταναλωτικό επίπεδο των ψηφοφόρων του, για να μπορεί να αγοράζει τα  υπερτιμημένα προϊόντα και υπηρεσίες των κομματικών του φίλων ή δίνοντας τους κρυφά μίζες, ή διατηρώντας ένα υπερτροφικό σώμα δημοσίων υπαλλήλων, πολλούς από τους οποίους πλήρωνε με υψηλότατους μισθούς, ενώ η μεγάλη πλειονότητα τους παρέμεινε χαμηλόμισθη). Αντί της εντατικής εργασίας και της βραχυπρόθεσμης στέρησης για να συσσωρευτεί χρήμα γι επενδύσεις εμείς διαλέξαμε ως χώρα το δρόμο του παρασιτικού καταναλωτισμού, του εύκολου και γρήγορου πλουτισμού, της κουτοπονηριάς, της εξυπηρέτησης του στενού συμφέροντος ατομικού και συντεχνιακού σε βάρος του κράτους και της χώρας μας!
Αυτή την άτεγκτη αλήθεια αρνούνται να τη συνειδητοποιήσουν οι πλατιές μάζες, που για πρώτη φορά στην ιστορία του τόπου, «λάδωσαν το άντερο τους» γράφει επί λέξει ο συγγραφέας και «οι οποίες επιπλέον απέκτησαν τη μεθυστική συναίσθηση (ψευδαίσθηση) του κυρίαρχου και εκλεπτυσμένου καταναλωτή». Κι ακόμα, ένας λαός, που θεωρεί τον εαυτό του περιούσιο λαό, αρνείται να βάλει με το νού του ότι κάνει κάτι τόσο εξευτελιστικό, όπως το να ξεπουλάει τον τόπο του για να καταναλώνει περισσότερο. Φτάσαμε σε μια συλλογική σχιζοφρένεια, απ’ τη μια εθνικιστική ρητορεία κι απ’ την άλλη ξεπούλημα του κρατικού μηχανισμού μας!
Μαζί με τη μαζική δημοκρατία συντελέστηκε και η στροφή προς μια αντίστοιχη μορφή μεταμοντερνισμού, της νέας αυτής φιλοσοφικής αντίληψης, που εισήχθη στη χώρα μας τις τελευταίες δεκαετίες. Ο εντόπιος μεταμοντερνισμός όμως, όπως διαμορφώνεται στην Ελλάδα, συμπαρασύρει τα πάντα στο διάβα του, ιδεολογίες, ιδεολογήματα, πνευματικά έργα εξισώνοντας τα πάντα με τα πάντα, με αποτέλεσμα «οι μίμοι και οι γελωτοποιοί να εκπροσωπούνται με ποσοστά ιδιαιτέρως υψηλά στους κύκλους των διανοουμένων, στα πανεπιστήμια και στα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Η τέτοια είσοδος του μεταμοντέρνου στις ελληνικές συνθήκες αποτελεί την ολοκλήρωση και εν μέρει την κορύφωση της κρίσης όλων των θεμελιωδών δεδομένων (στοιχείων) της ελληνικής εθνικής ζωής» τονίζει ο συγγραφέας. Μπροστά μας προβάλλει ο κίνδυνος της εκποίησης του έθνους πια, αν επέλθει και η πλήρης πνευματική του στειρότητα. Αν η μεταμοντέρνα κουλτούρα καταφέρει να συμφύρει τα «κακοχωνεμένα δάνεια στοιχεία» που έρχονται από το εξωτερικό και να καταλήξει στη συρρίκνωση ή εργαλιοποίηση της ελληνικής γλώσσας, ώστε να μη μπορεί να παραχθεί το μόνο προϊόν που η παμπάλαιη γλώσσα μας παράγει, τον ποιοτικό λόγο, τότε ο κίνδυνος αφελληνισμού είναι ορατός.
Ο συγγραφέας κλείνει το δοκίμιο του με την απαισιόδοξη πρόβλεψη ότι «η νεοελληνική ιστορία, όπως τη γνωρίσαμε τα τελευταία 200 χρόνια κλείνει τον κύκλο της. Τα τραγικά και κωμικά επεισόδια δεν τελείωσαν ακόμα, χάνεται όμως η ενότητα της προβληματικής της και  ο ειδοποιός της χαρακτήρας. Η Ελλάδα εντάσσεται σε πολύ χαμηλή θέση στο σύστημα του διεθνούς καταμερισμού της υλικής και πνευματικής εργασίας. Ο δικός της μεταμοντερνισμός αποτελεί μια στενή και παράμερη λωρίδα στο ευρύ φάσμα του μεταμοντερνισμού (των) άλλων (λαών)».

Ο Παναγιώτης Κονδύλης μας εξέπληξε με το έργο του. Από τη μια οξυδέρκεια, πρωτοτυπία, συμπύκνωση σκέψης κι απ’ την άλλη απαισιοδοξία για το μέλλον της Ελλάδας αφήνοντας ελάχιστες χαραμάδες ελπίδας. Παρουσιάζει πικρές αλήθειες για μια ελληνική πραγματικότητα που τον πληγώνει και ο λόγος του γίνεται «κυνικός» αρκετές φορές, που μπορεί να σοκάρει τον αναγνώστη. Είναι απόλυτος στις σκέψεις του, αναζητά την ψυχρή αλήθεια, χωρίς εξωραϊσμούς. Στην τελευταία πρόταση του βιβλίου αναγνωρίζει ότι  στην εποχή του μεταμοντέρνου έχουν περάσει κι άλλοι λαοί, αφήνοντας μας μια «παρηγοριά» -αν μπορεί να θεωρηθεί τέτοια- για την τύχη μας, η οποία βέβαια δεν αναιρεί τις πικρές αλήθειες που ειπώθηκαν.      
                                                                                                                           Σούλη Αγγελική
                                                                                                                     Αθήνα,  20 Ιουνίου 2011

Πέμπτη, 9 Ιουνίου 2011

Ένα μυθιστόρημα για τα μαθηματικά: "Το θεώρημα του παπαγάλου" Ντένι Γκετζ, εκδ. Πόλις, 1999

