Το ιστολόγιο της Αγγελικής Π. Σούλη

Η καταγραφή των αναγνώσεων αυτών ξεκίνησε από την επιθυμία μου να μην ξεχασθούν ιδέες και συναισθήματα που κάποτε με είχαν συγκινήσει.
Γράφοντας συνειδητοποίησα ότι ο χρόνος που αφιέρωνα στην ανάλυση, σύνθεση, αξιολόγηση του έργου, μου χάριζε ένα αίσθημα δημιουργίας.
Η επαγγελματική μου απασχόληση (φιλόλογος) μου έδωσε τα κίνητρα και τα μέσα για αυτές τις αναγνώσεις. Κι έτσι με συνεπήρε το ταξίδι της ανάγνωσης και της γραφής!
Κι ανοίχτηκε μπροστά μου ένας ολόκληρος κόσμος, σχεδόν ανεξερεύνητος,της δημιουργικής ανάγνωσης και γραφής.
"Η ανάγνωση δεν μπορεί να είναι ούτε μία ούτε άπειρες" όπως τονίζει ο Ουμπέρτο Έκο, αφού η υποκειμενική ερμηνεία του γράφοντος πρέπει να δένει με τους περιορισμούς που θέτει το κείμενο.

Και μια διευκρίνιση:
Καμμιά ανάγνωση δεν μπορεί να αντικαταστήσει το ίδιο το βιβλίο αλλά μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο ανάμεσα στον αναγνώστη και στο βιβλίο φωτίζοντας το, κάνοντας το πιο κατανοητό και καλλιεργώντας συγχρόνως τη φιλαναγνωσία.



Σάββατο, 5 Νοεμβρίου 2016

"1915 O Εθνικός Διχασμός" Γ.Θ.Μαυρογορδάτος, εκδ. Πατάκη, 2015


Ο Γιώργος Θ. Μαυρογορδάτος, καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας, με το βιβλίο του «1915 Ο Εθνικός Διχασμός» εξετάζει σε βάθος το Διχασμό του ελληνικού έθνους και κράτους στις αρχές του 20ου αιώνα, που έμεινε γνωστός ως σύγκρουση του τότε πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου με το βασιλιά Κωνσταντίνο με αφορμή τη συμμετοχή της Ελλάδας στον Α! Παγκόσμιο Πόλεμο (1914 -1918) και με επακόλουθο δυστυχώς τη Μικρασιατική καταστροφή. Ο συγγραφέας σ’ ένα ευανάγνωστο βιβλίο 343 σελίδων, τολμά να πει και να τεκμηριώσει πράγματα που δύσκολα το έθνος ομολογεί κι αποδέχεται. Στην Εισαγωγή του βιβλίου του ο συγγραφέας εξηγεί ότι «το ζητούμενο είναι η κατανόηση, η εξήγηση, η ερμηνεία, κι όχι η εξύμνηση, ούτε η καταγγελία  Ωστόσο μπορεί να δημιουργηθεί στον αναγνώστη η εντύπωση ότι το βιβλίο μεροληπτεί υπέρ του Βενιζέλου, αυτό όμως προκύπτει από τα ίδια τα πράγματα κι όχι από πρόθεση (του συγγραφέα)". Επίσης στην ίδια Εισαγωγή εκφράζει την πικρία του ότι «δεν κατάφερα να προκαλέσω με την ερμηνεία μου ευρύτερη και γονιμότερη συζήτηση, όπως θα συνέβαινε σε άλλη χώρα». Το βιβλίο όμως αυτό δεν πέρασε απαρατήρητο από ανθρώπους των Γραμμάτων και των Επιστημών γράφοντας κριτικές σε εφημερίδες ή αναφέροντας το ως πηγή στις δημόσιες συζητήσεις τους μέσω του ραδιοφώνου.
Αναζητώντας λοιπόν ο συγγραφέας τα βαθύτερα αίτια του Εθνικού Διχασμού μας καταλήγει ότι πίσω από την άγρια σύγκρουση των δυο προσωπικοτήτων Βενιζέλου – Κωνσταντίνου βρίσκεται η κρίση που αντιμετώπισε το ελληνικό έθνος, όταν έφτασε η ώρα να ολοκληρωθεί εθνικά δηλαδή να συμπεριλάβει και να ενσωματώσει στο κράτος του το πλήθος των αλύτρωτων αδελφών Ελλήνων που είχαν απελευθερωθεί κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων κυρίως. Με άλλα λόγια η Μεγάλη Ιδέα που ονειρεύονταν οι Έλληνες και η οποία είχε γίνει επίσημη εξωτερική πολιτική του ελληνικού κράτους για πάνω από 70 χρόνια, τελικά όταν έφτασε η ώρα σχεδόν να ολοκληρωθεί προκάλεσε τέτοιους τριγμούς στο πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο της χώρας, που φτάσαμε μέχρι τον Εθνικό Διχασμό! Αυτός ο Διχασμός που θύμιζε σε πολλά εμφύλιο πόλεμο –μέχρι και στη δημιουργία δυο κρατών φτάσαμε- είχε καταστρεπτικές συνέπειες για τον ελληνισμό, αφού η σύγκρουση αυτή επηρέασε και την εξέλιξη της Μικρασιατικής εκστρατείας ξεριζώνοντας από τις προαιώνιες εστίες τους Έλληνες της Μικράς Ασίας κι Ανατολικής Θράκης! Αυτή είναι η πικρή αλήθεια την οποία δεν θέλουμε πολλοί να ανασκαλεύουμε εμμένοντας σε στερεότυπα και μύθους.
 

Πρώτο μέρος: το Χρονικό του Εθνικού Διχασμού            (χρονικά όρια και γεγονότα)


Ο συγγραφέας τοποθετεί τα χρονικά όρια του Εθνικού Διχασμού από το 1909 ως το 1922, δηλαδή από την εξέγερση του στρατού στο Γουδί ως τη Μικρασιατική Καταστροφή και δεν την περιορίζει μόνο στο διάστημα 1915-1917, όπως είναι ευρέως γνωστή. Βέβαια η επίσημη έναρξη του Διχασμού ξεκινά το 1915, με τη ρήξη Βενιζέλου –Κωνσταντίνου, όταν ο τελευταίος αναγκάζει σε παραίτηση και μάλιστα δύο φορές την εκλεγμένη κυβέρνηση του Βενιζέλου και εγκαθιδρύει το δικό του «κωνσταντινικό καθεστώς» μέχρι το 1917, όπου αναγκάζεται σε παραίτηση από το θρόνο του κάτω από την πίεση και της Αντάντ. Η σύγκρουση όμως υπόβοσκε ήδη από την εξέγερση στο Γουδί, όταν ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος ως κύρια   αιτήματα του είχε την απομάκρυνση του Διαδόχου Κωνσταντίνου και των άλλων βασιλοπαίδων από την ενεργό στρατιωτική υπηρεσία (είχε προηγηθεί ο ταπεινωτικός πόλεμος του 1897) και την πάταξη της συναλλαγής και διαφθοράς στη δημόσια διοίκηση. H σύγκρουση Βενιζέλου–Κωνσταντίνου υπάρχει όμως, σε ήπια μορφή, και κατά τη διάρκεια των νικηφόρων Βαλκανικών πολέμων (1912-13), ενώ μετά τη δολοφονία του Γεωργίου Α!, την άνοδο στο θρόνο του Κωνσταντίνου το Μάρτη του 1913, και το ξέσπασμα του Α! παγκοσμίου πολέμου με τη συμμετοχή ή μη της Ελλάδας σε αυτόν παίρνει πια ανοιχτή μορφή που διαρκεί ως το 1917. Η σύγκρουση όμως συνεχίζεται μεταξύ βενιζελικών κι αντιβενιζελικών-κωνσταντινικών πιο ήπια και κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης Βενιζέλου 1917-1920, όπου κορυφώνεται στις μοιραίες εκλογές του 1920, στις οποίες καταφέρνουν να νικήσουν οι κωνσταντινκοί και να επαναφέρουν τον Κωνσταντίνο στο θρόνο (1920-1922). Κάτω όμως από το βάρος της Μικρασιατικής Καταστροφής κηρύσσεται πια έκπτωτη η βασιλική δυναστεία κι ανακηρύσσεται η Α! Ελληνική Δημοκρατία. Γενικά η πολιτική σύγκρουση των δυο ανδρών συνοψίζεται στις γνωστές φράσεις που αποτέλεσαν στόχο και σύμβολο της πολιτικής τους «η Ελλάς των δυο ηπείρων και των πέντε θαλασσών» του Βενιζελισμού και  «η μικρά αλλά τιμία Ελλάς» του Αντιβενιζελισμού.
Ο συγγραφέας, κατά τη γνώμη μου επιλέγει να θέσει στον τίτλο του βιβλίου του το έτος 1915, διότι αφενός σηματοδοτεί και προβάλλει το χρόνο της τυπικής έναρξης του ελληνικού Εθνικού Διχασμού κι αφετέρου θέλει να στείλει συνειρμικά ένα μήνυμα στους αναγνώστες του, για να τους υπενθυμίσει τι συνέβαινε στην Ελλάδα το 1915 δηλαδή πριν ακριβώς 100 χρόνια. Και το μήνυμα αυτό δεν είναι άσχετο με το έτος έκδοσης του βιβλίου του (2015) και την Ελλάδα της κρίσης, των Μνημονίων και του φαντάσματος ενός νέου διχασμού πάνω από την πατρίδα μας.

Τα γεγονότα του Εθνικού Διχασμού:
Τα ιστορικά και πολιτικά γεγονότα της περιόδου 1909-1922 είναι πάρα πολλά και πυκνά και πολύ συχνά συνοδεύονται από αποσπάσματα ημερολογίων, επιστολών, δημοσίων εγγράφων, που τεκμηριώνουν τα αναφερόμενα αλλά "διασπούν" τη χρονική αλληλουχία των γεγονότων πολλές φορές. Για ευνόητους λόγους προχώρησα στην ομαδοποίηση των γεγονότων σε μεγάλες ενότητες, και φυσικά στην επιλογή όσων έκρινα απαραίτητα για την επαρκή παρουσίαση της περιόδου αυτής.