Το αναγνωστικό κοινό ξαφνιάστηκε όταν είδε να  κυκλοφορούν τώρα τελευταία  λογοτεχνικά  έργα  με θέμα  την  επιστήμη των Μαθηματικών. Μα είναι δυνατόν  ο  ψυχρός  ορθολογισμός της μαθηματικής σκέψης, αυτά τα ακαταλαβίστικα  απ’ την  σχολική εμπειρία των περισσοτέρων, να προκαλέσει αισθητική συγκίνηση; «Οι επιστημονικές αλήθειες χρειάζονται ωραίες ιστορίες για να τραβήξουν τους ανθρώπους και να τους κάνουν να τις αγαπήσουν» γράφει ο Ντένι Γκέτζ, ο συγγραφέας, ο οποίος δημιούργησε το δικό του μυθιστόρημα για να παρουσιάσει την εποποιία  της ανθρώπινης  μαθηματικής σκέψης .
                Και ο λογοτεχνικός μύθος του Ντένι  Γκέτζ θυμίζει μαθηματικό πρόβλημα με τα δεδομένα, τους συλλογισμούς και τη λύση του μυστηρίου που επιζητείται. Ο κ. Ρυς  προσπαθεί να εξιχνιάσει τον τρόπο θανάτου του φίλου του Γκροσρούβ, μαθηματικού, κάπου στην  Αμαζονία της Λατινικής Αμερικής, ακολουθώντας  τα σημάδια  που του άφησε ο ίδιος  ο Γκροσρούβ -προτού πεθάνει- σε δυο επιστολές και στο πλήθος των συγγραμμάτων της μαθηματικής βιβλιοθήκης του. Στο μύθο εμπλέκεται επίσης και το τυχαίο, ένας φλύαρος παπαγάλος απ’ τη Λατινική Αμερική που γίνεται το μήλο της έριδας ανάμεσα στα παιδιά που ζουν  μαζί με τον κ. Ρυς και μιας σπείρας μαφιόζων που τον διεκδικεί για τις μαθηματικές του γνώσεις. Και καθώς ξετυλίγεται ο μύθος τίθεται το ερώτημα, αν ο παπαγάλος γνωρίζει τις λύσεις των δυο περίφημων εικασιών του Φερμά και του Γκόλντμαχ, τις οποίες ισχυρίζεται στις επιστολές του, ότι έλυσε ο Γκροσρούβ, προτού πεθάνει. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι πολύ σημαντική, διότι οδηγεί στη διελεύκανση  του  θανάτου του Γκροσρούβ  και στη  λύση των πιο δύσκολων μαθηματικών προβλημάτων  που για 250 χρόνια  βασανίζουν τους μαθηματικούς .
                   Ο συγγραφέας του μυθιστορήματος με την ιδιότητα του, ως καθηγητής της Ιστορίας των Επιστημών στο πανεπιστήμιο  Paris  VIII, παρουσιάζει  την ιστορία των μαθηματικών κατευθείαν από τις πηγές τους. Όλα  τα  συγγράμματα που έγραψαν οι ίδιοι οι μαθηματικοί κατά  την αρχαιότητα, το μεσαίωνα, την αναγέννηση, το διαφωτισμό μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα παρελαύνουν μπροστά μας με τους τίτλους τους δοσμένους στο πρωτότυπο και τις γενικές περιλήψεις τους. Βαθύς γνώστης της ιστορίας των Μαθηματικών  ο συγγραφέας  παρουσιάζει κύρια τη φιλοσοφία της επιστήμης αποφεύγοντας εξειδικευμένες γνώσεις  που θα κούραζαν ένα κοινό μη εξοικειωμένο με τη μαθηματική σκέψη και συγχρόνως όμως  καταφέρνει να μας δώσει  μια ξεκάθαρη εικόνα της μακραίωνης εξέλιξης των Μαθηματικών  και όλων των κλάδων τους. Δυσνόητες έννοιες και σύμβολα μαθηματικά γίνονται οικεία στον αναγνώστη.

Παρασκευή, 27 Μαΐου 2011

"Το Δόγμα του Σοκ" Ναόμι Κλάιν, εκδ.Λιβάνη, 2010

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
 Tις τελευταίες δεκαετίες, οι λέξεις «παγκοσμιοποίηση», «αγορές» και "νεοφιλελευθερισμός" προστέθηκαν στο καθημερινό λεξιλόγιο μας για να δηλωθεί η εξάπλωση παγκόσμια του καπιταλιστικού συστήματος,  μετά την κατάρρευση του αντίπαλου δέους, του υπαρκτού σοσιαλισμού στη Σοβιετική Ένωση και στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Αυτή λοιπόν η προσπάθεια ενοποίησης του πλανήτη σε οικονομικό επίπεδο, πώς λοιπόν  υλοποιείται από τις αγορές; Και ποιο είδος καπιταλισμού προωθείται, αυτό του κεϊνσιανικού μοντέλου με τη μικτή οικονομία, που εισήγαγε ο Κέϊνς μετά τη μεγάλη οικονομική κρίση του 1929 κι έκτοτε επικρατούσε σ’ όλον σχεδόν τον ελεύθερον, επονομαζόμενον, κόσμο; ή αυτό του νεοφιλελεύθερου μοντέλου, που εφαρμόστηκε πρώτη φορά στη Χιλή το 1973, και το οποίο εισήγαγε η σχολή του Σικάγου με επικεφαλής τον Μίλτον Φρίντμαν, ο οποίος ήθελε την πλήρη απελευθέρωση της οικονομίας από τον κρατικό παρεμβατισμό;
Το βιβλίο Το Δόγμα του Σοκ με υπότιτλο «η άνοδος του καπιταλισμού της καταστροφής», που έγινε Διεθνές Best Seller, όπως αναγράφεται στο εξώφυλλο του, απαντάει ακριβώς στα ερωτήματα αυτά. Πρόκειται για ένα βιβλίο, που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί πολιτικό θρίλερ, όπου περιγράφεται το πέρασμα στον καπιταλισμό νεοφιλελεύθερου τύπου ή αλλιώς της ελεύθερης αγοράς πολλών χωρών της γης. Χωρών του πρώην υπαρκτού κομμουνισμού (Πολωνίας, Ρωσίας), ή τυπικά κομμουνιστικών (Κίνας) αλλά και χωρών που ακολουθούσαν τον κεϊνσιακό τύπου καπιταλισμό που συνδύαζε την ελεύθερη οικονομία με τον κρατικό έλεγχο σε πολλούς τομείς της οικονομίας, όπως οι χώρες της Ν.Ανατολικής Ασίας (Νότια Κορέα, Φιλιππίνες, Ινδονησία, Ταϊλάνδη), της Νοτίου Αφρικής επί Μαντέλα, μετά την κατάργηση του απαρτχάϊντ, της Λατινικής Αμερικής (Χιλή, Αργεντινή, Βολιβία…) και χώρες, όπως το Ιράκ  αλλά ακόμα και η Μεγάλη Βρετανία επί Θάτσερ και οι ίδιες οι ΗΠΑ, επί Ρήγκαν και Μπους του νεότερου κυρίως) και του Ισραήλ.