Α. Από το Γουδί ως το σχηματισμό της πρώτης κυβέρνησης Βενιζέλου (15 Αυγούστου 1909 ως 10 Οκτωβρίου 1910).
Απορία προκαλεί το γεγονός ότι μεσολάβησε διάστημα 14 μηνών από την εξέγερση του Στρατού στο Γουδί μέχρι να αναλάβει πρωθυπουργός ο Ελευθέριος Βενιζέλος, τον οποίο είχε καλέσει ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος από την Κρήτη για να υλοποιήσει τα αιτήματα που ζήτησε ο στρατός αλλά κι ο λαός –όπως φάνηκε από τα συλλαλητήρια που ακολούθησαν- για «Ανόρθωση» της χώρας. Η αλήθεια είναι ότι τους τέσσερις πρώτους μήνες μετά την εξέγερση, τα λεγόμενα πια παλαιά κόμματα (Ράλλη, Θεοτόκη ) δεν μπορούσαν να υλοποιήσουν τα αιτήματα αυτά. Κι όταν ήρθε ο Βενιζέλος από την Κρήτη το Δεκέμβρη του 1909 με μεγάλες προσδοκίες για ριζικές αλλαγές που γέμιζαν ελπίδες αλλά και φόβο διαφορετικά τμήματα του πληθυσμού, αυτός δεν σχηματίζει κυβέρνηση. Διαβουλεύεται με το βασιλιά Γεώργιο Α!, τους αρχηγούς των παλαιών κομμάτων και συμφωνούν σε κυβέρνηση Στέφανου Δραγούμη, η οποία θα διενεργούσε εκλογές για ανάδειξη Αναθεωρητικής Βουλής κι επιστρέφει στην Κρήτη, αφού διαλύεται ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος. Στις εκλογές που γίνονται ένα χρόνο μετά το Γουδί στις 8-8-1910 κερδίζουν τα παλαιά κόμματα, δημιουργείται νέο αδιέξοδο και ξανακαλούν τον Βενιζέλο από την Κρήτη, ο οποίος φθάνει στην Αθήνα και στις 5 Σεπτεμβρίου 1910 κι εκφωνεί τον πρώτο πολιτικό του λόγο από εξώστη στην πλατεία Συντάγματος. Εκεί αντιπαρατίθεται με μερίδα του συγκεντρωμένου πλήθους που φώναζε «Συντακτική Εθνοσυνέλευση» επιμένοντας ο ίδιος στην «Αναθεωρητική» και κάλεσε μάλιστα το Στέμμα να τεθεί επικεφαλής της Ανορθωτικής κινήσεως του κράτους. Ο συγγραφέας γράφει «ο μεγάλος συμβιβασμός είχε γίνει από την πρώτη στιγμή με την εξασφάλιση του Στέμματος απ’ τα αντιδυναστικά ρεύματα που απαιτούσαν Συντακτική Συνέλευση», η οποία μπορούσε να προβεί σε αλλαγή του Συντάγματος, που σήμαινε ίσως και αλλαγή του πολιτεύματος από βασιλευόμενη σε αβασίλευτη δημοκρατία και πιο κάτω αναφέρει «έτσι εξηγείται μια σειρά συμβιβασμών (του Βενιζέλου) που ξάφνιασαν τους συγχρόνους του και επικρίθηκαν απ’ τους μεταγενέστερους».
Μετά από ένα μήνα τον Οκτώβρη 1910 ο Βενιζέλος διορίζεται πρωθυπουργός από τον Γεώργιο Α!, δημιουργείται το κόμμα των Φιλελευθέρων, διαλύεται η Α! Αναθεωρητική Βουλή, προκηρύσσονται εκλογές για τον επόμενο μήνα που θα εξέλεγε τη Β! Αναθεωρητική Βουλή. Τα παλαιά κόμματα θεωρούν συνταγματικό πραξικόπημα τη διάλυση της Α! Αναθεωρητικής, απέχουν από τις νέες εκλογές και το κόμμα των Φιλελευθέρων του Βενιζέλου κερδίζει τις 307 από τις 362 έδρες της Βουλής.  

Β. Η πρώτη διακυβέρνηση Βενιζέλου (Νοέμβριος 1910 - Φεβρουάριος 1915).
(Περίοδος αστικού εκσυγχρονισμού του κράτους και σχετικής εθνικής ολοκλήρωσης αλλά και συμβιβασμών με το Παλάτι).
Με το νέο αναθεωρημένο Σύνταγμα του 1911 καθιερώνεται η υποχρεωτική και δωρεάν στοιχειώδης εκπαίδευση, διευρύνονται οι αναγκαστικές απαλλοτριώσεις γης για την αποκατάσταση ακτημόνων, απαγορεύονται να εκλέγονται βουλευτές οι εν ενεργεία στρατιωτικοί και δημόσιοι υπάλληλοι, ψηφίζεται η ισοβιότητα των δικαστών και η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων, προστατεύεται η «επίσημη» γλώσσα του κράτους κι άλλα. Γενικά και η εσωτερική  κοινωνική πολιτική της κυβέρνησης προσαρμόζεται διαρκώς στην αλυτρωτική αποστολή της, δηλαδή στην ενσωμάτωση των αλύτρωτων αδελφών στο ελληνικό κράτος, που πρόσφατα είχαν απελευθερωθεί. Γι αυτό προχώρησε την αγροτική μεταρρύθμιση με κατάτμηση των μεγάλων γαιών σε μικρότερους κλήρους, την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση και τη χρήση της δημοτικής γλώσσας, τη θέσπιση εργατικής νομοθεσίας για την προστασία των εργατών.         
Απόλυτη προτεραιότητα για τη κυβέρνηση Βενιζέλου είχε η αλυτρωτική πολιτική της όπως διαμήνυε συχνά ο Βενιζέλος, δηλαδή όχι μόνο η απελευθέρωση αλλά και η ενσωμάτωση των αλύτρωτων αδελφών στο ελληνικό κράτος. Γι αυτό ήθελε να επιτύχει τη μέγιστη δυνατή εθνική ομοψυχία, εν όψει των επικείμενων Βαλκανικών πολέμων, που διέβλεπε να έρχονται. Έτσι εξηγεί ο ίδιος τους συμβιβασμούς του με το Παλάτι, όπως η επαναφορά του διαδόχου Κωνσταντίνου στην ηγεσία του στρατού -μη ικανοποιώντας (!) έτσι βασικό αίτημα του Στρατιωτικού Συνδέσμου- και η δημιουργία του Γενικού Επιτελείου Στρατού, ως αυτόνομης εξουσίας ισότιμης σχεδόν με την κυβέρνηση.
Οι Βαλκανικοί πόλεμοι (Οκτώβρης 1912- Ιούλης 1913) «υπήρξαν το μεγαλύτερο επίτευγμα του νεοελληνικού κράτους από την ίδρυση του» αναφέρει ο συγγραφέας.
Μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα, εννέα μηνών, και με το λιγότερο σχετικό κόστος διπλασιάστηκε σχεδόν η έκταση του νεοελληνικού κράτους και ο πληθυσμός του με την προσάρτηση των λεγόμενων «Νέων Χωρών» (Μακεδονία, Ήπειρος, Κρήτη, νησιά Βορείου κι Ανατολικού Αιγαίου). Επετεύχθη ένα τεράστιο έργο, το οποίο κινδύνευε να χαθεί ένα χρόνο αργότερα, όταν ξέσπασε ο Α! παγκόσμιος πόλεμος και η Οθωμανική Αυτοκρατορία και η Βουλγαρία, σύμμαχοι της Γερμανίας, διεκδικούσαν να  πάρουν πίσω τα εδάφη αυτά.

Η διαφωνία και η ρήξη πρωθυπουργού και βασιλέως
Και σε αυτή τη κρίσιμη για την Ελλάδα στιγμή ξεσπά ο Εθνικός Διχασμός. Ο πρωθυπουργός Ελ. Βενιζέλος έβλεπε ότι έπρεπε να υπερασπιστούμε τα εθνικά μας συμφέροντα συμμετέχοντας στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ (Αγγλία, Γαλλία. Ρωσία…), αφού στο αντίπαλο στρατόπεδο  βρίσκονταν οι λεγόμενες Κεντρικές Δυνάμεις με επικεφαλής τη Γερμανία και τους εχθρούς μας, Οθωμανική Αυτοκρατορία και Βουλγαρία. Αντίθετα ο βασιλεύς Κωνσταντίνος –αν κι ανεύθυνος ως Ανώτατος Άρχοντας- επέμενε στην «ουδετερότητα» της Ελλάδας, αφού δεν μπορούσε να βρεθεί στο ίδιο στρατόπεδο με την Οθωμανική Αυτοκρατορία και τη Βουλγαρία. Στην πραγματικότητα βρισκόταν στο πλευρό της Γερμανίας, αφού η σύζυγος του βασίλισσα Σοφία ήταν αδελφή του Κάϊζερ και η οποία υπερασπιζόταν τα συμφέροντα της πατρίδας της και της δυναστείας Χοεντζόλερν από την οποία καταγόταν κι όχι της χώρας στην οποία στέφθηκε βασίλισσα. Η ουδετερότητα της χώρας είχε λαϊκή αποδοχή, αφού ο λαός ήθελε να αποφύγει τα δεινά ενός πόλέμου, ενώ αγνοούσε τη ταύτιση του Παλατιού με τα γερμανικά συμφέροντα.
Αυτή τη γνώριζαν λίγα πρόσωπα, που αποτελούσαν το στενό κύκλο του βασιλικού ζεύγους. Ο Γ. Στρέϊτ γερμανικής καταγωγής, γεννηθείς στην Πάτρα,  σύμβουλος του Κωνσταντίνου, ο Ιωάννης Μεταξάς ο μετέπειτα δικτάτορας, ο Βίκτωρ Δούσμανης υπαρχηγός και μετά αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού. Από τα ημερολόγια του Ι. Μεταξά και του Στρέϊτ αποδεικνύεται η διαρκής μυστική επαφή των προσώπων αυτών με εκπροσώπους της γερμανικής πρεσβείας στην Αθήνα, τον πρεσβευτή, τον στρατιωτικό ακόλουθο, τον διευθυντή της γερμανικής αρχαιολογικής υπηρεσίας και τον διαβόητο βαρόνο Σενκ αντιπρόσωπο της γερμανικής πολεμικής βιομηχανίας Κρουπ κι υπεύθυνο της γερμανικής προπαγάνδας που εξαγόραζε εφημερίδες και δημοσιογράφους. «Γύρω από τον Κωνσταντίνο συσπειρώθηκαν κάθε λογής συντηρητικές κι αντιδραστικές δυνάμεις που ήθελαν να ακυρώσουν όσες αλλαγές είχαν μεσολαβήσει ή δρομολογηθεί απ’ το 1909», αναφέρει ο συγγραφέας.
         Αντίθετα ο Βενιζέλος είχε δείξει πολύ διαλλακτικός με το Παλάτι στην αρχή της διακυβέρνησης του αναθέτοντας στα πρόσωπα αυτά κυβερνητικές θέσεις. Ο Στρέϊτ είχε διατελέσει υπουργός Εξωτερικών ενώ ο Ι. Μεταξάς, νεαρός αξιωματικός τότε και γερμανοσπουδασμένος είχε διατελέσει υπασπιστής του για 4 χρόνια. Βέβαια υπήρξε η ατυχία να δολοφονηθεί ο βασιλεύς Γεώργιος Α! με τον οποίον συνεργαζόταν καλά ο Βενιζέλος, το Μάρτη του 1913, από κάποιον Σχοινά πίσω από τον οποίο βρίσκονταν οι γερμανικές μυστικές υπηρεσίες, γεγονός που ευνόησε βέβαια την άνοδο του Κωνσταντίνου στο θρόνο. Γενικότερα  ο  Βενιζέλος πίστευε  ότι θα κέρδιζε τα άτομα αυτά κι ότι θα έπειθε και το βασιλέα  Κωνσταντίνο να συμπράξει μαζί του καλλιεργώντας του τη φιλοδοξία του για την υλοποίηση της Μεγάλης Ελλάδας.
Διαβάζουμε από τις 3 επιστολές-υπομνήματα που έστειλε ο Βενιζέλος στον Κωνσταντίνο για να αποφύγει τη ρήξη μεταξύ τους το Φεβρουάριο του 1915  « να δημιουργήσετε δια της σπάθης Υμών τη Μεγαλειτέρα Ελλάδα ή σκεφτείτε να μπείτε έφιππος νικητής στην Κωνσταντινούπολη». Ο ίδιος ο Κωνσταντίνος γράφει σε άλλη επιστολή προς το γυναικάδελφο του Κάίζερ της Γερμανίας «η χώρα μου θα μπορούσε να με θεωρήσει προδότη, αν δεν αποδεχόμουν την προσφορά της Αντάντ με την οποία θα πενταπλασιαζόταν το κράτος μου». Ο Κάϊζερ από την άλλη του υποσχόταν να μην ανησυχεί διότι θα συγκρατούσε τους συμμάχους του Βούλγαρους και Οθωμανούς να μην διεκδικήσουν τα εδάφη που πρόσφατα απόκτησαν οι Έλληνες!
Η επιρροή όμως της Σοφίας Χοεντόλερν αποδείχτηκε ισχυρότερη, φαίνεται, κι έτσι φτάσαμε στη ρήξη πρωθυπουργού κι Ανώτατου Άρχοντος που οδήγησε σε αναγκαστική παραίτηση της εκλεγμένης κυβέρνησης από το λαό το Φεβρουάριο του 1915.

Γ. Ο καθαυτός Εθνικός Διχασμός - το «κωνσταντινικό» καθεστώς (Φεβρουάριος 1915-Ιούνιος 1917: από την αναγκαστική παραίτηση κυβέρνησης Βενιζέλου ως το Διχασμό του ελληνικού κράτους το Σεπτέμβριο 1916 και την επανένωση του μετά την εκδίωξη του Κωνσταντίνου από την Ελλάδα).
Μετά την αναγκαστική παραίτηση της κυβέρνησης Βενιζέλου ακολουθεί μια περίοδος 2 ετών και 4 μηνών πολιτικής ανωμαλίας και συνταγματικών εκτροπών που διχάζει το λαό, το στρατό, το κράτος ενώ ο Α! Παγκόσμιος πόλεμος μαίνεται στην Ευρώπη και στα βόρεια σύνορά μας. Ο Δημήτρης Γούναρης, βουλευτής Πατρών, διορίζεται πρωθυπουργός από τον Κωνσταντίνο για πρώτη φορά και καταφέρνει να διατηρηθεί στην εξουσία για 6 μήνες μέχρι που ο Βενιζέλος ξανασχηματίζει κυβέρνηση. Ο Γούναρης αναδείχτηκε αρχηγός του Αντιβενιζελισμού και συνέβαλε τα μέγιστα στην όξυνση μεταξύ βενιζελικών κι αντιβενιζελικών. Αναφέρει ο συγγραφέας «με τις σκόπιμες ενέργειες του κατέστησε αγεφύρωτο το χάσμα μεταξύ Κωνσταντίνου-Βενιζέλου και των παρατάξεων τους. Έδειξε από την πρώτη στιγμή ότι δεν είχε κανένα ενδοιασμό ν’ ασκήσει κρατική ή παρακρατική βία εναντίον των πολιτικών του αντιπάλων. Η πρωθυπουργία του Δημητρίου Γούναρη κατέστησε οριακή κι αμετάκλητη την ιστορική σύγκρουση που εύλογα ονομάστηκε Εθνικός Διχασμός».
Οι δυνάμεις της Αντάντ με διοικητή το Γάλλο Σαράϊγ στο Μακεδονικό Μέτωπο και το ναύαρχο Φουριέ στο Ανατολική Μεσόγειο δεν διστάζουν σε διάφορες φάσεις της περιόδου αυτής να επέμβουν στη Θεσσαλονίκη, στην Κέρκυρα, στη Θάσο, να επιβάλλουν ναυτικό αποκλεισμό στα παράλια μας, να βομβαρδίσουν τον Πειραιά πιέζοντας τις περισσότερες φορές το «κωνσταντινικό» καθεστώς να αποσυρθεί υπέρ του βενιζελικού. Από την άλλη πλευρά οι Βούλγαροι καταλαμβάνουν αρχικά το οχυρό Ρούπελ σε νευραλγικό σημείο της άμυνας μας κι αργότερα την Ανατολική Μακεδονία. 
Στο εσωτερικό της χώρας προκηρύσσονται εκλογές για την 31η  Μαϊου 1915 στις οποίες αναδεικνύεται νικητής ο Βενιζέλος. Ο Ανώτατος Άρχοντας κωλυσιεργεί να του αναθέσει το σχηματισμό κυβέρνησης κι όταν αυτό γίνεται μετά δυο μήνες στις 8 Αυγούστου 1915, τον αναγκάζει σε δεύτερη αναγκαστική παραίτηση της κυβέρνησης του, στα τέλη Σεπτεμβρίου του ιδίου έτους! Από τη δεύτερη παραίτηση της κυβέρνησης Βενιζέλου ως το ερχομό της Προσωρινής Κυβέρνησης Βενιζέλου στη Θεσσαλονίκη στις 14 Σεπτέμβρη 1916 μεσολαβεί ένας χρόνος ακριβώς, όπου επικρατεί χάος. Συχνές αλλαγές δοτών πρωθυπουργών και υπηρεσιακών (Ζαίμης, Σκουλούδης, Ν. Καλογερόπουλος,  Σπ. Λάμπρου, Ζαίμης ξανά), προκηρύξεις εκλογών εκ των οποίων πραγματοποιείται μόνο αυτή του Δεκεμβρίου 1915 με αποχή του κόμματος των Φιλελευθέρων και δημιουργία των Συνδέσμων Επιστράτων, οι οποίοι επιδόθηκαν στην τρομοκράτηση των βενιζελικών. Οι Επίστρατοι ήταν η πρώτη μαζική πολιτική οργάνωση στην Ελλάδα με 200.000 μέλη κατανεμημένα σε τοπικούς Συνδέσμους που δήλωναν τυφλή πίστη κι υπακοή στο βασιλιά Κωνσταντίνο. Στη δημιουργία των Επιστράτων πρωτοστάτησε ο Ιωάννης Μεταξάς, ο μετέπειτα δικτάτορας.
Πίκρα κι απογοήτευση γεμίζει την ψυχή του αναγνώστη για την κατάντια της πατρίδας του με τις επεμβάσεις της Αντάντ στα εσωτερικά της χώρας, τις εισβολές των Γερμανοβουλγάρων, τη τρομοκρατία των Επιστράτων και κυρίως το διχασμό του λαού και το διχασμό του ελληνικού κράτους σε «κράτος των Αθηνών» και σε «κράτος της Θεσσαλονίκης». Κατά βάθος επρόκειτο για σύγκρουση ανάμεσα στην πλειοψηφία της Παλαιάς Ελλάδας (σε συμμαχία με τους αλλοεθνείς πληθυσμούς των Νέων Χωρών) και στην πλειοψηφία του υπόλοιπου ελληνισμού δηλαδή την Ελλάδα των Νέων Χωρών (Δυτική και Κεντρική Μακεδονία, Κρήτη, νησιά Β.και Αν. Αιγαίου. Στην Ήπειρο δεν επεκτάθηκε λόγω επιρροής Ιταλών, ενώ στην Αν Μακεδονία λόγω Βουλγάρων), τους αλύτρωτους Έλληνες και τους Έλληνες των Παροικιών, μας πληροφορεί ο συγγραφέας. Το κράτος της Θεσσαλονίκης αναγνωρίστηκε de facto κι όχι de jure από χώρες της Αντάντ (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία). Μεταξύ των δυο κρατών μεσολαβούσε «ουδέτερη ζώνη» (Δυτ. Μακεδονία, Ήπειρος, Θεσσαλία).
Μετά τη δημιουργία του κράτους της Θεσσαλονίκης το Σεπτέμβριο του 1916 μεγάλωσε η ανασφάλεια του «κωνσταντινικού» καθεστώτος μήπως αυτό επεκταθεί νοτιότερα και δυο μήνες αργότερα ξέσπασε ένα άγριο πογκρόμ κατά των βενιζελικών στην Παλαιά Ελλάδα από τους Επίστρατους. Συλλήψεις (ακόμα και του δημάρχου Αθηνών Εμμανουήλ Μπενάκη), φυλακίσεις, κατ’ οίκον έρευνες, διαπομπεύσεις, εκτελέσεις, κλοπές κατά περιουσιών τρομοκράτηση πολιτών… επικράτησαν για δυο μέρες στην Αθήνα που έμειναν στην ιστορία γνωστά ως «Νοεμβριανά».Τότε εφευρέθηκαν και οι πρώτες «δηλώσεις μετανοίας» που εκβιάζονταν να υπογράψουν οι βενιζελικοί αποκηρύσσοντας τον «προδότη» Βενιζέλο. Στο πεδίο του Άρεως στην Αθήνα οργανώθηκε μάλιστα τελετουργία εξορκισμού με επικεφαλής τον προκαθήμενο της Εκκλησίας της Ελλάδος ρίχνοντας το «Ανάθεμα» κατά του Βενιζέλου εκστομίζοντας κατάρες και λιθοβολώντας ομοίωμα του!
Τότε ήταν που η Αντάντ την επόμενη μέρα 25 Νοέμβρη 1916 επιβάλλει ναυτικό αποκλεισμό υπολογίζοντας ότι από την πείνα θα καμφθεί η λαϊκή υποστήριξη στον Κωνσταντίνο, γεγονός που εξόργισε περισσότερο τα πλήθη. Τελικά στις 29 Μαίου 1917 οι «Προστάτιδες Δυνάμεις» της Ελλάδος –που ξαναθυμήθηκαν τον παλιό τους τίτλο(!)- επιδίδουν στον για τρίτη φορά υπηρεσιακό πρωθυπουργό Ζαϊμη τελεσίγραφο να παραιτηθεί ο βασιλεύς Κωνσταντίνος υπέρ ενός απ’ τους γιους του, εκτός του διαδόχου Γεωργίου που ήταν φανατικά γερμανόφιλος. Έτσι ο Κωνσταντίνος αναγκάζεται να αναχωρήσει από την Ελλάδα στις 2 Ιουνίου 1917 χωρίς να παραιτηθεί, γεγονός με άσχημες συνέπειες για το μέλλον. Ο Βενιζέλος επιστρέφει στην Αθήνα και το ελληνικό κράτος επανενώνεται.