Το «δόγμα του σοκ» είναι η μέθοδος που εφαρμόζουν οι αγορές για να επιβληθούν διεθνώς. Για να προελάσουν οι ελεύθερες αγορές, χρειάζεται κάποια κοινωνία να έχει υποστεί ένα δυνατό «σοκ», από μια φυσική καταστροφή (τσουνάμι, τυφώνας) από μια εναλλαγή εξουσίας (πτώση κομμουνισμού ή απαρτχάϊντ Ν. Αφρικής), μια χρηματιστηριακή κρίση, μια χρεοκοπία κράτους προ των πυλών,

Κυριακή, 24 Απριλίου 2011

Λέων Τολστόη "Πόλεμος και Ειρήνη",εκδ.εφημ.Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία


         Ο Πόλεμος κι Ειρήνη του Λέοντος Τολστόη  είναι ένα μυθιστόρημα με πολλές αναγνώσεις. Πρώτα περιστρέφεται γύρω από το διαχρονικό και καθολικό θέμα των δεινών του πολέμου και των αγαθών που συνοδεύουν την ειρήνη. Έπειτα είναι ένα εθνικό ιστορικό μυθιστόρημα, αφού περιγράφει το ρώσικο τρόπο ζωής κατά τον 19ο αιώνα και την εθνική αντίσταση των Ρώσων κατά του κατακτητή Ναπολέοντα. Πίσω απ’ όλα αυτά όμως ο αναγνώστης δεν μπορεί να μην προβληματιστεί  και για την ευρωπαϊκή ιστορία και τον αντίκτυπο που προκάλεσε η Γαλλική Επανάσταση στα απολυταρχικά καθεστώτα της Ευρώπης. Ποιος τον είδε και δεν τον φοβήθηκε τον Ναπολέοντα, που με όπλο του τις νέες επαναστατικές ιδέες και το στρατό του ξεχύθηκε κατά των γερασμένων ευρωπαϊκών αυτοκρατοριών! Και ίσως τις νικούσε οριστικά, αν δεν ήταν η  Αγγλία που αντί να επιτεθεί με το στρατό της στον Ναπολέοντα προτίμησε να χρησιμοποιήσει τη διπλωματία της δημιουργώντας συνασπισμούς κρατών εναντίον του κι αποκλείοντας μόνο με τα καράβια της τα γαλλικά λιμάνια. Αυτή την πολιτική επέλεξε η ανταγωνίστρια Αγγλία, η μόνη που μπορούσε τότε να συναγωνιστεί τη Γαλλία, ως η άλλη μεγάλη ανερχόμενη αστική δύναμη της εποχής εκείνης.
               Τον Τολστόη τον απασχόλησε πολύ το θέμα της Ιστορίας των λαών. Και οι Ναπολεόντειοι πόλεμοι[1], που συντάραξαν την Ευρώπη και τη Ρωσία με την κατάληψη της Μόσχας, στις αρχές του 19ου αιώνα, είναι ένα κατεξοχήν ιστορικό θέμα. Η ένταση τους σημάδεψε τόσο την ψυχή της γενιάς που τους έζησε, ώστε  τους διηγούνταν στα παιδιά κι εγγόνια τους. Αυτό το πνεύμα μεταφέρει ο Τολστόη με το έργο του Πόλεμος κι Ειρήνη, ο οποίος γράφει το μυθιστόρημα αυτό, 50 χρόνια μετά το τέλος των Ναπολεοντείων πολέμων.

Ντοστογιέφσκι " Έγκλημα και Τιμωρία"



Ο μεγάλος Ρώσος συγγραφέας Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι[1] (1821-1881) στο πασίγνωστο μυθιστόρημα του "Έγκλημα και Τιμωρία" ανατέμνει την ανθρώπινη ψυχή που βρίσκεται σε οριακές καταστάσεις, όπως όταν εγκληματεί[2] αφαιρώντας ανθρώπινες ζωές. Γι αυτό τον απασχόλησαν τα κίνητρα της εγκληματικής πράξης και η δυνατότητα λύτρωσης της ψυχής του ανθρώπου από την ειδεχθή πράξη του, είτε διέπραξε έγκλημα που διώκεται ποινικά, είτε έγκλημα για πολιτικούς λόγους. Έτσι συλλαμβάνει την τραγική μορφή του Ρασκόλνικοφ, ο οποίος πιστεύει πως δεν είναι ένας κοινός εγκληματίας αλλά ένας «ιδεολόγος» εγκληματίας. Ο   Ρασκόλνικοφ, φοιτητής της Νομικής στην Πετρούπολη του 19ου αιώνα, άτομο μορφωμένο, ευαίσθητο με φιλοσοφικές ανησυχίες εγκαταλείπει τις σπουδές του λόγω φτώχειας και εξαθλίωσης και βλέπει τη δολοφονία μιας γριάς τοκογλύφου, ως λύση για τη βελτίωση της οικονομικής του κατάστασης κι όχι μόνο. Με το φόνο αυτό, πιστεύει ακόμα, ότι θα απαλλάξει συνανθρώπους του απ΄ την τοκογλύφο που τους απομυζούσε και τα χρήματα της θα τα διαθέσει σε εξαθλιωμένους ανθρώπους για να σωθούν από την αρρώστια, την έλλειψη εκπαίδευσης  …δηλαδή για τον Ρασκόλνικοφ «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα». Πόσοι εξάλλου, σκέπτεται, μεγάλοι άντρες της Ιστορίας δεν σκότωσαν για να πάρουν την εξουσία ή πόσοι άλλοι δεν αιματοκύλησαν τους λαούς σε μάχες. Οι σύγχρονοι τους συνήθως τους καταδικάζουν για τα εγκλήματα τους αλλά οι επόμενες γενιές μπορεί να τους στήσουν κι αγάλματα! Τη θεωρία αυτή για το έγκλημα την είχε μάλιστα δημοσιεύσει σε περιοδικό της Πετρούπολης (τόμος Α, σ.309-318).

Δευτέρα, 4 Απριλίου 2011

Ι.Γιάλομ "Η θεραπεία του Σοπενάουερ"

Έκπληξη προκαλεί ο τίτλος του εν λόγω βιβλίου η Θεραπεία του Σοπενάουερ, διότι  δύσκολα μπορεί να φανταστεί κανείς, τι είδους σχέση μπορεί να έχει ο Γερμανός φιλόσοφος Σοπενάουερ (1788-1860) με την ψυχοθεραπεία και γιατί αυτός ο μισάνθρωπος φιλόσοφος, εκφραστής του πεσσιμισμού, επελέγη από τον συγγραφέα Γιάλομ(1931- ), καθηγητή της Ψυχιατρικής στο Πανεπιστήμιο Στάνφορντ των Η.Π.Α, για να δείξει, πως μπορούν να θεραπευτούν τα πάθη της ψυχής. Ο τίτλος του έργου είναι δίσημος: ο Σοπενάουερ είναι υποκείμενο ή αντικείμενο της θεραπείας;
Ο συγγραφέας Γιάλομ εντάσσει στο μύθο του έργου του τη ζωή του Σοπενάουερ μέσα από τον ήρωα του, τον Φίλιπ, ο οποίος είχε αναγάγει σε πρότυπο ζωής το Γερμανό φιλόσοφο, επειδή πίστευε ότι, αν μιμηθεί τη συμπεριφορά του, θα καταφέρει να γιατρευτεί ψυχικά.

Ποιος ήταν όμως ο Σοπενάουερ;

Τρίτη, 15 Μαρτίου 2011

Βασίλειος Μαρκεζίνης: Μέρος Γ!


Ο ΝΕΟΣ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ

Μια νέα αντίληψη περί πατριωτισμού άρχισε να αναδύεται στις ΗΠΑ κατά τη δεκαετία του 1980, όταν με την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης οι ΗΠΑ παρέμειναν η μοναδική υπερδύναμη στον κόσμο. Αυτός ο αμερικάνικος εθνικισμός, μεσσιανικού τύπου, έφτασε στην κορύφωση του επί Μπους του νεότερου. Ο νέος αμερικάνικος εθνικισμός έκφραζε κυρίως τα συντηρητικά τμήματα της αμερικάνικης κοινωνίας αλλά είχε και υποστηρικτές από το δημοκρατικό χώρο και πίστευε ότι είχε ιερή αποστολή για την ανθρωπότητα να εξάγει στο εξωτερικό το αμερικάνικο πολίτευμα και τον πολιτισμό του, επειδή ήταν τα τελειότερα που εμφανίστηκαν επί γης. «Εμείς αποτελούμε το παράδειγμα για τον κόσμο, το οποίο πρέπει οι άλλοι να ακολουθήσουν» τονίζει ο πρόεδρος Ρήγκαν. Η στρατιωτική και τεχνολογική υπεροχή των ΗΠΑ ήταν το μέσον που τη βοηθούσε να επιβάλλει τον μεσσιανικού τύπου εθνικισμό της διεξάγοντας υπερπόντιους πολέμους. Μάλιστα υπερηφανευόταν, στον καιρό της παγκόσμιας μονοκρατορίας της, ότι μπορούσε να διεξάγει συγχρόνως δυο και μισούς υπερπόντιους πολέμους.
Αυτό το νέο αμερικάνικο δόγμα φρόντισε να αποκτήσει και τους θεωρητικούς του, νεοσυντηρητικούς φιλοσόφους και ιστορικούς, που του παρείχαν ιδεολογική κάλυψη. Πρώτος ο Ίρβινγκ Κρίστολ παρουσίασε την ανάγκη μετάβασης των ΗΠΑ από έναν «παθητικό» εθνικισμό σ’ έναν «ενεργητικό», που έθετε ως καθήκον της Αμερικής τη διάδοση των ιδεών κι αξιών της στους «βαρβάρους»(2Ο βιβλίο, σ.398). Στη συνέχεια ο Φουκουγιάμα έγραψε το έργο το «Τέλος της Ιστορίας», εκμεταλλευόμενος την άποψη του Γερμανού φιλόσοφου του 19ου αιώνα Έγελου, ότι η ιστορία της ανθρώπινης σκέψης(ιδεολογίας) και κατά συνέπεια των ανθρωπίνων κοινωνιών δεν είναι απεριόριστη αλλά θα τερματιστεί κάποτε, όταν η ανθρώπινη κοινωνία θα έχει εκπληρώσει τις βαθύτερες και βασικότερες επιθυμίες της.

Κυριακή, 13 Μαρτίου 2011

Βασίλειος Μαρκεζίνης: Μέρος Β!