Δ. Το βενιζελικό καθεστώς: (Ιούνης 1917-Νοέμβρης 1920)
«Ο Βενιζέλος έφερε βαρέως ότι επανήλθε στην εξουσία χάρη στις ξένες λόγχες» των Προστάτιδων Δυνάμεων αναφέρει ο συγγραφέας. Ο Γάλλος αρμοστής Ζονάρ φρόντισε να βρεθούν στην εξορία στην Κορσική οι πιο αδιάλλακτοι αντιβενιζελικοί Γούναρης, Μεταξάς, Δούσμανης, Ίων Δραγούμης κ.ά., ενώ άλλοι τέθηκαν σε κατ’ οίκον περιορισμό. Για να νομιμοποιηθεί η εξουσία Βενιζέλου και η άνοδος στο θρόνο του δευτερότοκου υιού του Κωνσταντίνου, του Αλέξανδρου, προτάθηκε η αναβίωση της Βουλής της 31ης Μαίου 1915, η οποία είχε αντισυνταγματικά διαλυθεί. Η εμπόλεμη κατάσταση με επιστρατευμένους χιλιάδες ψηφοφόρους απέκλειε τη διενέργεια εκλογών. Η νεκραναστημένη Βουλή εύστοχα κέρδισε το χαρακτηρισμό «Βουλή των Λαζάρων» και σ’ αυτήν ορκίστηκε βασιλεύς ο Αλέξανδρος κι απ’ αυτήν πήρε ψήφο εμπιστοσύνης η νέα κυβέρνηση Βενιζέλου.
Η Βουλή επιβάλλει στρατιωτικό νόμο και η κυβέρνηση πήρε μέτρα τιμωρίας των αντιπάλων της για όσα διέπραξαν την προηγούμενη διετία. Οι εκκαθαρίσεις του κρατικού μηχανισμού πήραν πρωτοφανή έκταση. Απολύθηκαν 6.500 δημόσιοι υπάλληλοι, 570 δικαστικοί και κηρύχθηκαν έκπτωτοι οι ιεράρχες που είχαν αναθεματίσει το Βενιζέλο. Στο στρατό αποστρατεύτηκε ή τέθηκε σε διαθεσιμότητα το 40% των μονίμων αξιωματικών, ενώ στο Ναυτικό το 30%. Ακόμα πιο ριζική ήταν η εκκαθάριση στη Χωροφυλακή. Επίσης έκτακτα στρατοδικεία δίκαζαν για τα έκτροπα στα Νοεμβριανά. Έτσι το βενιζελικό καθεστώς από τους αντιπάλους του βιώθηκε ως «τυρρανία», οι οποίοι δεν έπαψαν να το διατυμπανίζουν συνεχώς.
       Στα θετικά της κυβέρνησης συμπεριλαμβάνονται οι δυο μεταρρυθμίσεις στο αγροτικό και εκπαιδευτικό ζήτημα που είχαν δρομολογηθεί ήδη από την εποχή της Θεσσαλονίκης. Στην εξωτερική πολιτική κατοχυρώνεται στην Ελλάδα η Δυτική Θράκη με τη συνθήκη Νεϊγύ, και με τη συνθήκη των Σεβρών (28 Ιουλίου 1920) παραχωρείται στην Ελλάδα η Ανατολική Θράκη (εκτός Κωνσταντινούπολης και γύρω περιοχής της) η Ίμβρος και η Τένεδος και της αναγνωρίζεται το δικαίωμα να προσαρτήσει τη Σμύρνη αποκτώντας έτσι το χαρακτηρισμό «η Ελλάδα των2 ηπείρων και των 5 θαλασσών».   

Η  Μικρασιατική  εκστρατεία:
Ο συγγραφέας πιστεύει ότι ο Βενιζέλος είχε εμμονή, «τύφλωση», όπως τη χαρακτηρίζει με τη Σμύρνη, ενώ θα ήταν προτιμότερο να είχαν τεθεί άλλοι εθνικοί στόχοι π.χ προσάρτηση Ανατολικής Θράκης(με ή χωρίς την Κων/πολη), Β. Ήπειρος, Κύπρος.  Ο Βενιζέλος ήθελε τη Σμύρνη και μια περιοχή γύρω από αυτήν, διότι αυτή θα πρόσφερε τη μεγαλύτερη έκταση και πληθυσμό αλυτρώτων ομοεθνών στο νεοελληνικό κράτος και διότι ήταν ο φυσικός χώρος μέσα στον οποίο δραστηριοποιούνταν η ελληνική αστική τάξη των παροικιών. Πίστευε ότι είναι ένας δίκαιος κι εφικτός στόχος για να συμπέσουν σχεδόν τα όρια του ελληνικού έθνους με του ελληνικού κράτους. Κι ο Α! παγκόσμιος πόλεμος με τις γεωπολιτικές ανακατατάξεις που έφερνε, έδινε την καλύτερη και τελευταία ευκαιρία για την επέκταση του ελληνικού κράτους.
Η προσάρτηση όμως της Σμύρνης όμως και της ευρύτερης περιοχής της δημιουργούσε δυο σοβαρά προβλήματα στην Ελλάδα, ένα στρατιωτικό κι ένα οικονομικό. Πρώτον δεν υπήρχαν φυσικά σύνορα στην περιοχή που θα της εξασφάλιζαν αποτελεσματική άμυνα και δεύτερον η Σμύρνη ήταν το κύριο λιμάνι της Μικράς Ασίας για το εξωτερικό της εμπόριο κα εκεί όφειλε την οικονομική και πολιτιστική της ανάπτυξη. Αν αποκοβόταν λοιπόν από την ενδοχώρα της αναπόφευκτα θα μαράζωνε ως οικονομικό κέντρο, επισημαίνει ο συγγραφέας.
Αυτό επίσης που ήταν καθοριστικό για την τύχη της μικρασιατικής εκστρατείας ήταν οι εκλογές της 1ης  Νοεμβρίου του 1920, στις οποίες προς έκπληξη όλων ηττήθηκε οικτρά το βενιζελικό κόμμα των Φιλελευθέρων κι ο εμπνευστής της εκστρατείας, ο οποίος είχε διπλασιάσει το ελληνικό κράτος και δεν εκλέχτηκε ούτε βουλευτής! Οι αντιβενιζελικοί  επινόησαν εκ των υστέρησαν μια εντελώς φανταστική θεωρία ως άλλοθι για τις ευθύνες τους στη Μικρασιατική καταστροφή. Είπαν ότι ο «σατανικός» Βενιζέλος έκανε τότε τις εκλογές για να τις χάσει και να φορτώσει στους αντιπάλους του την ευθύνη για την Καταστροφή. Ο συγγραφέας με αρκετά  λογικά επιχειρήματα απορρίπτει αυτή τη θεωρία συνομωσίας αποδεικνύοντας ότι ο Βενιζέλος είχε φροντίσει προεκλογικά για τους εκλογικούς καταλόγους, τις εκλογικές περιφέρειες ώστε να μη χάσει ψήφους. Ούτε πάλι ο συγγραφέας δέχεται ότι αιτία της ήττας ήταν η κόπωση του λαού από τους συνεχείς πολέμους, διότι το πραγματικό χρονικό διάστημα που πολέμησαν οι Έλληνες ήταν 9 μήνες στους Βαλκανικούς πολέμους (Οκτώβρης 1912-Ιούλιος 1913), λίγους μήνες επίσης στον Α! παγκόσμιο αφού η Ελλάδα συμμετείχε στον πόλεμο το 1918, το έτος που αυτός έληγε. Ακόμα  κι αν προστεθούν οι μήνες της επιστράτευσης πάλι το επιχείρημα της κόπωσης δεν είναι τόσο ισχυρό.
Αλλού αποδίδει  ο συγγραφέας την εκλογική ήττα του Βενιζέλου, στη σύνθεση των ψηφοφόρων. Στις εκλογές αυτές δεν ψήφισαν οι αλύτρωτοι Έλληνες που ποθούσαν την απελευθέρωση κι ενσωμάτωση τους στο ελληνικό κράτος αλλά οι κάτοικοι-υπήκοοι του διευρυμένου πια ελληνικού κράτους, η πλειοψηφία των οποίων εστράφη στον Αντιβενιζελισμό. Στη Παλαιά Ελλάδα η αντιβενιζελική προπαγάνδα διεμήνυε ότι θα σταματήσει τον πόλεμο στην Μικρά Ασία, τον οποίο βέβαια δεν σταμάτησε και στις  Νέες Χώρες οι αλλοεθνείς κάτοικοι (Εβραίοι, Σλάβοι, Τούρκοι) διαισθάνονταν ότι ο εθνικισμός του Βενιζέλου θα τους ανάγκαζε να φύγουν από τα μέρη εκείνα. Ακόμα κι ο ξαφνικός θάνατος του νεαρού βασιλιά Αλέξανδρου από δάγκωμα μαϊμούς στις 12 Οκτώβρη 1920, τρεις σχεδόν εβδομάδες πριν τις εκλογές, μετέτρεψε τις εκλογές σε δημοψήφισμα υπέρ της επιστροφής του πατέρα του Κωνσταντίνου στο θρόνο.

Δ. Το αντιβενιζελικό καθεστώς και η Μικρασιατική καταστροφή: (Νοέμβρης 1920 - Σεπτέμβριος 1922)

Έτσι οι αντιβενιζελικοί νικητές των εκλογών, επαναφέρουν με δημοψήφισμα τον Κωνσταντίνο στο θρόνο το Δεκέμβριο του 1920 και συνεχίζουν τον  μικρασιατικό πόλεμο φοβούμενοι πως, αν τον σταματήσουν, θα είναι σαν να αρνούνται την απελευθέρωση των αλύτρωτων αδελφών τους, γεγονός που θα απογοήτευε το λαό, ο οποίος θα στρεφόταν πάλι στο Βενιζέλο. Συνεχίζοντας έναν πόλεμο όμως στον οποίον δεν πίστευαν, κι αποφασίζοντας πορεία προς Άγκυρα εγκλωβίζονται σε αδιέξοδα στρατιωτικά, οικονομικά, διπλωματικά, τα οποία τελικά οδηγούν στην ήττα του ελληνικού στρατού και στο διωγμό χιλιάδων Ελλήνων από τις πατρογονικές τους εστίες, εδώ και 3.000 χρόνια! Ήταν η Μικρασιατική καταστροφή, το τέλος της Μεγάλης Ιδέας, το ιστορικό γεγονός που σημάδεψε τον ελληνισμό και στοιχειώνει ακόμα τα όνειρα του! Έπαιξε ρόλο σε αυτό ο Εθνικός Διχασμός;

Και μετά τη Μικρασιατική καταστροφή ποιες ήταν οι κύριες πολιτικές εξελίξεις που ακολούθησαν;
    Άμεσα εκδηλώνεται στρατιωτικό κίνημα στις μονάδες του στρατού που βρίσκονταν στη Χίο και στη Μυτιλήνη έχοντας επικεφαλής τους Νικόλαο Πλαστήρα και Στυλιανό Γονατά  αξιώνοντας άμεση παραίτηση του βασιλιά Κωνσταντίνου και του διαδόχου Γεωργίου, οι οποίοι αναχωρούν από την Ελλάδα στις 30 Σεπτεμβρίου 1922 κι ο Κωνσταντίνος πεθαίνει στο Παλέρμο της Ιταλίας στις 27 Δεκεμβρίου του ίδιου χρόνου.
     Επίσης αξιώνουν ενίσχυση του στρατιωτικού Μετώπου στην Ανατολική Θράκη – την οποία είχαμε πάρει με τη Συνθήκη των Σεβρών- φοβούμενοι ότι θα εκδιωχθούν κι από εκεί οι Έλληνες, όπως κι έγινε λίγο αργότερα.
     Τέλος παραπέμπονται σε Δίκη κι εκτελούνται στο Γουδί 6 πρόσωπα που κρίθηκαν υπεύθυνα για τη Μικρασιατική Καταστροφή (οι πρωθυπουργοί Δ. Γούναρης και Π. Πρωτοπαπαδάκης, Ν. Στράτος οι υπουργοί Στρατιωτικών Ν. Θεοτόκης, κι Εξωτερικών Γ. Μπαλτατζής κι ο τελευταίος αρχιστράτηγος Γ. Χατζηανέστης).  Η Δίκη και η Εκτέλεση των Έξι, όπως έμεινε στην ιστορία λειτούργησε ως κάθαρση της εθνικής τραγωδίας που βρήκε το ελληνικό έθνος κι εκτόνωσε αναταραχές που ίσως εκδηλώνονταν στο λαό και το στρατό. Αυτοί όμως οι έξι ήταν μόνο οι κύριοι υπεύθυνοι της Μικρασιατικής Καταστροφής; Και με την εκτέλεση τους οι αντιδραστικές δυνάμεις στην Ελλάδα παραμερίστηκαν; Η κατάργηση της Μοναρχίας και η ανακήρυξη της Α! Ελληνικής Δημοκρατίας (1924-1935) έδειξε προς το παρόν μια πολιτική ωριμότητα. Αλλά δυστυχώς αυτή η δεύτερη κι ολιγόχρονη Ελληνική Δημοκρατία δεινοπάθησε από δικτατορίες και στρατιωτικά κινήματα μέχρι που καταργήθηκε για να επανέλθει πάλι η Μοναρχία με το Γεώργιο το Β!   
  