2.Οι ΣΤΟΧΟΙ της νέας ελληνικής εξωτερικής πολιτικής πρέπει να  επικεντρωθούν στα εξής: Βαθμιαία ανεξαρτοποίηση μας από την πολιτική των ΗΠΑ  Είναι ευκαιρία λοιπόν αυτή τη χρονική στιγμή, που η κατάσταση στη διεθνή σκηνή είναι ρευστή και που οι ΗΠΑ στο εσωτερικό τους αντιμετωπίζουν πολλά προβλήματα και δεν μπορούν πλέον να παίξουν το ρόλο της μοναδικής υπερδύναμης στον κόσμο -που έπαιζαν λίγα χρόνια προηγουμένως- να αποστασιοποιηθούμε από την πολιτική των ΗΠΑ. Εξάλλου οι τελευταίοι υπερπόντιοι πόλεμοι που διεξήγαγε, την εξάντλησαν οικονομικά, στρατιωτικά, ηθικά. Επίσης έχοντας υπόψη ότι στα εθνικά μας θέματα δεν μας συμπαραστέκεται δεόντως (πΓΔΜ, Κυπριακό, Αιγαίο) είναι καιρός να απελευθερωθούμε από τα σύνδρομα της υποταγής, χωρίς αυτή η ανεξαρτοποίηση να σημαίνει ότι δεν θα υπάρχουν φιλικές σχέσεις μεταξύ μας. Παράδειγμα  η σημερινή Τουρκία, η οποία απαλλάχτηκε από τις αμερικάνικες αυταπάτες της βλέποντας τη διπροσωπία των ΗΠΑ, κι έκτοτε ακολουθεί μια πολιτική δίνοντας προτεραιότητα  στα  δικά της  εθνικά συμφέροντα και όχι των ΗΠΑ. 
Η σύσφιξη των σχέσεων μας και με τα νέα κέντρα ισχύος που αναδύονται παγκόσμια, Ρωσία, Κίνα, Ινδία. Την Κίνα την ενδιαφέρουν τα ελληνικά λιμάνια, μέσω των οποίων έχει πρόσβαση στην Ευρώπη. Ας αδράξουμε την ευκαιρία τώρα γιατί η Κίνα επικεντρώνει το ενδιαφέρον της, όλο και πιο έντονα, στην Αφρική, Ινδία. Λατινική Αμερική, θεωρώντας την Ευρώπη αδύναμη και διχασμένη. Όσον αφορά τη Ρωσία, να διαδραματίσουμε πιο ενεργό ρόλο στην ιδέα της ρωσο-ευρωπαϊκής συνεργασίας, έστω κι αν είμαστε μικρή χώρα. Να εκμεταλευτούμε τους κοινούς δεσμούς που είχαμε στο παρελθόν με την ορθόδοξη Ρωσία, να εξαλείψουμε τις αντιρωσικές φοβίες μας, που χαρακτήριζαν το παλιό ΝΑΤΟ κι έκφραζαν αντισοβιετικά κομμουνιστικά κατάλοιπα. Να κερδίσουμε την εμπιστοσύνη των Ρώσων με μια συνεπή εξωτερική πολιτική, που να δείχνει ότι δεν ακολουθούμε πειθήνια την αμερικάνικη πολιτική. Και η συμφωνία για τον αγωγό South Stream ήταν μια καλή αρχή προς αυτήν την κατεύθυνση, που δυστυχώς προς το παρόν έχει παγώσει.

Δευτέρα, 7 Μαρτίου 2011

Ο Βασίλειος Μαρκεζίνης μέσα από τα βιβλία του, "Επικοινωνιακή Διπλωματία και Διπλωματία Βάθους" και "Μια νέα εξωτερική πολιτική για την Ελλάδα", εκδ. Α.Α.Λιβάνη, 2009 και 2010 αντίστοιχα Μέρος Α!

ΕΙΣΑΓΩΓΗ 
Ο Βασίλειος Μαρκεζίνης (1944-) είναι γόνος οικογένειας από τη Σαντορίνη, η οποία για δέκα γενιές πρόσφερε στα γράμματα και στην πολιτική, αρχικά στη Βενετία κι αργότερα στην Ελλάδα. Το έργο του Β. Μαρκεζίνη είναι πολυδιάστατο και πολύ σημαντικό. Έχει διδάξει στις σπουδαιότερες Νομικές Σχολές της Ευρώπης και των ΗΠΑ και έχει πρωτοστατήσει στη δημιουργία του Συγκριτικού Δικαίου, ιδρύοντας  Ινστιτούτα Διεθνούς Δικαίου σε πόλεις της Μεγάλης Βρετανίας και των ΗΠΑ. Έχει εκδώσει 37 βιβλία γύρω από το Δίκαιο, τη γεωπολιτική, την Τέχνη και την ψυχοβιογραφία , που έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Για το έργο αυτό έχει τιμηθεί από πανεπιστήμια κι Ακαδημίες της Ευρώπης κι Αμερικής. Η βασίλισσα της Αγγλίας, το 2005, του απένειμε τον τίτλο του «Sir» για τις υπηρεσίες του στις διεθνείς νομικές σχέσεις, ενώ οι πρόεδροι της Γερμανίας, Ιταλίας, Γαλλίας του απένειμαν ανώτατες διακρίσεις για το έργο του στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο και τη συμβολή του στην προσπάθεια της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Αυτή λοιπόν η διεθνώς αναγνωρισμένη προσωπικότητα που ζει κι εργάζεται στο εξωτερικό, στα ανωτέρω βιβλία του εκφράζει την αγωνία του, ως Έλληνας κι ως διανοούμενος για την εξωτερική πολιτική που ακολουθεί η χώρα μας και καταθέτει τις προτάσεις του για την ελληνική εξωτερική πολιτική που πρέπει να ακολουθηθεί κατά τον 21ο αιώνα.
Προϋπόθεση για να προσεγγίσει ο μέσος αναγνώστης τα βιβλία αυτά είναι να λάβει υπόψη του ότι πρόκειται για συλλογή δοκιμίων κι άρθρων που πολλά απ’ αυτά έχουν δημοσιευτεί στον ελληνικό Τύπο.  Ο συγγραφέας στις εισαγωγές των βιβλίων του τονίζει ότι πρόκειται για συλλογές δοκιμίων-άρθρων, που εκφράζουν τον άνθρωπο Μαρκεζίνη, τον λόγιο, τον διανοούμενο κι όχι τον επιστήμονα του Διεθνούς Δικαίου, αν κι ο ίδιος αναγνωρίζει ότι η ενασχόληση του μ’ αυτό τον βοήθησε να εντρυφήσει στις Διεθνείς Σχέσεις. «Γράφω ως διανοούμενος, ελεύθερος κι ανεπηρέαστος από πολιτικές προτιμήσεις και  φιλοδοξίες».

Γεννήθηκα στο 1402, Παναγιώτης Κανελλόπουλος, εκδ. εφημ.Βήμα,

Ο τρόπος διαμόρφωσης της νεοελληνικής εθνικής συνείδησης είναι το θέμα που απασχολεί το συγγραφέα του "Γεννήθηκα στο 1402". Ο  Παναγιώτης Κανελλόπουλος (1902-1986), πνευματική και πολιτική προσωπικότητα της σύγχρονης Ελλάδας (καθηγητής Κοινωνιολογίας στο πανεπιστήμιο Αθηνών, ακαδημαϊκός, συγγραφέας αλλά και βουλευτής, υπουργός και δυο φορές πρωθυπουργός το1945 και το 1967) εκδίδει το 1957 το έργο του "Γεννήθηκα στα 1402". Το έργο αυτό έχοντας ως επίκεντρο τα τελευταία 51 χρόνια (1402-1453) της Βυζαντινής αυτοκρατορίας παρακολουθεί όλες τις αγωνιώδεις προσπάθειες της πολιτικής και πνευματικής ηγεσίας της εποχής εκείνης για το πώς μπορεί να διασωθεί η αυτοκρατορία από τους Οθωμανούς Τούρκους που τους απειλούσαν. Μέσα από τις προσπάθειες αυτές ξεπροβάλλει σιγά-σιγά -από ένα κύκλο διανοουμένων της Παλαιολόγειας Αναγέννησης- η επανασύνδεση του ελληνικού Γένους με την ελληνική αρχαιότητα και η απομάκρυνση τους από τη ρωμαϊκή κληρονομιά της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Οι λόγιοι της εποχής αυτοχαρακτηρίζονται με το όνομα Έλληνες, αποφεύγοντας το χαρακτηρισμό Ρωμιοί, που είχε επικρατήσει για χίλια σχεδόν χρόνια. «Έλληνες εσμέν, ων ηγείσθε και βασιλεύετε, ως η τε φωνή και η πάτριος παιδεία μαρτυρεί»» αναφωνεί ο Γεώργιος Γεμιστός ή Πλήθων σε επιστολή του προς τον αυτοκράτορα Μανουήλ Β! Παλαιολόγο (1391-1425). Η αφύπνιση της νεοελληνικής συνείδησης έχει ήδη ξεκινήσει!

Κυριακή, 6 Μαρτίου 2011

"Χιροσίμα αγάπη μου", κινηματογραφική ταινία του Alain Resnais, σενάριο Marguerite Duras


Κινηματογραφική ταινία του 1959, του Γάλλου σκηνοθέτη Αλαίν Ρεναί, σε σενάριο της  Γαλλίδας συγγραφέως  Μαργκερίτ Ντυράς. Μια ταινία του νέου γαλλικού κινηματογράφου,γνωστού ως "nouvelle vague", που παραμένει πάντα επίκαιρη και διαχρονική.
Η «Χιροσίμα, Αγάπη μου» είναι μια ταινία-δοκίμιο πάνω στη δύναμη της μνήμης ως όπλο ενάντια στο πέρασμα του χρόνου. Η μνήμη όμως μπορεί να προκαλεί αβάσταχτο πόνο, όταν μας πληγώνει για κάτι αγαπημένο που χάσαμε ή για κάτι φρικιαστικό που ζήσαμε. Γι αυτό έρχονται στιγμές που ο άνθρωπος θέλει να ξεχάσει τα γεγονότα της ζωής του που τον πονούν τόσο πολύ, για να μπορέσει να συνεχίσει να ζει. Απ’ τη άλλη όμως τη λησμονιά αυτών που κάποτε τον συγκλόνισαν τόσο την εκλαμβάνει  ως προδοσία, αυτών που αγάπησε τόσο πολύ ή αυτών που τον πλήγωσαν τόσο βαθιά, και δεν θέλει να ξεχάσει τελικά την ίδια τη ζωή του. Όμως όλα είναι ζήτημα χρόνου. Ο άνθρωπος γίνεται παρανάλωμα στο χρόνο!
      Μεγάλοι έρωτες, που νομίζει ο άνθρωπος ότι δεν θα ξεχάσει ποτέ, έρχεται καιρός που κάποτε λησμονιούνται! Πόλεμοι, φρικιαστικά εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας έρχεται κάποτε που ξεχνιούνται και τα τεκμήρια του καταντούν μουσειακά εκθέματα για να μη τα λησμονούν οι επερχόμενες γενιές! Αλλά η ζωντανή  μνήμη αυτών των ίδιων ανθρώπων που βίωσαν τα γεγονότα, μετά το θάνατο τους δεν υπάρχει πια. Και τα μουσειακά εκθέματα δεν είναι η ίδια η ζώσα μνήμη.
        Στην κινηματογραφική ταινία «Χιροσίμα, Αγάπη μου» συμπλέκονται δυο τραυματικές εμπειρίες, του έρωτα και του θανάτου, που σημάδεψαν τη μνήμη των ηρώων. Απ’ τη μια το βίαιο ξερίζωμα του πρώτου νεανικού έρωτα της  Γαλλίδας ηρωίδας του έργου για το νεαρό Γερμανό στρατιώτη, κατακτητή της πατρίδας της κατά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Απ’ την άλλη η καταστροφή της Χιροσίμας απ’ τη ρίψη της ατομικής βόμβας στον ίδιο πόλεμο, που σημάδεψε τη μνήμη του Ιάπωνα εραστή, τώρα, της ηρωίδας του έργου. Μήπως όμως κι ο καινούργιος έρωτας της Γαλλίδας δημοσιογράφου προς το Ιάπωνα αρχιτέκτονα-ξεναγό της στη μεταπολεμική Χιροσίμα θα ξεχαστεί, όπως οι προηγούμενες εμπειρίες τους; Η ανάγκη επιβίωσης κι ο χρόνος τα γιατρεύει όλα … γιατί ο άνθρωπος πρέπει να ζήσει!
     Πως όμως  μπορεί ο άνθρωπος να νικήσει το χρόνο και να περιγράψει τη συγκίνηση της ζώσας μνήμης αυτών  που έζησαν  αυτά τα συγκλονιστικά γεγονότα; Μόνο η Τέχνη μπορεί να μεταδώσει τη συγκίνηση του βιώματος που ο χρόνος – καταλύτης το διαβρώνει ώστε να ξεχαστεί. Κι εδώ ακριβώς έγκειται η αξία της τέχνης , αφού μόνο αυτή μετουσιώνει το βίωμα σε λογοτεχνία, σε τραγούδι, σε κινηματογράφο, σε ζωγραφιά, σε μουσική, σε ποίηση για να μη λησμονηθεί απ’ τις επερχόμενες γενιές!
       Η ανάμνηση είναι ένα προσωπικό συναίσθημα, που εξαφανίζεται μαζί με τον άνθρωπο που το έζησε, ενώ η Τέχνη είναι η ζωντανή μνήμη της ανθρωπότητας, που διασώζει την ουσία της ίδιας της ανθρώπινης ύπαρξης σε αντίθεση με την επιστήμη της ιστορίας, που καταγράφει την πορεία της ανθρωπότητας στο χρόνο με την ακρίβεια βέβαια του ψυχρού ορθολογισμού, εξορίζοντας όμως το συναίσθημα! 