Δεύτερο μέρος: η ερμηνεία του Εθνικού Διχασμού

 Γιατί συνέβη ο Εθνικός Διχασμός; Ποια ήταν τα πραγματικά αίτια που χώρισαν στα δυο  το ελληνικό έθνος με καταστρεπτικές συνέπειες για την εθνική του ολοκλήρωση;
Ο συγγραφέας πιστεύει ότι η σύγκρουση των δυο προσωπικοτήτων Βενιζέλου-Κωνσταντίνου είναι σύγκρουση δυο διαφορετικών τύπων χαρισματικής ηγεσίας για το πώς αντιλαμβάνονται κι επιδιώκουν το μέλλον της εθνικής τους ολοκλήρωσης  (τα εδαφικά όρια του ελληνικού κράτους και τον εκσυγχρονισμό των θεσμών του). Μαζί με τους χαρισματικούς αυτούς ηγέτες συντάχθηκαν διαφορετικά κοινωνικά στρώματα που είχαν αντικρουόμενα οικονομικά συμφέροντα μεταξύ τους. Γι αυτό ο Διχασμός αυτός εξαπλώθηκε κι έγινε εθνικός και πήρε τέτοια ένταση που σε πολλά έμοιαζε με εμφύλιο πόλεμο. Με άλλα λόγια το εθνικό ιδεώδες της Μεγάλης Ιδέας που στόχευε στην απελευθέρωση κι ενσωμάτωση όλων των Ελλήνων –αλυτρώτων και μη- σε ένα διευρυμένο πια ελληνικό κράτος, εθνικό ιδεώδες που για πάνω από 70 χρόνια αποτελούσε κι επίσημη εξωτερική πολιτική του ελληνικού κράτους, όταν ήλθε η στιγμή της υλοποίησης του προκάλεσε τέτοιους τεκτονικούς σεισμούς στο ελληνικό έθνος που το δίχασε! Αυτή η ιδέα του εθνικισμού που γαλούχησε δυο τρεις γενιές Ελλήνων, όταν στην πράξη άρχισε να υλοποιείται πρώτα με τους Βαλκανικούς πολέμους και μετά μέσα από τις προοπτικές που έδινε ο Α! παγκόσμιος πόλεμος, δε άρεσε πια σε πολλούς Έλληνες της λεγόμενης Παλαιάς Ελλάδας. Με τον ερχομό πολλών Ελλήνων προσφύγων από γειτονικές χώρες και την ενσωμάτωση τους στο ελληνικό κράτος διακυβεύονταν οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα του κατεστημένου της εποχής, θεσμοί αναχρονιστικοί και νοοτροπίες, που κάποιους δεν τους συνέφερε να αλλάξουν.
«Η εμμονή (λοιπόν) στο πολύ γενικό επίπεδο ενός μονοσήμαντου –υποτίθεται- εθνικισμού συσκοτίζει και στομώνει πρόωρα την ιστορική ανάλυση», αποφαίνεται ο συγγραφέας. Βέβαια υπάρχουν κι άλλα έθνη που βίωσαν διχασμούς κατά τη διαδικασία της εθνικής τους ολοκλήρωσης. Κι ο συγγραφέας φέρνει τα παραδείγματα των ΗΠΑ με τον εμφύλιο πόλεμο Βορείων-Νοτίων, της Ιταλίας με τη διάσταση Γαριβάλδη-Καβούρ και της Γερμανίας με το σχέδιο του Πρώσου Βίσμαρκ. (βλέπε στο ιστολόγιο μου «Ιστορία της Διπλωματίας»

1.Ο Εθνικός Διχασμός ως Σχίσμα

Είχαμε την τύχη εκείνες τις κρίσιμες κι αποφασιστικές ώρες για το έθνος μας να έχουμε δυο ηγέτες τελείως διαφορετικούς μεταξύ τους, χαρισματικοί κι δυο, όπως τους χαρακτηρίζει ο συγγραφέας. Ο ένας ο Βενιζέλος αντλούσε τη δύναμη του από το λαό που πίστευε σ’ αυτόν και τον ψήφιζε για το πολιτικό του πρόγραμμα τηρώντας τις δημοκρατικές διαδικασίες. Είχε δημιουργήσει γύρω του ένα «χαρισματικό κίνημα», σύμφωνα με τη θεωρία του Μαξ Βέμπερ,  για τη χαρισματική ηγεσία.  Ο άλλος ο Κωνσταντίνος αντλούσε τη δύναμη του από την αίγλη της βασιλικής δυναστείας στην οποία ανήκε και στην οποία  με κληρονομικό δικαίωμα ήταν αρχηγός-βασιλεύς. Είχε κι αυτός τους πιστούς του, που πολλοί έβλεπαν στο πρόσωπο του το διάδοχο του τελευταίου Βυζαντινού αυτοκράτορα του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, μεγεθύνοντας έτσι την αίγλη του με ελληνική ιστορία αιώνων! Η επιλογή του ονόματος του κατά τη βάπτιση του, τον είχε ήδη επιφορτίσει με την αποστολή συνέχειας του ελληνισμού. Επίσης ο πρωσικός απολυταρχισμός του μονάρχη ήρθε κι έδεσε με τη βυζαντινό μοντέλο της «ελέω Θεού» μοναρχίας σε αντίθεση με το δημοκρατικό δυτικοευρωπαϊκό μοντέλο που ταίριαζε στο Βενιζέλο. Δυο τύποι εξουσίας λοιπόν έρχονται σε σύγκρουση τέτοια που από τον ανταγωνισμό τους αποκλείεται η επικράτηση μιας τρίτης εναλλακτικής λύσης.  
Ο συγγραφέας Μαυρογορδάτος, μελετητής της θεωρίας για τη χαρισματική ηγεσία του Γερμανού κοινωνιολόγου Μαξ Βέμπερ,  είναι ο πρώτος που απέδωσε το χαρακτηρισμό χαρισματικός ηγέτης στον Βενιζέλο, κι έκτοτε χρησιμοποιείται. Διευκρινίζει όμως ότι σήμερα ο όρος αυτός χρησιμοποιείται άκριτα κι αδιάκριτα για δηλώσει το δημοφιλή, γοητευτικό ηγέτη κι όχι τον προικισμένο με ιδιαίτερο επαναστατικό χάρισμα ηγέτη που δημιουργεί γύρω του ένα χαρισματικό κίνημα. Ο χαρισματικός ηγέτης έρχεται σε αντίθεση με μόνιμες θεσμικές δομές του κράτους του, τις οποίες επιδιώκει να αλλάξει. Αρχέτυπο του χαρισματικού ηγέτη είναι ο θρησκευτικός ηγέτης (προφήτης, ιδρυτής θρησκείας με μαθητές που τον ακολουθούν).  Τον Εθνικό Διχασμό μας, λοιπόν, λόγω της έντασης και της πίστης των οπαδών προς τον ηγέτη τους, ο συγγραφέας τον παρομοιάζει με (θρησκευτικό) Σχίσμα. Η κρίση κι αποδιοργάνωση του πρότερου πολιτικού βίου (πόλεμος 1897, δημόσια διαφθορά…) αποτελεί πάντα συνθήκη κατάλληλη για την εμφάνιση χαρισματικής ηγεσίας, διότι ο κόσμος ζητά έναν ηρωϊκό ηγέτη για να προσδεθεί μαζί του. Αυτές είναι οι ψυχολογικές προϋποθέσεις που ερμηνεύουν τη δυνατή πίστη, την «εικονολατρία»  των πιστών προς δυο τόσο αντιθετικούς χαρισματικούς-ηγέτες. 

2.Ο Εθνικός Διχασμός ως κρίση στη διαδικασία της εθνικής ολοκλήρωσης

- Παλαιά Ελλάδα και Νέες Χώρες:
Οι νικηφόροι Βαλκανικοί πόλεμοι δημιούργησαν μια εντελώς νέα κατάσταση με το διπλασιασμό σχεδόν του ελληνικού κράτους. Όμως υπήρχαν μεγάλες διαφορές ανάμεσα στην Παλαιά Ελλάδα και στις Νέες Χώρες που είχαν προσαρτηθεί, διαφορές στις οικονομικές δομές, στη διοίκηση, στη σύνθεση του πληθυσμού.
Η ελληνική νομοθεσία δεν μπορούσε να επεκταθεί με μια μονοκοντυλιά στις Νέες Χώρες -λόγω οθωμανικού δικαίου που επικρατούσε για αιώνες- γι αυτό θεσπίστηκαν ειδικές διατάξεις σε πολλές περιπτώσεις που ίσχυσαν για δεκαετίες. Επίσης θεσπίστηκαν Γενικές Διοικήσεις για τις μεγάλες Περιφέρειες, κατάλοιπο της οποίας είναι σήμερα το «Υπουργείο (κι αργότερα) Υφυπουργείο Μακεδονίας-Θράκης». Γενικότερα υπήρχε μια απαξιωτική συμπεριφορά των Παλαιοελλαδιτών υπαλλήλων – προς τους «τουρκόσπορους» ή «τουρκογεννημένους» των Νέων Χωρών, όπως τους αποκαλούσαν. Η  δυσφορία των ντόπιων μεγάλωνε και με το διορισμό των Παλαιοελλαδιτών ως δημοσίων υπαλλήλων με μετάθεση ή πρόσληψη στις Νέες Χώρες για να επανδρώσουν τις νέες υπηρεσίες αλλά και για να διατηρήσουν το πελατειακό σύστημα μεταξύ κυβερνώντων και των ψηφοφόρων τους.