                                                                                 Σούλη Αγγελική
                                                                                 Ζάκυνθος, καλοκαίρι 2005
Υ.Γ.
Ο σκηνοθέτης Αλαίν Ρεναί είναι ένας από τους εκπροσώπους του γαλλικού κινηματογραφικού ρεύματος, του «Νέου Κύματος», γνωστού ως Nouvelle Vague, που έδωσε έμφαση στο πλάνο και στο μοντάζ, υποβαθμίζοντας τους διαλόγους με τη μορφή των ερωταποκρίσεων, τις οποίες θεωρούσε ως δεκανίκια της εικόνας και αναβαθμίζοντας τον ουσιαστικό διάλογο. Στο ρεύμα αυτό ανήκει ο Γκοντάρ, ο Τρυφό, ο Θεόδωρος Αγγελόπουλος κι άλλοι.                                                                                               

Σκηνές από το βίο του Μάξιμου του Γραικού, Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, εκδ. εφημερ.Βήμα


Στο Πριγκιπάτο της Μόσχας στα 1518 μ.Χ. –μόλις 65 χρόνια μετά την Άλωση της Κων/λης- καταφθάνει ο Μάξιμος, ο επονομαζόμενος ο Γραικός, μοναχός και λόγιος απ’ το Άγιο Όρος, προσκεκλημένος απ’ τον πρίγκιπα Βασίλειο Γ! για να επιβλέψει τη διόρθωση των ιερών εκκλησιαστικών βιβλίων των Ρώσων.
Tην προσωπικότητα του Μάξιμου του Γραικού (1470-1556) επιλέγει ο συγγραφέας Μήτσος Αλεξανδρόπουλος (1924-2008) να ιστορήσει, διότι κατά την προσωπική μου γνώμη, αισθάνεται πολύ αλληλέγγυος μαζί της, αν και τους χωρίζουν σχεδόν 500 χρόνια. Είναι κι οι δυο Έλληνες που βρέθηκαν –για διάφορους λόγους ο καθένας- να ζουν στη μακρινή Μόσχα για πάρα πολλά χρόνια, τα πιο δημιουργικά της ζωής τους και ν’ ασχολούνται κι οι δυο με τα Γράμματα. Ο Μάξιμος μεταφράζοντας ελληνικά κείμενα στα ρώσικα και γράφοντας πλήθος επιστολών ενώ ο συγγραφέας Μ. Αλεξανδρόπουλος μεταφράζοντας κι ερμηνεύοντας τη ρώσικη λογοτεχνία[2] στα ελληνικά γράφοντας διάφορες μελέτες, όταν βρέθηκε -μετά τα δραματικά γεγονότα που συνέβησαν στην Ελλάδα τη δεκαετία του 1940- ως πολιτικός πρόσφυγας[3] στη Ρωσία, εργαζόμενος στο Λογοτεχνικό Ινστιτούτο[4] της Μόσχας. Και για τους δυο είχε απαγορευτεί η επιστροφή στην πατρίδα για πολλά χρόνια, μόνο που ο Μ. Αλεξανδρόπουλος πρόφτασε να επιστρέψει   και να πεθάνει  στην  Ελλάδα, ενώ  ο   Μάξιμος πέθανε στην ξενιτιά με τη νοσταλγία της πατρίδας του να τον κατατρύχει.    Βέβαια ο στόχος του συγγραφέα –όπως δηλώνεται στο Σημείωμα της Α! έκδοσης του έργου στα ρώσικα- δεν περιορίζεται στη μυθιστορηματική βιογραφία του Μάξιμου Γραικού αλλά φιλοδοξεί να ζωντανέψει «τον άνθρωπο και την εποχή του […] και συγκεκριμένα το δημιουργικό πυρετό που ζούσε τότε η Ρωσία […] που η παλιά τάξη αποσυρόταν απ’ το ιστορικό προσκήνιο και στη θέση της ερχόταν ένας καινούργιος κόσμος». Αυτά που εξιστορούνται στο «Σκηνές απ’ το βίο του Μάξιμου, του Γραικού»  αποτελούν κεφάλαια της ρώσικης ιστορίας, αναφέρει ο συγγραφέας, αλλά σχετίζονται και με την ελληνική ιστορία, αφού ο Μάξιμος, ως φορέας του ελληνικού ορθόδοξου πνεύματος, μεταλαμπαδιάζει αυτό στο νεοσύστατο τότε εθνικό κράτος της Μοσχοβίας.
           Κάτω απ’ αυτό το πρίσμα, ένα άλλο κοινό σημείο του Μάξιμου και του συγγραφέα θα μπορούσε να είναι ότι κι δυο βίωσαν στη Μόσχα ένα διαφορετικό μετασχηματισμό της ρωσικής κοινωνίας και του κράτους. Η στημένη δίκη του Μάξιμου ίσως θύμιζε στον Αλεξανδρόπουλο τις στημένες δίκες επί Στάλιν, χάριν του Σοβιετικού μετασχηματισμού της ρωσικής κοινωνίας. Πως λοιπόν να μη συγκινηθεί ο συγγραφέας απ’ τη σεβάσμια μορφή του Μάξιμου, που όπως κι αυτός, βρέθηκαν  κι δυο μέσα στη δίνη των ιστορικών-πολιτικών γεγονότων της εποχής τους, τα οποία σημάδεψαν τη ζωή τους;

     Το Βυζάντιο λοιπόν στα πλαίσια της βυζαντινής διπλωματίας του, είχε ήδη εκχριστιανίσει τα ρωσικά φύλα απ’ την εποχή της εμφάνισης τους στην περιοχή του Κιέβου, κατά τον 9ο και 10ο αιώνα μ.Χ. επί ηγεμονίας της Όλγας πρώτα και του Βλαδίμηρου αργότερα, ο οποίος γι’ αυτό ακριβώς το λόγο είχε νυμφευτεί τη βυζαντινή πριγκίπισσα Άννα, αδελφή του αυτοκράτορα Βασιλείου Β!Βουλγαροκτόνου. Μετά την ίδρυση της Μόσχας (1156 μ.Χ.) και την πτώση της Κων/λης (1453 μ.Χ.) εμφανίζεται η θεωρία της Μόσχας ως τρίτης Ρώμης δηλ. ως της μόνης και τελευταίας πρωτεύουσας του χριστιανισμού. Με την πολιτικοθρησκευτική αυτή θεωρία το ισχυρό τώρα πια ρωσικό κράτος της Μόσχας προσπαθεί να παρουσιαστεί ως συνεχιστής της Βυζαντινής κληρονομιάς και να επιβληθεί στους άλλους χριστιανικούς λαούς. Έχει ανάγκη λοιπόν να μεταφραστούν στη ρώσικη γλώσσα πολλά ιερά βιβλία των πατέρων της Εκκλησίας και να διευκρινιστούν τα ασαφή σημεία των κειμένων τους. Ζητούν λοιπόν απ’ την ξακουστή μονή του Βατοπαιδίου του Αγίου Όρους έναν ικανό μοναχό να επιβλέψει το έργο αυτό.
          Τελικά στέλνεται ο Μάξιμος, κατά κόσμο Μιχαήλ Τριβώλης, που είχε γεννηθεί στην Άρτα, γύρω στα 1470. Ο Μάξιμος, αφού σπούδασε στην Κέρκυρα και Ιταλία, εργάστηκε στις ιταλικές πόλεις τον καιρό της Αναγέννησης μεταφράζοντας αρχαία χειρόγραφα και τυπώνοντας εκεί τα πρώτα ελληνικά βιβλία. Βαθύς γνώστης της αρχαίας ελληνικής και λατινικής γραμματείας, πολύγλωσσος, πνεύμα ανήσυχο, γοητεύεται από τον Ιερώνυμο Σαβαναρόλα[1] εγκαταλείπει τα εγκόσμια, ενδύεται το μοναχικό σχήμα και μονάζει σ’ ένα μοναστήρι καθολικών. Απογοητεύεται όμως, ξαναφορά το λαϊκό ένδυμα αλλά τον επόμενο χρόνο ενδύεται ξανά το μοναχικό σχήμα κι αποφασίζει να μονάσει οριστικά στην ορθόδοξη μονή του Βατοπαιδίου του Αγίου Όρους, αναζητώντας εκεί τη βαθύτερη αλήθεια που θα έδινε νόημα στη ζωή του. Η μοίρα όμως θέλησε να ζήσει στη Ρωσία, τα τελευταία 40 χρόνια της ζωής του, στην αρχή ως τιμώμενο πρόσωπο αλλά αργότερα ως διωκόμενο από τη θρησκευτική και κοσμική εξουσία.



Ο Μεγάλος Αμπάι, Μιχάλης Μοδινός, εκδ. Καστανιώτη, 2006

Ο  Μιχ. Μοδινός με το νέο βιβλίο του «ο Μεγάλος Αμπάι» μας χάρισε το ωραίο ταξίδι προς τις πηγές του Νείλου, του Μεγάλου Αμπάι, όπως αποκαλείται στην τοπική αιθιοπική διάλεκτο ο ποταμός–πηγή του Νείλου, που πηγάζει από τη λίμνη Τάνα,  η οποία βρίσκεται πάνω στα πανύψηλα βουνά της Αιθιοπίας. Για τον Τζέιμς Μπρους, τον αρχηγό της εξερευνητικής ομάδας, στόχος του ταξιδιού ήταν η ανακάλυψη των πηγών του Νείλου, κάτι που δεν το είχαν επιτύχει στο παρελθόν, ούτε ο Καμβύσης, ούτε ο Μέγας Αλέξανδρος, ούτε ο Ιούλιος Καίσαρ. Για το Γραικό Στρατή Ταταράκη, συνοδοιπόρο του Μπρους, στόχος ήταν η πορεία προς τις πηγές του Νείλου, η οποία τόσες εμπειρίες και βιώματα  του χάρισε!
        Ο συγγραφέας, Μ. Μοδινός, ένας απ’ τους πρώτους οικολόγους  στην Ελλάδα –όταν η οικολογία ήταν άγνωστη ακόμα στο ευρύ κοινό- καταθέτει την ψυχή του μετουσιώνοντας σε λογοτεχνία βιώματα κι εμπειρίες απ’ τα ταξίδια του στη Μαύρη Ήπειρο! Ένας Ευρωπαίος, παιδί του Διαφωτισμού αλλά με ρίζες που ακουμπούν και στην Ανατολή, ο Στρατής Ταταράκης, ο κεντρικός ήρωας, το alter ego του συγγραφέα, στέκει εκστατικός μπροστά στο διαφορετικό και προσπαθεί να κατανοήσει τον «πρωτόγονο πολιτισμό» των αφρικάνικων φυλών απαλλαγμένος από τα δυτικά στερεότυπα. Τελικά ο «Μεγάλος Αμπάι» είναι ένα ταξίδι στο γεωγραφικό χώρο, στον ιστορικό χρόνο, ένα ταξίδι οικολογικό κι ανθρωπολογικό, στο οποίο έρχονται αντιμέτωπες δυο διαφορετικές  νοοτροπίες και στάσεις ζωής, η ορθολογιστική του δυτικού πολιτισμού και η περισσότερο αισθησιοκρατική  του ανατολίτικου πολιτισμού.