-Έλληνες και αλλοεθνείς
Η μεγάλη πλειονότητα των Ελλήνων στις Νέες Χώρες έμενε προσηλωμένη στο Βενιζελισμό, διότι τον αναγνώριζαν ως τον κατεξοχήν φορέα της εθνικής ολοκλήρωσης τους σε αντίθεση με τους αλλοεθνείς που για τον ίδιο λόγο -φοβούμενοι όμως- παρέμεναν στο Αντιβενιζελισμό. Οι αλλοεθνείς (Τούρκοι, Βούλγαροι, Σλάβοι, Εβραίοι, Αλβανοί) ως υπήκοοι του ελληνικού κράτους πια δεν μπορούσαν να εκδιωχτούν ούτε όμως να αποκλειστούν από τα πολιτικά δικαιώματα τους. Οξύμωρο σχήμα ήταν λοιπόν να ψηφίζουν συμπαγείς μάζες Τούρκων ή Βουλγάρων στις ελληνικές εκλογές, επηρεάζοντας το εκλογικό αποτέλεσμα, δυσμενώς για τα εθνικά συμφέροντα μας! Βέβαια υπήρχαν και αλλοεθνείς π.χ οι Σλαβόφωνοι Γραικομάνοι που είχαν ελληνική συνείδηση ή άλλοι σε σύγχυση, γι αυτό χρησιμοποιήθηκαν κι εναλλακτικές ονομασίες «αλλογενείς, αλλόγλωσσοι, αλλόθρησκοι» μη καλύπτοντας όμως καμιά ονομασία πλήρως ορισμένους πληθυσμούς. Επίσης προτάθηκε από το Βενιζέλο η πολιτική ισονομίας  για τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς που και πάλι η εφαρμογή της ήταν πρόωρη στις ρευστές πολιτικές συνθήκες του παρόντος.
 Εξαιρετικά περίπλοκο πρόβλημα  δημιούργησε επίσης η τεράστια ακίνητη περιουσία όχι μόνο του οθωμανικού δημοσίου αλλά και Τούρκων γαιοκτημόνων ακόμα και Αλβανών. Την απώλεια της περιουσίας αυτών είτε με μικρές αποζημιώσεις από το ελληνικό κράτος στα πλαίσια της αγροτικής μεταρρύθμισης που είχε εξαγγελθεί  είτε με καταλήψεις από Έλληνες, οι μουσουλμάνοι την απέδωσαν στο βενιζελισμό και περίμεναν την αποκατάσταση τους με βάση τις υποσχέσεις που τους έδιναν οι   αντιβενιζελικοί. Ήταν εύλογο λοιπόν να ψηφίζουν αντιβενιζελικά, αν και δεν τους ικανοποίησαν κι αυτοί τελικά με επιστροφή των κτημάτων τους. 
Όσον αφορά τους Βουλγάρους –η εισβολή των οποίων στην Αν Μακεδονία εξώθησε το Βενιζέλο να μεταφέρει την Προσωρινή Κυβέρνηση του στη Θεσσαλονίκη- η Συνθήκη Νεϊγύ του 1919 έδινε το δικαίωμα για εθελοντική μετανάστευση μεταξύ πληθυσμών αφενός Βουλγάρων υπηκόων με ελληνική καταγωγή κι αφετέρου Ελλήνων υπηκόων με βουλγαρική καταγωγή. Αφού η χρήση της γλώσσας δεν ήταν ακαταμάχητο τεκμήριο εθνικής καταγωγής γι αυτούς, αποφάσιζαν οι ίδιοι για την ταυτότητα τους επιλέγοντας να μεταναστεύσουν  ή όχι. Στις δε μοιραίες εκλογές του 1920 ψήφισαν μαζικά κατά του Βενιζέλου, αφού οι περισσότεροι δεν είχαν προλάβει να μεταναστεύσουν στη Βουλγαρία.  

Η τρίτη μεγάλη πληθυσμιακή ομάδα ήταν οι Σεφαραδίτες Εβραίοι που είχαν φτάσει στη Θεσσαλονίκη κυρίως από την Ισπανία κατά το 15ο αιώνα περίπου κι ασχολούνταν με το εμπόριο. «Ήταν η μοναδική στον κόσμο εβραϊκή κοινότητα που  διέθετε στο εσωτερικό της ολόκληρο το καπιταλιστικό ταξικό φάσμα, από μεγαλοαστούς τραπεζίτες και βιομήχανους ως προλετάριους εργάτες και λούμπεν εργάτες ακόμα […]Το 1912 οι Εβραίοι λοιπόν δεν γνώρισαν απλώς μια αλλαγή κρατικής κυριαρχίας, όπως άλλοι πληθυσμοί. Έχασαν την πόλη τους και τον κόσμο τους λόγω της συρρίκνωσης του οικονομικού ρόλου της Θεσσαλονίκης μετά τη χάραξη των νέων συνόρων το 1913 που την απέκοψαν από την ευρύτερη ενδοχώρα της». Στη συνέχεια η μεγάλη πυρκαγιά του 1917 τερμάτισε βίαια τη συμπαγή εβραϊκή παρουσία στην καρδιά της πόλης, αφού αυτή ξέσπασε στη συνοικία τους κι άφησε άστεγους τα 2/3 περίπου των κατοίκων της. Στο νέο πολεοδομικό ανασχεδιασμό το συνοθύλευμα των πολύ μικρών οικοπέδων της φτωχολογιάς αντικαταστάθηκε από πιο άρτια κι ακριβότερα οικόπεδα που δεν μπορούσαν όλοι να πάρουν.
Οι Εβραίοι πολιτικά ήταν αντιβενιζελικοί και μάλιστα προωθούσαν τη μετατροπή της Θεσσαλονίκης  σε μια «πόλη-κράτος» υπό διεθνή προστασία κι εβραϊκό έλεγχο στην ουσία, παρόλο που ο Βενιζέλος τους είχε παραχωρήσει πλήθος προνομίων (διατήρηση αργίας Σαββάτου στην πόλη, απαλλαγή από στρατιωτικές υποχρεώσεις, χρήση της ισπανοεβραϊκής γλώσσας τους στα λογιστικά βιβλία). Θεωρούσαν τον Βενιζέλο πιο μεθοδικό κι επίφοβο εκφραστή του ελληνικού εθνικισμού γι αυτό ήταν εχθρικοί απέναντι του, ακόμα κι όταν υποστήριξε την ίδρυση εβραϊκού κράτους σύμφωνα με τη Δήλωση Μπάλφουρ το 1917. Βέβαια λίγο αργότερα απογοητεύτηκαν κι από τον αντιβενιζελισμό που υποστήριζαν, επειδή δεν τους ικανοποίησε, όπως τους είχε υποσχεθεί.

 -Έθνος και Κράτος
Υπήρχε αναντιστοιχία  ελληνικού έθνους κι ελληνικού κράτους, διότι μέσα στα σύνορα του εθνικού κράτους μας δε συμπεριλαμβάνονταν το σύνολο του ελληνικού έθνους. Οι δυο προαναφερθέντες αντίπαλοι πολιτικοί κόσμοι την εποχή εκείνη δείχνουν στην αρχή έστω να εμφορούνται από τον ίδιο εθνικισμό, τη Μεγάλη Ιδέα σε ένα όμως πολύ γενικό κι αφηρημένο επίπεδο. Στην πράξη όμως ο βενιζελισμός εκφράστηκε από έναν αλυτρωτικό εθνικισμό ενώ ο αντιβενιζελισμός από έναν εσωστρεφή πατριωτισμό που τον περιόρισε στα όρια της Παλαιάς Ελλάδας. Κι ενώ ο βενιζελισμός νομιμοποιείται επικαλούμενος το συμφέρον του Ελληνικού Έθνους, ο αντιβενιζελισμός νομιμοποιείται επικαλούμενος το συμφέρον του Κράτους και μάλιστα αυτό που ήταν πριν επεκταθεί με τους Βαλκανικούς πολέμους και που ταυτιζόταν με την Παλαιά Ελλάδα.
 Στην «Ελλάδα των δυο ηπείρων και των πέντε θαλασσών» του Βενιζέλου αντιτίθεται «η φτωχή αλλά έντιμος Ελλάς» του κωνσταντινισμού-αντιβενιζελισμού. Γράφει ο Γεώργιος Βλάχος, ο κατεξοχήν ιδεολόγος του αντιβενιζελισμού, στην εφημερίδα «Καθημερινή» «ήρθαν εκ πάσης γωνίας (γης) οι ξένοι ως Έλληνες και οι Έλληνες ως ξένοι» αμφισβητώντας ακόμα και την εθνική υπόσταση του ιδίου του Βενιζέλου ερχόμενου εκ Κρήτης και πολλών προσφύγων κι αλυτρώτων[…]μικρά η Ελλάς αλλά πατρίς των Ελλήνων κι όχι μεγάλη αλλά φέουδον ξενικόν». Ο δε υποψήφιος βουλευτής Μεσσηνίας Κ. Α. Κουμουνδούρος ξέσκιζε επιδεικτικά μπροστά στα μάτια των ψηφοφόρων του το Χάρτη «η Ελλάδα των δυο ηπείρων και των πέντε θαλασσών» κραυγάζοντας «δεν τα θέλομε, δεν τα θέλομε» εννοώντας τα νέα εδάφη και προκαλώντας τον ενθουσιασμό των οπαδών του!
Αυτή η αναντιστοιχία  Έθνους-Κράτους συνέβαλε και στην ήττα του Βενιζέλου στις κρίσιμες εκλογές του  Νοέμβρη του 1920. Σ’ αυτές δεν ψήφισαν οι αλύτρωτοι Έλληνες της Μικράς Ασίας, της Αν. Θράκης και των παροικιών, θιασώτες της Μεγάλης Ιδέας αλλά οι μάζες των αλλοεθνών των Νέων Χωρών που διάκεινταν κατά του Βενιζέλου και του εθνικισμού του.

- Η προτεραιότητα του αλυτρωτισμού
Η προσπάθεια για εθνική ολοκλήρωση που στόχευε ο βενιζελισμός, έδινε προτεραιότητα στον αλυτρωτισμό και στα εσωτερικά κοινωνικά ζητήματα, που σήμαινε, ότι αυτά υποτάσσονταν στις επιταγές της ενσωμάτωσης των αλύτρωτων-Ελλήνων στο ελληνικό κράτος.
Έτσι το αγροτικό ζήτημα αποκτά επιπλέον και μια νέα και κρίσιμη εθνική διάσταση. Η κατάτμηση της μεγάλης ιδιοκτησίας των αλλοεθνών γαιοκτημόνων και του Οθωμανικού δημοσίου είναι επιτακτική ανάγκη για να διανεμηθεί σε ακτήμονες όχι μόνο Έλληνες αλλά κι αλλοεθνείς ακόμη, την εργατική δύναμη των οποίων έχει ανάγκη η αγροτική οικονομία. «πρέπει να κατακτήσει και ψυχικώς το ελληνικό κράτος τους αλλογενείς» διαμηνύει ο Βενιζέλος. Ακόμα και με τη φιλεργατική πολιτική του ενθαρρύνει την ίδρυση Εργατικού Κέντρου στη Θεσσαλονίκη το 1917 για να αντισταθμίσει την επιρροή της εβραϊκής εργατικής οργάνωσης Φιντερασιόν. Τέλος ο δημοτικισμός και η εκπαιδευτική του είναι άμεσα συνυφασμένα με την αφομοίωση των νέων πληθυσμών και την εμπέδωση της ελληνικής τους ταυτότητας! 

3. Ο Διχασμός ως ταξική σύγκρουση

Στην πορεία για εθνική ολοκλήρωση ποια κοινωνική τάξη θα αναλάμβανε προς όφελος δικό της και του έθνους αυτό το μεγαλεπήβολο έργο; Ποια τάξη τότε στην Ελλάδα είχε τις δυνατότητες να προίσταται και να εμπνέει τα άλλα κοινωνικά στρώματα στο εθνικό αυτό έργο;
Η τάξη που ήθελε σίγουρα και ίσως ολοκλήρωνε το έργο αυτό βρισκόταν εκτός των συνόρων του μικρού ελληνικού Βασιλείου κι ήταν η ελληνική επιχειρηματική τάξη των παροικιών που δραστηριοποιούνταν μεταφέροντας με τα πλοία τους εμπορεύματα από τις παράκτιες πόλεις του Εύξεινου Πόντου, όπως Οδησσό Ουκρανίας, Μπράϊλα Ρουμανίας, Φιλιππούπολη Βουλγαρίας … ως τη Σμύρνη… και την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Μοναδική ευκαιρία για το ελληνικό έθνος να ενοποιηθεί σε ένα κράτος σε μια εποχή που ο εθνικισμός ως ιδεολογία απλωνόταν στην Ευρώπη και οι αυτοκρατορίες έφθιναν. Μια επέκταση του ελληνικού κράτους σήμαινε για την τάξη αυτή και επέκταση της ελληνικής αγοράς μέσα στο χώρο που ήδη μέχρι τότε δραστηριοποιούνταν. Οι Βαλκανικοί πόλεμοι ήταν η αρχή   κι ο Α! παγκόσμιος που ακολούθησε έδινε την ελπίδα για περαιτέρω επέκταση της οικονομικής αγοράς τους και συνάμα του ελληνικού κράτους. Επίσης η τάξη αυτή χρειαζόταν εκσυγχρονισμό του κράτους και των θεσμών του στην οικονομία, στη διοίκηση, στην εκπαίδευση κλπ, για να μπορέσει να λειτουργήσει η  αγορά στις νέες συνθήκες της βιομηχανικής κοινωνίας που τότε αναπτυσσόταν. Και η Μεγάλη Βρετανία προίστατο στη νέα εποχή που ανέτειλε, γεγονός που δικαιολογεί τη συμμαχία του βενιζελικού καθεστώτος με την Αγγλία και την Αντάντ. 
Εντός των συνόρων όμως του μικρού ελληνικού Βασιλείου που εκτεινόταν ως και τη Θεσσαλία μια άλλη αστική τάξη είχε αναπτυχθεί κατά το τέλος του 19ου αιώνα, γύρω από την Εθνική Τράπεζα χάρη στα κρατικά δάνεια που τους χορηγούσε, και στα δημόσια έργα που έπαιρνε, στις προμήθειες του στρατού που αναλάμβανε. Ο κρατικός προϋπολογισμός και ο έλεγχος του κρατικού μηχανισμού μέσω ενός πελατειακού συστήματος που άρχισε να αναπτύσσεται μετά την καθιέρωση της καθολικής ψηφοφορίας, έγινε η πρωταρχική οικονομική βάση της κρατικοδιαίτης αυτής αστικής τάξης. Οι περισσότεροι από την τάξη αυτή προέρχονταν από την παλιά τάξη των γαιοκτημόνων-προκρίτων, που η δέσμευση των εθνικών γαιών κι αργότερα η διανομή τους στους αγρότες τους έφραξε το δρόμο στο ενδεχόμενο να γίνουν η κυρίαρχη τάξη σε εθνικό επίπεδο. Έτσι στράφηκαν σε επαγγέλματα ελεύθερα ή επάνδρωναν τις δημόσιες υπηρεσίες θέλοντας να απομυζούν το Κράτος. Όλοι αυτοί συσπειρώθηκαν στα λεγόμενα Παλαιά Κόμματα που μαζί με το Παλάτι θα ηγηθούν του Αντιβενιζελισμού.

Οι άλλες κοινωνικές τάξεις μικροαστοί, εργάτες κι αγρότες με ποια απ’ τις δυο παραπάνω τάξεις συντάχθηκαν και για ποιους λόγους;
«Αν το Γουδί το 1909 κατέληξε σε μια αστική επανάσταση, το 1915 (ρήξη πρωθυπουργού- βασιλιά) οδήγησε σε μια μικροαστική αντεπανάσταση», αφού οι λεγόμενοι «νοικοκυραίοι» στην πόλη και στο χωριό προμήθευαν τη λαϊκή βάση του Κωνσταντινισμού κι ένα χρόνο μετά συγκρότησε τους Συνδέσμους των Επιστράτων. Η πλειονότητα των μικροαστών βάζοντας πάνω απ’ όλα τη βολή τους, τούς ήταν δύσκολο να εννοήσουν και να προσαρμοστούν στις αλλαγές που απαιτούσε ο αστικός εκσυγχρονισμός της χώρας. Επίσης αν κι εθνικόφρονες, όπως δήλωναν, προτιμούσαν να μη ριψοκινδυνεύσουν για τα εθνικά ιδεώδη μιας Μεγάλης Ελλάδας. Έτσι συσπειρώθηκαν γύρω από τη λάμψη που προσφέρει το Στέμμα, εμφορούμενοι από εσωστρεφή πατριωτισμό, κομματική μισαλλοδοξία,  ξενοφοβία, θρησκοληψία κι αντικαπιταλιστική αντίδραση. Δεν ήθελαν τίποτα να αλλάξει, αυτοί καλά είχαν βολευτεί ως μικρονοικοκυραίοι.
Η εργατική τάξη κατά την πρώτη διακυβέρνηση του Βενιζέλου (1910-1915) σε γενικές γραμμές στήριξε το βενιζελισμό, διότι αυτός ανταποκρίθηκε στη θέσπιση εργατικής νομοθεσίας και στη δημιουργία Εργατικών Κέντρων. Μετά όμως το λιμό που έφερε ο αποκλεισμός των παραλίων από την Αντάντ ο Βενιζέλος έχασε τον έλεγχο του εργατικού κινήματος σε συνδυασμό και με την δημιουργία κομμουνιστικού κόμματος (ΣΕΚΕ). Στις μοιραίες εκλογές του 1920 η πλειοψηφία των εργατών προτίμησε αντιβενιζελικούς συνδυασμούς. «οι εργάτες στράφηκαν περισσότερο στον αντιβενιζελικό μικροαστισμό παρά στον προλεταριακό επαναστατικό σοσιαλισμό» αναφέρεται μέσα στο βιβλίο.
Η αγροτική τάξη βρέθηκε διχασμένη. Οι μικρού και μεσαίου μεγέθους ιδιοκτήτες γης (οι νοικοκυραίοι) μαζί με τους μεγαλογαιοκτήμονες συμπαρατάχθηκαν στην πλειονότητα τους με τον αντιβενιζελισμό. Αντίθετα οι ακτήμονες χωρικοί ελπίζοντας στην αγροτική μεταρρύθμιση που είχε ξεκινήσει η βενιζελική κυβέρνηση συμπαρατάχθηκαν μαζί της.
Διαταξικές συμμαχίες
Τελικά γίνεται φανερό ότι στις δυο μεγάλες πολιτικές παρατάξεις του Εθνικού Διχασμού δεν προσχώρησαν ενιαία οι διάφορες κοινωνικές τάξεις, αφού οι ενδοταξικές συγκρούσεις, ευνόησαν τις διαταξικές συμμαχίες μεταξύ τους. Έτσι στον Αντιβενιζελισμό συσπειρώθηκε η κρατικοδίαιτη αστική τάξη, η πλειονότητα των μικροαστών και των εργατών, καθώς και οι μικροκτηματίες της Παλαιάς Ελλάδας με όσους μεγαλοκτηματίες υπήρχαν ακόμα. Αντίθετα στο βενιζελισμό συσπειρώθηκε η επιχειρηματική αστική τάξη, οι ακτήμονες χωρικοί, και μικροαστοί-μικρέμποροι που απέβλεπαν στην επέκταση της καπιταλιστικής αγοράς και μερικοί εργάτες.
Καταλήγοντας ο συγγραφέας τονίζει «παρόλο που η ιστορική ευθύνη βάρυνε τον Αντιβενιζελισμό (για τη Μικρασιατική Καταστροφή), εκείνο που ακρωτηριάστηκε ανεπανόρθωτα από την καταστροφή αυτή ήταν το βενιζελικό πρόγραμμα, επειδή έθαψε οριστικά τον αλυτρωτισμό-ακρογωνιαίο λίθο της αστικής ηγεμονίας».  

4. Ο Διχασμός ως εμφύλιος πόλεμος 
Ο Εθνικός Διχασμός, αν και δεν πήρε την τυπική μορφή σύγκρουσης δυο στρατών, εντούτοις σε ορισμένες φάσεις του πήρε τη μορφή εξόντωσης του αντιπάλου έξω από κάθε κανόνα και περιορισμό, διαρρηγνύοντας κοινωνικές σχέσεις ακόμα και οικογενειακές. Δημιούργησε ομαδικά ψυχολογικά φαινόμενα που συναντώνται σε περιπτώσεις εμφυλίου σπαραγμού όπως: η εμφάνιση δύο αντίθετων παραταξιακών ταυτοτήτων που χώρισαν το λαό στα δυο,  «εμείς» κι «αυτοί» με καμιά δυνατότητα συνεννόησης μεταξύ τους. Ξύπνησαν μνήμες αγώνων και θυσιών που εκλαμβάνονταν ως «ανοικτοί λογαριασμοί αίματος ή άλλης βίας». Παραμόρφωσαν την εικόνα του αντιπάλου τους τόσο ώστε να δικαιολογεί την πολιτική ή φυσική του εξόντωση.
Πέρα όμως από τα ψυχολογικά ομαδικά φαινόμενα υπήρξαν και γεγονότα τόσο βίαια που έμοιαζαν με πόλεμο. Αυτά ήταν πρώτον τα Νοεμβριανά, δεύτερο η Εκτέλεση των Έξι στο Γουδί, τρίτο οι εκτελέσεις των αντιφρονούντων κι από το βενιζελικό καθεστώς και τέταρτο οι λιποταξίες, στάσεις και προδοσίες αντιβενιζελικών στρατιωτών και αξιωματικών, που θεωρούνται πολύ βαριά αδικήματα για έναν στρατό που βρίσκεται εν καιρώ πολέμου, όπως εδώ στον Α! παγκόσμιο πόλεμο. Τέλος οι αντιβενιζελικοί έφθασαν στην υπερβολή να συντάξουν «μαρτυρολόγιο» για όσους έπεσαν στον αγώνα για την πίστη τους στο Θεό-Βασιλιά τους τον Κωνσταντίνο!
Πιο συγκεκριμένα τα Νοεμβριανά του 1916 ήταν το πρώτο σοκ για τους βενιζελικούς από το κύμα τρομοκρατίας που εξαπολύθηκε εναντίον τους. Αν και τα γεγονότα αναφέρονται παραπάνω (σελ. 6) σταχυολογούμε ορισμένες εικόνες που παραθέτει ο συγγραφέας για να δείξουμε το μένος εκδίκησης που κατείχε τους αντιβενιζελικούς εναντίον των αντιπάλων τους συμπατριωτών. Ο συγκεντρωμένος όχλος στους δρόμους απειλεί να κατασπαράξει 200 πρόσωπα που τους σέρνουν προς τις φυλακές κραυγάζοντας επιτόπου: -στην καρμανιόλα, στην καρμανιόλα -άτιμοι, προδότες, -με πετρέλαιο να τους κάψετε, -άτιμοι, πού είναι ο Μεσσίας (Βενιζέλος) να σας σώσει; - γιατί δεν πηγαίνετε στη Θεσσαλονίκη προδότες; Συγχρόνως τους μουτζώνουν, τους φτύνουν, τους πετούν πέτρες, τους κτυπούν με μαγκούρες, τους ρίχνουν ακαθαρσίες. Και η εφημερίδα Σκριπ στις 22 Νοέμβρη 1916 γράφει «τελικά τα ανθρωπόμορφα τέρατα ενεκλείσθησαν εις τας φυλακάς». Οι αντιβενιζελικές πηγές είναι πολύ φειδωλές για τα έκτροπα του Νοέμβρη σε αντίθεση με τις βενιζελικές. Για τον αριθμό των νεκρών οι πρώτες αναφέρουν 3 μόνα άτομα, ενώ οι δεύτερες ανεβάζουν τον αριθμό σε πάνω από 100, μεταξύ των οποίων πολλοί ήσαν Μικρασιάτες πρόσφυγες που τους θεωρούσαν βενιζελικούς, τα πτώματα των οποίων τα έριχναν στο ρέμα του Ιλισσού και πίσω από το φθισιατρείο «Σωτηρία».
Τραυματική υπήρξε επίσης για τους Φιλελεύθερους αστούς η τρομακτική μεταμόρφωση μελών της «καλής κοινωνίας» με τα οποία συναναστρέφονταν καθημερινά. Γράφει η Πηνελόπη Δέλτα ότι πυροβολούσαν το σπίτι του Εμμανουήλ Μπενάκη από τις ταράτσες των δυο γειτονικών σπιτιών του Ι. Πεσματζόγλου και του Θ.Υψηλάντη σταυλάρχη του βασιλιά. Μάλιστα ο Πεσματζόγλου εισέβαλε στο σπίτι του Μπενάκη οδηγώντας μια ομάδα Επιστράτων ενώ μια άλλη ομάδα την οδηγούσε ο Δ.Σκουζέ, ενώ οι κυρίες Πεσματζόγλου και Ν. Στράτου (του μετέπειτα πρωθυπουργού που εκτελέστηκε στο Γουδί) φώναζαν έξαλλες «Βαράτε τον, βαράτε τον» εννοώντας το γέρο Μπενάκη!
Γενικά πίσω από το πολιτικό μίσος των Επιστράτων κρύβονταν ανομολόγητα ιδιοτελή κίνητρα για τον καθένα τους, όπως κλοπή χρημάτων και τιμαλφών, περιουσιών, εκβιασμό για απόσπαση λύτρων και για προστασία…Ο μύθος ότι οι Φιλελεύθεροι βενιζελικοί ετοίμαζαν ένοπλο κίνημα στην Αθήνα για αρπαγή της εξουσίας υιοθετήθηκε εκ των υστέρων για να δικαιολογήσουν τον άγριο διωγμό που εξαπέλυσαν κατά των συμπατριωτών τους. Κάθαρση από το άγος των Νοεμβριανών επεδίωξε αργότερα η βενιζελική κυβέρνηση δίνοντας                   αποζημιώσεις στα θύματα ή στις οικογένειες τους και παραπέμποντας σε Δίκες τους υπευθύνους από το πρώην Επιτελείο Στρατού, μεταξύ των οποίων και τον Ιω. Μεταξά, ο οποίος καταδικάστηκε σε θάνατο.
Όσον αφορά τις διώξεις αντιβενιζελικών από την Προσωρινή Κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης κατεστάλησαν βίαια και έγιναν εκτελέσεις εξεγερθέντων κατοίκων στις Νέες Χώρες κατά της Προσωρινής Κυβέρνησης όταν αυτή θέλησε να επιβάλλει την εξουσία της εκεί αλλά και σε περιοχές της Παλαιάς Ελλάδος.  Στη Χαλκιδική, στο Ηράκλειο Κρήτης, στη Σάμο και στην Απείρανθο Νάξου έγιναν ένοπλες συγκρούσεις με νεκρούς και τραυματίες. Ξεχωρίζει ο δημόσιος απαγχονισμός του Γ. Συνάπιλου στον Πολύγυρο Χαλκιδικής και η εξέγερση της Απειράνθου με 28 νεκρούς και 48 τραυματίες ή κατ’ άλλους 32 και 44 αντίστοιχα. Στους νεκρούς αυτούς προστέθηκε ένας ακόμα Απειρανθίτης το 1922, ο πρώην πρωθυπουργός Π. Πρωτοπαπαδάκης, ένας από τους Έξι που εκτελέστηκαν στο Γουδί, αναφέρει ο συγγραφέας.
Όσον αφορά τα στρατιωτικά αδικήματα που διαπράχτηκαν, όταν κηρύχτηκε μερική επιστράτευση από την κυβέρνηση Βενιζέλου το Γενάρη του 1918 για τη συμμετοχή της Ελλάδας στον Α! Παγκόσμιο Πόλεμο, εκδηλώθηκαν -από πιστούς στον πρώην «Στρατηλάτη» βασιλιά τους- στάσεις στο 2ο Σύνταγμα Πεζικού στη Λαμία που επεκτάθηκε μέχρι τη Θήβα, καθώς και στα Σέρβια Κοζάνης. Το βενιζελικό καθεστώς τιμώρησε παραδειγματικά τους στασιαστές για εκφοβισμό των υπολοίπων με δίκες στα έκτακτα στρατοδικεία κι άμεσες εκτελέσεις 37 στασιαστών. Παρόμοια τιμωρία περίμενε  τους λιποτάκτες που εγκατέλειπαν το στράτευμα κατά τη στρατολόγηση τους γυρνώντας στα χωριά τους. Δεν έλειψαν και δυο περιπτώσεις αξιωματικών που αυτομόλησαν στους εχθρούς της Ελλάδας, τους Βούλγαρους. Δυο άλλοι αξιωματικοί που αποβιβάστηκαν από γερμανικό υποβρύχιο στην Κυπαρισσία για να συλλέξουν πληροφορίες στρατιωτικής φύσης, συνελήφθησαν, δικάστηκαν κι εκτελέστηκαν επί εσχάτη προδοσία. Οι αντιβενιζελικοί σύνταξαν «μαρτυρολόγιο» για να τιμούν τους νεκρούς τους, στην πραγματικότητα όμως για να προβάλλουν τα θύματα του εμφυλίου από την πλευρά τους.
Το εμφυλιοπολεμικό κλίμα διατηρήθηκε εντονότατο και κατά την τελευταία περίοδο του Εθνικού Διχασμού με απόπειρα δολοφονίας του Βενιζέλου στη Γαλλία τον Ιούλιο του 1920 μετά την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών, τη δολοφονία του Ιωάννη (Ίων) Δραγούμη την επόμενη μέρα στην Αθήνα και το Φεβρουάριο του 1922 τη δολοφονία του Α. Καβαφάκη, δημοσιογράφου κι  εκδότη βενιζελικής εφημερίδας, ο οποίος είχε τολμήσει να δημοσιεύσει το «Δημοκρατικό Μανιφέστο» του Αλέξανδρου Παπαναστασίου, στο οποίο επιρρίπτονταν ευθύνες στο Παλάτι για την πολιτική τακτική που ακολουθούσε στο υπό κατάρρευση Μικρασιατικό Μέτωπο.
 Η τελευταία πράξη του εμφυλιοπολεμικού ελληνικού δράματος παίχτηκε στο στρατόπεδο στο Γουδί με τη λεγόμενη «εκτέλεση των Έξι». Είχε προηγηθεί τον Οκτώβριο του 1922 η Δίκη σε έκτακτο στρατοδικείο οκτώ προσώπων που θεωρήθηκαν υπεύθυνοι για τη Μικρασιατική καταστροφή, εκ των οποίων εκτελέστηκαν οι κάτωθι έξι: Δ. Γούναρης, Π. Πρωτοπαπαδάκης, Ν.Στράτος, όλοι διατελέσαντες πρωθυπουργοί κατά το Μικρασιατικό πόλεμο, Ν. Θεοτόκης, υπουργός Στρατιωτικών, Μπαλτατζής, υπουργός Εξωτερικών και Χατζηανέστης ο τελευταίος αρχιστράτηγος στο Μικρασιατικό Μέτωπο. Η εκτέλεση των Έξι λειτούργησε ως εκτόνωση για το Μικρασιατικό δράμα, που έδιωξε από τις πατρογονικές τους εστίες, εδώ και 3.000 χρόνια, χιλιάδες Έλληνες ως πρόσφυγες. Κι ο συγγραφέας καταλήγει λέγοντας ότι «η εκτέλεση των Έξι εξασφάλισε την άκοπη επιβίωση (του αντιβενιζελισμού,) για δυο τουλάχιστον δεκαετίες […]Ο φόβος για αντεκδικήσεις εξ αιτίας της εκτέλεσης των Έξι διατρέχει τον Μεσοπόλεμο, μέχρι το 1935». 

        Αυτά δυστυχώς συνέβησαν την περίοδο του Ελληνικού Εθνικού Διχασμού  και δεν ήταν η πρώτη φορά που συνέβη αυτό, ούτε η τελευταία. Αρκεί να σκεφτούμε τους δυο εμφυλίους πολέμους μέσα στην Ελληνική Επανάσταση του 1821, τον εμφύλιο μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια, τον εμφύλιο (1946-49) μετά την απελευθέρωση μας από τους Γερμανούς. Πέντε αδελφοκτόνοι Διχασμοί μέσα σε λιγότερο από 200 χρόνια νεοελληνικού κράτους; Και δεν δέχομαι με κανέναν τρόπο ότι ο Διχασμός είναι γνώρισμα της φυλής μας. Όποιος γνωρίζει ιστορία βλέπει ότι τα αίτια είναι ιστορικά, για τα οποία ευθύνονται, αναλόγως, συγκεκριμένα πολιτικά πρόσωπα, κόμματα αλλά και ψηφοφόροι-πελάτες. (ελπίζω να μου συγχωρεθεί το συναισθηματικό ξέσπασμα).   
                                                                                         Σούλη Αγγελική
                                                                                            Φιλόλογος
                                                                                 Αθήνα, 10 Οκτωβρίου 2016

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου