Το ιστολόγιο της Αγγελικής Π. Σούλη

Η καταγραφή των αναγνώσεων αυτών ξεκίνησε από την επιθυμία μου να μην ξεχασθούν ιδέες και συναισθήματα που κάποτε με είχαν συγκινήσει.
Γράφοντας συνειδητοποίησα ότι ο χρόνος που αφιέρωνα στην ανάλυση, σύνθεση, αξιολόγηση του έργου, μου χάριζε ένα αίσθημα δημιουργίας.
Η επαγγελματική μου απασχόληση (φιλόλογος) μου έδωσε τα κίνητρα και τα μέσα για αυτές τις αναγνώσεις. Κι έτσι με συνεπήρε το ταξίδι της ανάγνωσης και της γραφής!
Κι ανοίχτηκε μπροστά μου ένας ολόκληρος κόσμος, σχεδόν ανεξερεύνητος,της δημιουργικής ανάγνωσης και γραφής.
"Η ανάγνωση δεν μπορεί να είναι ούτε μία ούτε άπειρες" όπως τονίζει ο Ουμπέρτο Έκο, αφού η υποκειμενική ερμηνεία του γράφοντος πρέπει να δένει με τους περιορισμούς που θέτει το κείμενο.

Και μια διευκρίνιση:
Καμμιά ανάγνωση δεν μπορεί να αντικαταστήσει το ίδιο το βιβλίο αλλά μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο ανάμεσα στον αναγνώστη και στο βιβλίο φωτίζοντας το, κάνοντας το πιο κατανοητό και καλλιεργώντας συγχρόνως τη φιλαναγνωσία.

Υ.Γ ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΟΙ ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΟΥ ΝΑ ΜΗΝ ΑΝΑΡΤΩΝΤΑΙ ΣΕ ΑΛΛΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΑ

Σάββατο, 9 Ιουλίου 2011

"Η Αναλαμπή" Νίκος Θέμελης, εκδ. Κέδρος, 2003

Το ιστορικό μυθιστόρημα «η Αναλαμπή» του Ν. Θέμελη φωτίζει τη διαδρομή της ελληνικής αστικής τάξης, εντός των συνόρων του Ελληνικού Βασιλείου απ’ τα τέλη του 19ου αιώνα ως λίγο πριν τη Δικτατορία του Μεταξά το 1936. Στα δυο πρώτα βιβλία της τριλογίας «Αναζήτηση» και «Ανατροπή» παρακολουθήσαμε τη διαμόρφωση της αστικής τάξης, εκτός των συνόρων του Ελληνικού Βασιλείου, στο Δούναβη, στην Οδησσό, στη Σμύρνη αλλά και στην υπόδουλη Μακεδονία. Η περίοδος απ’ τα τέλη του 19ου ως και τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα είναι πολύ σημαντική για τους Έλληνες, διότι τότε έθεσαν  δυο πολύ ωραίους αλλά και δύσκολους στόχους, πρώτον της ενοποίησης όλων των Ελλήνων, αλυτρώτων και μη, στο εθνικό τους κράτος και δεύτερον του αστικού εκσυγχρονισμού του κράτους αυτού. Θα έλεγα ότι, αν με την επανάσταση του 1821 αποκτήσαμε ελληνικό εθνικό κράτος, με τις αλλαγές που συντελούνται στην παραπάνω περίοδο διαμορφώθηκε το κράτος, όπως το γνωρίζουμε σήμερα. Τότε έγιναν προσπάθειες το ελληνικό κράτος αφενός να φτάσει στην εθνική του ολοκλήρωση κι αφετέρου να εκδημοκρατικοποιηθεί σύμφωνα με τα δυτικοευρωπαϊκά πρότυπα. Τα καταφέραμε;
        Παρά τη διεύρυνση των συνόρων του ελληνικού κράτους(απελευθέρωση Μακεδονίας, Ηπείρου, Δυτ. Θράκης, νησιά Αιγαίου, Κρήτη) και τις επιμέρους προοδευτικές μεταρρυθμίσεις που επετεύχθησαν επί Χ. Τρικούπη και Ελ. Βενιζέλου, δυστυχώς οι δυο παραπάνω στόχοι του ελληνικού κράτους δεν ολοκληρώθηκαν (εθνικός Διχασμός, μικρασιατική καταστροφή, κατάλυση της πρώτης ελληνικής Δημοκρατίας). Μεγάλη ευθύνη γι’ αυτά, σύμφωνα με το Ν. Θέμελη, έχει η ελληνική αστική τάξη της εποχής. Αυτή αν και κατείχε την οικονομική και πολιτική εξουσία, δεν είχε όμως καθαρή αστική ιδεολογία αλλά ένα συνοθύλευμα από αστικές μεταρρυθμίσεις και μεγαλοϊδεατισμό. Έτσι παράπαιε ανάμεσα σε πραγματικές ανάγκες αλλά και ιδεατές, όπως η «υψηλή αποστολή» του ελληνικού έθνους που υπαγορευόταν απ’ τη «συνέχεια» του ελληνισμού στο χώρο και το χρόνο. Η αστική τάξη, ως άρχουσα τάξη της χώρας, έχασε πολλές ευκαιρίες,  να εκδημοκρατικοποιήσει την κοινωνική και πολιτική ζωή της Ελλάδας. Έδωσε πολλές ελπίδες για την επίτευξη μιας άλλης Ελλάδας, μεγαλύτερης, δυνατότερης, δικαιότερης, όπως ταίριαζε στο λαμπρό παρελθόν της, οι οποίες όμως στη συνέχεια διαψεύστηκαν. Μια αναλαμπή ήταν τα όραμα της Μεγάλης Ιδέας κι οι προσπάθειες που στηρίχτηκαν σ’ αυτό για την Ανόρθωση της Ελλάδας. Μια αναλαμπή που φώτισε για λίγο την ταραγμένη αυτή περίοδο, απ΄ τα τέλη του 19ου αιώνα ως τα χρόνια του μεσοπολέμου, και η οποία μετά δυστυχώς έσβησε! Μονολογεί ο αστός διανοούμενος, ο Δημητράκης (σ.303) «Μα που είναι η λάμψη του πνεύματος, η λάμψη του Ελληνισμού, η «συνέχεια» για την οποία πασχίζουμε τόσα χρόνια;» για να διαπιστώσει στη συνέχεια «την κατάντια στην οποία είχε διολισθήσει η χώρα» κατά τον Εθνικό Διχασμό, τη Μικρασιατική καταστροφή κι όχι μόνο!

 ΦΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΑΣΤΙΚΟΥ ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟΥ: επιτυχίες & αποτυχίες

Πως ακριβώς όμως εξελίχτηκαν τα ιστορικά γεγονότα; Ποιες ευκαιρίες χάθηκαν για τους Έλληνες να αποκτήσουν ένα σύγχρονο δημοκρατικό κράτος κατά τα δυτικοευρωπαϊκά πρότυπα; Ποια λάθη έγιναν;
       Ο αστικός εκσυγχρονισμός της ελληνικού κράτους ξεκινάει περίπου γύρω στα 1875, κυρίως επί πρωθυπουργίας Χ. Τρικούπη. Τότε αρχίζουν να καταφτάνουν στο μικρό Ελληνικό Βασίλειο, Έλληνες πρόσφυγες από τις τουρκοκρατούμενες περιοχές και ομογενείς των παροικιών λόγω αφύπνισης του βαλκανικού εθνικισμού εκεί. «κόσμος και κοσμάκης απ’ όλα τα μέρη της Ελλάδας κι απ’ την ομογένεια του εξωτερικού καταφτάνει στα αστικά κέντρα της χώρας». Η εθνολογική σύσταση του ελληνικού πληθυσμού αλλά και των βαλκανικών λαών απασχολεί το συγγραφέα και παραθέτει θεωρίες της εποχής από Έλληνες και ξένους μελετητές, οι οποίες μπορεί να σοκάρουν τον Έλληνα αναγνώστη σχετικά με την Αρβανίτες και τους Μακεδόνες (σ.18, 201 ).
   Αυτοί όμως οι νεοφερμένοι αστοί δεν επενδύουν σε παραγωγικές δραστηριότητες αλλά αγοράζουν γη ή τσιφλίκια στη Θεσσαλία ή  καταθέτουν τα κεφάλαια τους στις τράπεζες αποβλέποντας σε σίγουρο και βέβαιο κέρδος. Απ’ αυτούς που  επένδυσαν στη βιομηχανία, πολλοί χρεοκόπησαν από κακή διαχείριση των δανείων που πήραν, σπαταλώντας τα στο κτίσιμο επαύλεων, αγορά πανάκριβων οικοπέδων…Παρά τον εκσυγχρονισμό της χώρας σε οδικό δίκτυο, σιδηρόδρομο κ.τ.λ. ο πρωθυπουργός Χ. Τρικούπης, το 1893 αναφωνεί το γνωστό «δυστυχώς επτωχεύσαμεν». Έτσι χάθηκε η πρώτη σημαντική προσπάθεια να αποκτήσει η χώρα βιομηχανία, που θα μας καθιστούσε σχετικά ανεξάρτητους απέναντι στο ξένο κεφάλαιο. «χωρίς βιομηχάνους -ή βιομηχανία, δεν θυμόταν ακριβώς - δεν μπορεί να γίνει λόγος για βιώσιμη και ισχυρή αστική τάξη» μονολογεί ο Διαμαντής. Η ελληνική αστική τάξη, ακόμα κι όταν απέκτησε βιομηχανία αργότερα επί Βενιζέλου, έμεινε εντούτοις μεταπρατική, ασχολούμενη κύρια με το εμπόριο και τις μεταφορές.
     
Η άλλη μεγάλη προσπάθεια εθνικής ολοκλήρωσης κι αστικού εκσυγχρονισμού έγινε με την Επανάσταση στο Γουδί, το 1909, και την ανάληψη της πρωθυπουργίας απ’ τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Και πράγματι επετεύχθησαν πολλά τότε. Η έκταση του ελληνικού κράτους διπλασιάστηκε το 1912-13 με την απελευθέρωση της Μακεδονίας, Ηπείρου, νησιών Αιγαίου, Κρήτης. Έγινε αγροτική μεταρρύθμιση με τη κατάτμηση των μεγάλων γαιοκτησιών σε μικρότερους κλήρους που δόθηκαν σε αγρότες -καταργώντας έτσι φεουδαρχικές δομές- έγινε εκπαιδευτική μεταρρύθμιση εισάγοντας τη δημοτική γλώσσα στα σχολεία, πάρθηκαν μέτρα για την εξυγίανση της δημόσιας ζωής κι άλλα. Κι έφτασε η Ελλάδα με τη συνθήκη των Σεβρών, το 1920, να διεκδικεί τα εθνικά της δίκαια στην ευρύτερη περιοχή της Σμύρνης.
      Όμως ο Βενιζέλος δεν τόλμησε αλλαγή πολιτειακή, σε αβασίλευτη δημοκρατία, αν κι ο λαός    ζητούσε αλλαγή  Συντάγματος -αντί  αναθεώρησης που πρότεινε ο ίδιος- αφού η επανάσταση στο Γουδί στρεφόταν κύρια κατά του παλατιού και της επέμβασης του στην πολιτική ζωή της χώρας. Ο Βενιζέλος δεν τόλμησε, η αστική τάξη έδειξε ανεκτική σε μια παραδοσιακή ολιγαρχία που στήριζε το Παλάτι, και δυστυχώς οι οδυνηρές συνέπειες της συνύπαρξης αυτής θα φανούν 4 χρόνια αργότερα με τον Εθνικό Διχασμό (1915-17) κι όχι μόνο. Φαίνεται ότι οι προαναφερθέντες στην αρχή δυο εθνικοί στόχοι δεν καταπολεμήθηκαν μόνο από εξωτερικούς εχθρούς αλλά κι από εσωτερικούς δηλαδή από Έλληνες,  διαφορετικά δεν εξηγείται ο Εθνικός Διχασμός μέσα σε μια εποχή πολεμικών αναμετρήσεων, όπως αυτή του Α! Παγκοσμίου πολέμου που υποσχόταν την εθνική ολοκλήρωση του ελληνικού κράτους, κι η οποία απαιτούσε πάνω απ’ όλα εθνική ομοψυχία.
        Οι Έλληνες χωρίστηκαν στα δυο, Βενιζελικούς κι αντιβενιζελικούς ή βασιλόφρονες Κωνσταντινικούς, το ίδιο κι ο στρατός, η χώρα είχε 2 κυβερνήσεις, μια στην Αθήνα κι’ άλλη στη Θεσσαλονίκη, οι επίστρατοι επέβαλαν την τρομοκρατία τους στην Αθήνα κι όλα αυτά γιατί ο γερμανόφιλος Βασιλιάς Κωνσταντίνος ήθελε να επιβάλει στον εκλεγμένο πρωθυπουργό της χώρας τον Βενιζέλο να μη συμμετάσχει στον Α! Παγκόσμιο πόλεμο στο πλευρό των Συμμάχων, αλλά να μείνει η χώρα ουδέτερη. Έτσι όμως ευνοούνταν οι αντίπαλες δυνάμεις Γερμανία, Βουλγαρία, Οθωμανική αυτοκρατορία, οι οποίες σε περίπτωση νίκης θα ακύρωναν τη Συνθήκη Βουκουρεστίου με τα τόσα οφέλη των Βαλκανικών πολέμων για την Ελλάδα, η οποία είχε υπογραφεί μόλις ένα χρόνο πριν την έναρξη του Α! Παγκοσμίου.
      Τελικά ο Βασιλιάς εκθρονίζεται με την επέμβαση των Αγγλογάλλων, η Ελλάδα τελικά συμμετέχει και βγαίνει κερδισμένη απ’ το Α! Παγκόσμιο πόλεμο κι ανοίγεται για τη Μικρασιατική περιπέτεια(1919-1922). Ένα εθνικό όνειρο που εξέθρεψε γενιές και γενιές, μια Μεγάλη Ιδέα, που της δίνεται τώρα η ευκαιρία να υλοποιηθεί. Η Οθωμανική αυτοκρατορία με τους ηττημένους του πολέμου, η Ελλάδα με τους νικητές. Πώς να μη διεκδικήσει τα εθνικά της δίκαια; Και το τόλμησε! Αλλά έγιναν τόσα λάθη απ’ την πλευρά μας, και φέρθηκε τόσο έξυπνα ο αντίπαλος, ώστε η ήττα μας μετατράπηκε σε εθνική τραγωδία συμπαρασύροντας στο ξεριζωμό από τις πατρογονικές εστίες του όλον τον ελληνισμό της Μ. Ασίας, που επί 3.000 χρόνια δήλωνε την παρουσία του εκεί.
        Ποιος έφταιγε για όλα αυτά; «ίσως δεν έφταιγε αυτή καθεαυτή η Ιδέα. Έφταιγε ότι είχε χαθεί το μέτρο. Αυτή η συλλογική παράκρουση που έκανε τόσους και τόσους να συρθούν απ’ τα όρια του εφικτού και να περάσουν στο ανέφικτο, κυνηγώντας μια χίμαιρα εξίσου τυχοδιωκτικά σαν τη Σικελική εκστρατεία. Σ’ άλλο σημείο γινόμενος πιο σαφής ο συγγραφέας τονίζει τον καθοριστικό ρόλο των εκλογών του 1920, που ο Βενιζέλος χάνει απρόσμενα τις εκλογές για να τις κερδίσουν οι βασιλόφρονες που επαναφέρουν τον Κωνσταντίνο στο θρόνο, και οι οποίοι συνεχίζουν επιθετικότερα τον Μικρασιατικό πόλεμο παρά τις προεκλογικές υποσχέσεις τους ότι θα τον σταματήσουν. Λάθη, λάθη, λάθη, αλλά τι φταίνε οι χιλιάδες νεκροί, οι διαλυμένες οικογένειες που χάσανε τους ανθρώπους τους, το βιος τους, τις πατρίδες τους, την ψυχή τους; κι όσοι πρόλαβαν στοιβάχτηκαν αλλόφρονες στα καράβια για να τους φέρουν στη μητέρα-πατρίδα, η οποία τους υποδέχτηκε ως «πρό-σφηγκες», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο συγγραφέας. Αβάσταχτος πόνος,  τεράστιες πολιτικές ευθύνες, για τις οποίες έξι άτομα απ’ την στρατιωτική και πολιτική ηγεσία καταδικάστηκαν σε θάνατο κι εκτελέστηκαν, ενώ ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος εκθρονίστηκε καταφεύγοντας στο εξωτερικό. Δυστυχώς όμως το κακό είχε γίνει! Η Μεγάλη Ιδέα, που για 80 περίπου χρόνια γαλούχησε τους Έλληνες κι έγινε κι επίσημη εξωτερική πολιτική του κράτους είχε άδοξο τέλος, συμπαρασύροντας  τον ελληνισμό στη γεωγραφική του συρρίκνωση!

           Η άλλη μεγάλη ευκαιρία εκδημοκρατισμού της χώρας είναι η περίοδος της Αβασίλευτης Δημοκρατίας του Μεσοπολέμου (1924-1935), που ορόσημα της είναι απ τη μια η Μικρασιατική Καταστροφή κι απ’ την άλλη η Δικτατορία του Ι. Μεταξά. Δυστυχώς έπρεπε να προηγηθεί μια εθνική τραγωδία για να απαλλαγεί η χώρα απ’ το Παλάτι, κι όσο διήρκεσε η Δημοκρατία του Μεσοπολέμου, καταπολεμήθηκε τόσο πολύ, ώστε να φαντάζει ως σωτήρια λύση, στα προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας και στο νεοεμφανιζόμενο δήθεν κομμουνιστικό κίνδυνο, η Παλινόρθωση και η  επιβολή της Δικτατορίας του Μεταξά. Δυο δικτατορίες, μία του στρατηγού Πάγκαλου, και μία του Κονδύλη και στρατιωτικά κινήματα αντιβενιζελικών και βενιζελικών ταλάνισαν τη χώρα και την αδύναμη, πρώτη, αβασίλευτη ελληνική Δημοκρατία μας με μόνο φωτεινό διάλειμμα τη  διακυβέρνηση Βενιζέλου(1928-32). Πως μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες να εδραιωθεί ο εκδημοκρατισμός του πολιτικού μας συστήματος;
         Παρόλα αυτά, η Δημοκρατία του Μεσοπολέμου πέτυχε το μεγάλο άθλο της οριστικής αποκατάστασης και της ένταξης των προσφύγων στην κοινωνία, προσφέροντας κατοικία και εργασία -μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα- σ’ ένα τεράστιο όγκο προσφύγων, που ανέρχονταν σε 1.200.000 άτομα. Το έργο αυτό έφερε εις πέρας η Επιτροπή Αποκατάστασης Προσφύγων που λειτουργούσε υπό την εποπτεία της Κοινωνίας των Εθνών. Ακόμα η οικονομία του μεσοπολέμου αναπτύχθηκε σημαντικά με την έλευση των προσφύγων, οι οποίοι πρόσφεραν τις γνώσεις τους, την εργατική τους δύναμη και γενικά κίνησαν την αγορά.
Αυτά είναι σε γενικές γραμμές τα ιστορικά και πολιτικά γεγονότα της  νεότερης Ελλάδας απ΄ τα τέλη του 19ου ως το 1936. Σχηματικά δίνονται ως εξής:

ΠΟΛΙΤΕΥΜΑΤΑ
1.βασιλευόμενη δημοκρατία   2. αβασίλευτος δημοκρατία     3. βασιλευόμενη δημοκρατία
1864-1923                                           1924-1935                              1935-1968

ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ
1.αντιβενιζελικοί
Βασιλόφρονες                      2 βενιζελικοί               3 κοινωνιολόγοι    4κομμουνιστές
κρατικοδίαιτη αστ.τάξη   προοδευτική αστ.τάξη   Παπαναστασίου          εργάτες








                                                                                                                                                                                  ΕΠΙΤΥΧΙΕΣ                             ΑΠΟΤΥΧΙΕΣ

ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗ
ΧΑΡ. ΤΡΙΚΟΥΠΗ

Υποδομές για την αστικοποίηση της χώρας,  δρόμοι,  σιδηρόδρομος, Ισθμός Κορίνθου κτλ.
Εκβιομηχάνιση περιορισμένη
Χρεοκοπία χώρας.
ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗ
ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ & ΑΛΛΩΝ


Διπλασιασμός ελληνικού κράτους σε έκταση και πληθυσμό.
Αγροτική μεταρρύθμιση, εκπαιδευτική μεταρρύθμιση,
Εξυγίανση δημ. διοίκησης.
Διατήρηση βασιλείας
Μη οριστική λύση γλωσσικού και εκπαιδευτικού ζητήματος,
Εθνικός Διχασμός,
Μικρασιατική Καταστροφή,
Ιδιώνυμο.
ΑΒΑΣΙΛΕΥΤΟΣ
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ


Ένταξη προσφύγων Μ. Ασίας στην ελληνική κοινωνία,
Ανάπτυξη οικονομίας μεσοπολέμου.
Στρατιωτικά κινήματα,
Δικτατορίες Πάγκαλου,  Κονδύλη και Μεταξά.,
Εξορίες δημοκρατικών στα ξερονήσια.


Γιατί όμως η αστική τάξη παρά την οικονομική της ισχύ και την ανάληψη της πολιτικής εξουσίας δεν μπόρεσε να ολοκληρώσει τους στόχους της;

Πρώτον, η αστική τάξη ήταν διχασμένη, στην παλαιά ολιγαρχία που ήταν κρατικοδίαιτη κι αντιδραστική και στη νέα επιχειρηματική τάξη των εφοπλιστών, βιομηχάνων, επιχειρηματιών που ήταν προοδευτική, χωρίς να καταφέρει όμως η δεύτερη να επιβληθεί οριστικά κι αμετάκλητα επί της πρώτης.
Δεύτερο, ανέχτηκε να δημιουργηθεί ένα πελατειακό σύστημα μεταξύ κομμάτων και ψηφοφόρων που έπληττε την αξιοκρατία, τη δικαιοσύνη, τη δημοκρατία.
Τρίτο, αποδείχτηκε ανίκανη ή αναποφάσιστη να αποδεσμευτεί από τη βασιλική δυναστεία. «τι ήθελε η αστική τάξη της Ελλάδας; Να μαϊμουδίζει γύρω απ’ την αυλή ή να ΄χει σχέσεις με τη βασιλική καμαρίλα; Σίγουρα όχι, έστω η πλειοψηφία της. Τι ήθελε όμως η πλειοψηφία της; Λιγότερο ή καθόλου βασιλιά ή απλά να νέμεται την οικονομική εξουσία; Σχεδόν αδύνατες οι απαντήσεις.»(σ.218)
Τέταρτο, η αστική τάξη ανέχτηκε κι υπέθαλψε τον εθνικό μεγαλοϊδεατισμό, που την αποπροσανατόλιζε απ’ τις πραγματικές ανάγκες του καιρού της και καθόρισε την επίσημη εξωτερική πολιτική της χώρας για 80 χρόνια περίπου.
 Πέμπτο, δεν ήταν τόσο οικονομικά ισχυρή, δεν είχε βαριά βιομηχανία τόση ώστε να είναι ανεξάρτητη από τις άλλες βιομηχανικά χώρες. Δεν παρήγαγε, όσα έπρεπε, αλλά εισήγαγε κι έτσι εξαρτιόταν από το ξένο κεφάλαιο.
Έκτο, η κυρίαρχη σύγκρουση περίπου μέχρι το 1935 ήταν αντιβενιζελικοί-βενιζελικοί, όπου οι δημοκρατικοί αστοί προσπαθούσαν να εδραιώσουν την εξουσία τους απέναντι στους βασιλόφρονες. Μετά το 1935 η κυρίαρχη σύγκρουση μετατοπίζεται σε δεξιούς- αριστερούς, διότι ένας νέος κίνδυνος εξ αριστερών τώρα αρχίζει να απειλεί την αστική τάξη με την οργάνωση της εργατικής τάξης και την παρουσία του Κ.Κ.Ε. Έτσι η αστική τάξη από προοδευτική αρχίζει κι αμύνεται καταφεύγοντας σε αντιδραστικές πρακτικές π.χ. ψήφιση ιδιώνυμου.
       Τελικά οι αστοί μας δεν είχαν ξεκάθαρη αστική ταυτότητα. «Αστική τάξη δεν είναι μόνο να μαζεύεις κεφάλαια, γη, εργάτες ή να ΄χεις ένα γιο να τα κληρονομήσει. Χρειάζεται(να έχεις) ένα υπόβαθρο, μια γενικότερη αντίληψη για τον κόσμο και κανόνες που διαμορφώνουνε συνολικά την κοινωνία. Κανόνες με δικαιώματα κι υποχρεώσεις για όλους, όχι μόνο δικαιώματα για μας κι υποχρεώσεις για εκείνους που μας δουλεύουν»(σ. 672). Αυτή η χαλαρότητα στη συνείδηση της δεν τη βοήθησε να ξεπεράσει τις κρίσεις που παρουσιάζονταν κάθε φορά και αντιπάλευαν την εύθραυστη ελληνική Δημοκρατία μας.
      Η  ΜΕΓΑΛΗ  ΙΔΕΑ

      Το θέμα της Μεγάλης  Ιδέας απασχολεί πολύ το συγγραφέα Ν. Θέμελη κι αναζητά τα αίτια δημιουργίας της και τις συνέπειες της. Οι θέσεις του μάλιστα σε μερικά σημεία διαφοροποιούνται από τις επίσημα ή ευρεία αποδεκτές. Ο συγγραφέας τονίζει το ρόλο των Γερμανών ιστορικών Ντρόυζεν και Κούρτιους, οι οποίοι επηρέασαν τους Έλληνες ιστορικούς  Ζαμπέλιο, Κ. Παπαρηγόπουλο, Λάμπρου, Βασιάδη σχετικά με τη «θεωρία της συνέχειας» του Ελληνισμού στο χρόνο και στο χώρο, πάνω στην οποία στηρίχτηκε η Μεγάλη Ιδέα(σ.368-9). Ο Ντρόυζεν στο έργο του για τον Μέγα Αλέξανδρο, τοποθετούμενος επί του ιστορικού διλήμματος της εποχής του για το ρόλο του Αλεξάνδρου έγραψε ότι «ο Αλέξανδρος δεν κατέλυσε τον κλασσικό (αρχαίο ελληνικό) κόσμο αλλά τον ενοποίησε» εννοώντας ότι ο Μακεδόνας στρατηλάτης αφού κατέλυσε την παρηκμασμένη πια, αρχαία πόλη-κράτος, προχώρησε στην υλοποίηση της Πανελλήνιας Ιδέας ενώνοντας όλες τις πόλεις-κράτη και στη συνέχεια με τις κατακτήσεις του άνοιξε το δρόμο για τον ελληνιστικό πολιτισμό. Οι πολιτικές σκοπιμότητες της ενοποίησης της Γερμανίας τότε, ανήγαγαν σε πρότυπο την εποχή εκείνη - που ο Αλέξανδρος της Μακεδονίας ένωσε όλους τους Έλληνες- και παρομοίωσαν τον Βίσμαρκ της Πρωσίας, ως άλλον Μέγα Αλέξανδρο, που θα ενοποιούσε τα γερμανικά φεουδαρχικά κρατίδια σ’ ένα ενιαίο Γερμανικό εθνικό κράτος, όπως κι έγινε με αυτοκράτορα τον Γουλιέλμο. (Επίσης ο Κούρτιους στην ιστορία του για το Βυζάντιο τόνισε την ενότητα, που είχε η Αυτοκρατορία, χάρις στη θρησκεία και στην ισχυρή εξουσία του αυτοκράτορα, αντιλήψεις που άρεσαν στην Εκκλησία και στη Βασιλεία, ως φορείς συνοχής σ’ ένα κράτος).
     Αυτές οι αντιλήψεις των Γερμανών, τις οποίες ασπάζονταν  ένα μεγάλο μέρος της γερμανικής διανόησης, η μορφωμένη αστική τάξη και οι Γερμανοί φιλέλληνες άρεσαν στους Έλληνες, οι οποίοι αναζητούσαν τη δική τους ταυτότητα και την ακριβή σχέση τους με τους αρχαίους Έλληνες και το Βυζάντιο. Η γνωστή διαίρεση της ελληνικής ιστορίας σε αρχαία, βυζαντινή, νεώτερη -που έδειχνε τη συνέχεια του ελληνισμού από αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερα- σχηματοποιήθηκε για πρώτη φορά ολοκληρωμένα απ’ τον ιστορικό Κ. Παπαρηγόπουλο στα τέλη του 19ου αιώνα. Σημειωτέον ότι ο 19ος αιώνας είναι ο αιώνας της αφύπνισης των εθνών, γι’ αυτό κι οι λαοί αναζητούν τις εθνικές τους ρίζες.
       Πόση αλήθεια και πόσο ψέμα μπορεί να κρύβει μια Μεγάλη Ιδέα είναι ένα θέμα προς διερεύνηση, κι όχι μόνο για την Ελλάδα αλλά και για κάθε έθνος που διεκδικεί τη δική του Μεγάλη Ιδέα για να στεριώσει το δικό του εθνικό κράτος. «Η Μεγάλη Ιδέα είναι φτιαγμένη από τα υλικά που φτιάχνονται τα παραμύθια, τη φαντασία και το συναίσθημα»(σ.371), γιατί αγγίζει το συλλογικό υποσυνείδητο κάθε λαού. «Όλοι χρειαζόμαστε ένα παραμύθι που νανουρίζει και γλυκά αποκοιμίζει. Εύκολα διατρέχεις την απόσταση με τη φαντασία και μπόλικο περίσσευμα ψυχής αλλά η νηφαλιότητα κι η λογική αρνείται πλέον να συμπράξει…κι η απόσταση τεράστια από την αρχαιογνωσία ως την προγονολατρεία»(σ.376) κι αποσιωπώντας όσα χωρίζουν τον αρχαίο κόσμο και το βυζαντινό, τα ταίριασαν  όλα όμορφα ξεχνώντας ότι η συνέχεια αυτή δεν είναι αδιατάρακτη αλλά έχει ρήξεις, αλλαγές, μετασχηματισμούς. «λες και δεν είχαμε δικά μας  μάτια, βλέπαμε μέσα από τα μάτια των Γερμανών φιλελλήνων»(σ.426,432)
     Ο Ν. Θέμελης πιστεύει ότι κι η γερμανική αστική τάξη δεν είχε γνήσια αστική ταυτότητα, διότι δεν ξεπήδησε από επανάσταση κατά του απολυταρχισμού και της φεουδαρχίας κι έτσι δεν καλλιέργησε την έννοια του πολίτη. Το κενό αυτό στην ιδεολογία της, το γέμισε με την «ιδεολογία» της (στρατιωτικής) ισχύος του κράτους και της πειθαρχίας των πολλών στον άρχοντα(Βίσμαρκ, Κάιζερ) διότι μόνο με αυτό τον τρόπο θα «πείθονταν» τα γερμανικά κρατίδια να συνενωθούν σε ενιαίο κράτος. Αυτό το ισχυρό κράτος, που δημιουργήθηκε, η Γερμανική αυτοκρατορία, συνεχίζει την ίδια μιλιταριστική κι ιμπεριαλιστική πολιτική προξενώντας έτσι τον Α! Παγκόσμιο πόλεμο, απ’ τον οποίο βγήκε βαριά ηττημένη.  Η Ελλάδα της Μικρασιατικής καταστροφής και η Γερμανία του Α! Παγκοσμίου πολέμου μοιάζουν πολύ, διότι η μεγαλομανία, ο επεκτατισμός κι ο εθνικισμός οδήγησαν τους δυο λαούς σε μείζονες καταστροφές.

     Στο θέμα των σχέσεων Ελλάδας–Γερμανίας, ο Ν. Θέμελης επανέρχεται πολλές φορές με κάθε ευκαιρία. Η γερμανική παρουσία στην Ελλάδα αρχίζει με τον Όθωνα, ο πατέρας του οποίου Λουδοβίκος ήταν μεγάλος φιλέλληνας και συνεχίζεται με το βασιλιά Κωνσταντίνο, ο οποίος είχε παντρευτεί την αδελφή του Κάιζερ. Ο Γερμανός αρχαιολόγος Δαίρπφελδ(1853-1940) είναι αυτός που έκανε τις  ανασκαφές σε αρχαία Ολυμπία, Τίρυνθα, Τροία, Λευκάδα κι αποκάλυψε έτσι μέρος του αρχαίου κόσμου και το ανέδειξε διεθνώς(124,127). Γνωστή, αλλά όχι αποδεκτή κι η άποψη του ότι η ομηρική Ιθάκη ταυτίζεται με τη Λευκάδα. Επίσης στην Αθήνα υπήρχε σημαντική παροικία Γερμανών, με σχέσεις με το Παλάτι, και είχε ιδρυθεί και Γερμανική σχολή. Απ’ την άλλη πολλοί Έλληνες, γόνοι συνήθως της αστικής τάξης, σπούδαζαν στα φημισμένα πανεπιστήμια της Γερμανίας του Μεσοπολέμου, στη Χαϊδελβέργη, στο Βερολίνο, στη Λειψία κι επιστρέφοντας στην Ελλάδα είναι αυτοί που εκφράσανε την συντηρητική άποψη της αστικής διανόησης της εποχής για τη συνέχεια του ελληνισμού (και μάλλον στο πρόσωπο του φοιτητή Παύλου φωτογραφίζεται ο Κ. Τσάτσος και στο πρόσωπο του φοιτητή φιλολογίας ο Μιστριώτης)(σ.599, 362), ενώ την ίδια εποχή ακουγόταν στο Βερολίνο η κριτική άποψη για τη συνέχεια του ελληνισμού χωρίς προγονολατρείες, από τον Ντίτερ Έσενμπαχ.
        Βερολίνο, αγαπημένη πόλη για το γερμανοσπουδαγμένο Ν. Θέμελη, την οποία περιγράφει δυο φορές, μία λίγο πριν το Α! Παγκόσμιο πόλεμο και μία μετά τον πόλεμο για να δείξει τη διαφορά ανάμεσα στην ψυχική ανάταση και στην απογοήτευση και τη δυστυχία που έφερε η μεγάλη ήττα. Εικόνες ανεξίτηλες στη μνήμη αυτών που έζησαν και περπάτησαν στο ιστορικό κέντρο της πόλης, στη λεωφόρο Ούντερ ντεν Λίντεν με την Πύλη του Βραδενμβούργου, στην Φρίντρχστράσσε με την αγορά της, που επισκέφτηκαν τα μουσεία της με τους ελληνιστικούς αρχαιολογικούς θησαυρούς, το Βωμό της Περγάμου…Το πρώτο μέρος του 7ου κεφαλαίου(329-349) αφιερώνεται στην πληγωμένη Γερμανία του Μεσοπολέμου, μετά την κατάρρευση της Γερμανικής αυτοκρατορίας, στην πολιτική αστάθεια της ανακηρυχθείσης Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, στην εξέγερση των Σπαρτακιστών, την εμφύλια σύρραξη, στη δολοφονία της Ρόζας Λούξεμπουργκ. Αλλά και οι πνευματικοί άνθρωποι της Γερμανίας προβληματίζουν το συγγραφέα για τις θέσεις τους, όπως ο Τόμας Μαν σε αντίθεση με τον αδελφό του Χάινριχ Μαν, ο Νίτσε αλλά και οι αστροφυσικοί Μαξ Πλανκ, ο πατέρας της κβαντικής θεωρίας και Φριτς Χάμπερ, οι οποίοι είχαν ταχτεί υπέρ του πολέμου κα μάλιστα ο δεύτερος επινόησε το χημικό πόλεμο των αερίων. Ένα κλίμα πεσσιμισμού κι αδιεξόδου φαινόταν να σκεπάζει τη Γερμανία, που οι επαχθείς όροι της Συνθήκης των Βερσαλλιών έκαναν ακόμα πολύ βαριά την ήττα της..

Ο  ΜΥΘΟΣ  ΤΟΥ  ΕΡΓΟΥ  & ΟΙ  ΧΑΡΑΚΤΗΡΕΣ

Μέσα σ’ αυτή την Αθήνα του 1900-1935, που το πολεοδομικό και χωροταξικό της σχέδιο φωτογραφίζεται μέσα απ’ τις περιγραφές των τοπίων  και των εικόνων της καθημερινής ζωής ζει η οικογένεια του Διαμαντή και της Αριστέας, πλουσίων αστών της εποχής. Στη χαραυγή του 20ου αιώνα, παραμονή Πρωτοχρονιάς του 1900, βρίσκουν έκθετο στα σκαλοπάτια του σπιτιού τους ένα μωρό, το οποίο υιοθετούν. Η ζωή του Στέφανου, του υιοθετημένου και μοναδικού τέκνου τους, η εφηβεία του, η άνδρωση του, η αποκάλυψη των μυστικών που σχετίζονται με την καταγωγή του συνέχουν την πλοκή του μύθου, με εκπλήξεις, αγωνία, αληθοφάνεια αλλά και με χαλαρότητα σε άλλα σημεία, ιδίως αρκετά πριν το τέλος του μυθιστορήματος. Γύρω από την οικογένεια του Διαμαντή και της Αριστέας κινούνται συγγενείς και φίλοι  και περιγράφονται οι ανθρώπινες σχέσεις μεταξύ τους.
          Κύκλοι ζωής που ανοίγουν και κλείνουν κάτω από την καταλυτική πορεία του χρόνου, που τα αλλάζει όλα. Αυτά που μας φαίνονται δεδομένα κι αυτονόητα έρχεται κάποτε που παύουν να υπάρχουν! Ηλικιωμένοι γονείς που φεύγουν απ’ τη ζωή, παιδιά που μεγαλώνουν κι αποχωρούν για να φτιάξουν τη δική τους ζωή, σχέσεις που διαλύονται, ψυχολογίες που αλλάζουν, βεβαιότητες που μας στήριζαν κάποτε, τώρα αμφισβητούνται…όλα αλλάζουν η δομή της οικογένειας, η εικόνα της γειτονιάς, η πόλη κι η κοινωνία που μεταμορφώνονται! Βιοτικές ανάγκες, προσωπικές επιθυμίες και φιλοδοξίες, ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες επιδρούν πάνω στη ζωή μας και τη διαμορφώνουν.
        Η οικογένεια λοιπόν του Διαμαντή και της Αριστέας ζει στη Νεάπολη, ένα νέο προάστιο, που κτίζεται γύρω στα 1900, μεταξύ λεωφόρου Αλεξάνδρας και Λυκαβηττού, στο τέρμα της οδού Ιπποκράτους, και κατοικείται κυρίως από πλούσιους ομογενείς εξ Αιγύπτου. Από τα μπαλκόνια των σπιτιών τους αγναντεύουν την Πατησίων και μετά τον κάμπο που τώρα τελευταία τον διασχίζει η  σιδηροδρομική γραμμή, η οποία τους κάνει να ονειρεύονται ταξίδια μακρινά στις χώρες της Ευρώπης με αυτό το νέο μεταφορικό μέσο και κυρίως με το μυθικό Όριεντ Εξπρές «που διασχίζει τόσα σύνορα κι ενώνει τόσες χώρες» και με το οποίο ταξιδεύουν ακόμα κι οι βασιλείς! Απ’ την άλλη πλευρά αγναντεύουν τα Τουρκοβούνια, απ’ όπου κατεβαίνουν κάθε πρωί οι βοσκοί απ’ τα μαντριά τους για να μοιράσουν το γάλα. Στο σημερινό ιστορικό κέντρο των Αθηνών κατεβαίνουν με τα πόδια, και μετά το 1926, με αυτοκίνητο, κάποιοι πλούσιοι μόνο. Η πρωτεύουσα του Ελληνικού Βασιλείου γύρω στα 1900 δεν θύμιζε καθόλου τη σημερινή μεγαλούπολη.
        Η επέκταση της πόλης των Αθηνών γινόταν συνεχώς για να στεγάσει τους νέους κατοίκους της αλλά και για λόγους κερδοσκοπίας. Μονολογεί ο έμπορας, ο γερο-Θόδωρος «επέκτειναν το Σχέδιο Πόλεως χωρίς να είναι ανάγκη απ’ τα 1700 στα 7500 εκτάρια, οι αθεόφοβοι, κι έκαναν τα χωράφια τους οικόπεδα με αξία»(σ.25). Η μεγάλη όμως επέκταση της πόλης συμπίπτει με τον ερχομό των προσφύγων, μετά το 1922.Κτίζονται νέες συνοικίες, κοντά στο Παγκράτι, στον Πειραιά, και μετά την Πατησίων και συγχρόνως  εργοστάσια στην Ιωνία, όπου προσφέρονταν πολλά εργατικά χέρια.

      Σ’ αυτή την Αθήνα λοιπόν ζουν οι ήρωες του μυθιστορήματος μας. Ο Διαμαντής, μεγαλέμπορας υφασμάτων, που διατηρεί κατάστημα στην Αιόλου - με πατέρα βασιλόφρονα, που πλούτισε ως προμηθευτής της βασιλικής Αυλής και του στρατού αργότερα – ονειρεύεται να γίνει βιομήχανος, γεγονός που πραγματοποιείται μετά το θάνατο του αυταρχικού πατρός του και παρά τις αντιρρήσεις του. Ο Διαμαντής εκπροσωπεί το συντηρητικό-αντιδραστικό τμήμα της αστικής τάξης, το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι η οικονομική του βολή και δεν έχει καθόλου κοινωνικές και πνευματικές ευαισθησίες. Ως σύντροφος της Αριστέας δεν ανταποκρίνεται στις ευαισθησίες της, δεν υπολογίζει τη γνώμη της σε σημαντικές οικογενειακές αποφάσεις, την απατά κρυφά με άλλες περαστικές γυναίκες, θεωρεί καθήκον του να της προσφέρει μόνο χρήματα, πολλά χρήματα και να παρουσιάζουν μια καλή οικογενειακή εικόνα προς τα έξω. Αλλά και με το γιο του δεν έχει καλύτερες σχέσεις.
         Ως νέος έδειχνε ότι θα γινόταν διαφορετικός απ’ τον πατέρα του αλλά, όταν απέκτησε ο ίδιος την οικονομική εξουσία αντέγραψε  τη συμπεριφορά, που είχε δεχτεί κάποτε ως καταπιεζόμενος. Φανατικός βασιλόφρονας, που φτάνει κάποτε να διαλύσει τη σχέση εμπιστοσύνης και φιλίας, που είχε με τον κουνιάδο του Δημητράκη, διώχνοντας τον από το σπίτι του. Τέλος συμμετέχει σε συνομωσία ομοϊδεατών του για την προετοιμασία πραξικοπήματος, που θα ανέτρεπε τη Δημοκρατία και θα έφερνε πίσω το Βασιλιά και τη Δικτατορία.
Η Αριστέα είναι μια συμπαθητική μορφή. Αστή καλοπροαίρετη, χαρούμενη, φιλόξενη αλλά και λίγο αφελής, έστω όταν ήταν νέα. Χαίρεται να δέχεται κόσμο στο σπίτι της, αγκαλιάζει με αγάπη το έκθετο μωρό και το μεγαλώνει σαν αληθινή μάνα, πιστεύει στο Διαμαντή της, όπως τον αποκαλεί στα πρώτα χρόνια του γάμου της. Οι απογοητεύσεις όμως, που δέχεται απ’ τη συμπεριφορά του συζύγου της αργότερα, ο θάνατος της μητέρας της, το φευγιό του πολυαγαπημένου αδελφού απ’ το σπίτι της κι η αυτοκτονία του αργότερα την πικραίνουν βαθιά, και σε συνδυασμό με την απουσία του γιου της για σπουδές στο εξωτερικό, την ωριμάζουν. Η εικόνα της στο άδειο σπίτι της, που κάποτε έσφυζε από αγαπημένα πρόσωπα και ζωή πληγώνει όχι μόνο την καρδιά της Αριστέας αλλά και τη δική μας! Η Αριστέα όμως τελικά αντιδρά, δεν κλείνεται μέσα, οργανώνει εκ νέου τη κοινωνική της ζωή, γράφεται σε σύλλογο γυναικών και το ενδιαφέρον της τώρα επικεντρώνεται στην αποκατάσταση του γιου της Στέφανου. Η ζωή συνεχίζεται κι η Αριστέα, το ΄χει καταλάβει.
Ο Δημητράκης, ο προοδευτικός αστός, διανοούμενος της εποχής, πολυαγαπημένος αδελφός της Αριστέας, μεγαλοδικηγόρος, εργένης εκ πεποιθήσεως, μια ευγενέστατη φυσιογνωμία, θαυμαστής της γερμανικής κουλτούρας, βενιζελικός, που πίστεψε στη θεωρία της συνέχειας του Ελληνισμού, όπως επίσημα διατυπωνόταν τότε και στο όραμα της Μεγάλης Ιδέας. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και τον ερχομό των προσφύγων έρχεται αντιμέτωπος με τη σκληρή αλήθεια και το δράμα των χιλιάδων αθώων προσφύγων και συνειδητοποιεί την πλάνη του. Γκρεμίζονται μέσα του οι βεβαιότητες πάνω στις οποίες στήριξε τη ζωή του. Αισθάνεται παγιδευμένος σε αδιέξοδα, μετανιώνει για την επιλογή του να μείνει εργένης αλλά και γι άλλες επιλογές του, που αφορούσαν τρίτους και μάλιστα πολυαγαπημένα του πρόσωπα. Πως διέπραξε τόσα λάθη, χωρίς να το καταλάβει; Η απελπισία της ψυχής του, δυστυχώς, τον οδηγεί να δώσει τέλος στη ζωή του!
Ο Στέφανος, το alter ego του συγγραφέα. Κριτικός νους, του αρέσει να εμβαθύνει στα πράγματα και να στοχάζεται πάνω σ’ αυτά, περισσότερο άνθρωπος της θεωρίας παρά της δράσης. Αναλαμβάνει πρωτοβουλίες για δράση αλλά μέχρι του σημείου να μη συγκρουστεί ανοιχτά με τη βία. Βλέπει το άδικο, το άσχημο, το αντιδημοκρατικό αλλά δεν βγαίνει μπροστά να διεκδικήσει, να συγκρουστεί. Αυτή η διστακτικότητα του ακόμα και σε προσωπικές επιλογές που αφορούν τη ζωή του είναι ίδιον του χαρακτήρα του, για το οποίο στενοχωρείται, τύπτει τον εαυτό του αλλά δεν μπορεί να συμπεριφερθεί αλλιώς. Δημοκρατικός στις πολιτικές του πεποιθήσεις, με πρότυπο τον Ελ Βενιζέλο και τον Αλ. Παπαναστασίου.  Ακόμα θιασώτης της γερμανικής διανόησης, στην οποία γαλουχήθηκε από τον πολυαγαπημένο του θείο, το Δημητράκη, αλλά την οποία αντιμετωπίζει κριτικά, όταν πια φοιτητής σπούδαζε στο Βερολίνο. Ανοικτός σε ιδέες, με πνευματικές ανησυχίες, του αρέσει η λογοτεχνία, η φιλοσοφία, η μουσική.
Αντίθετα δεν είναι άνθρωπος τόσο πρακτικός, όσο ο φίλος του, ο Κώστας, ο γιος του Νικολή εφέντη, ο οποίος ως πρόσφυγας προσαρμόστηκε γρήγορα στο νέο του περιβάλλον κι έκανε κι οικογένεια. Η ανεξήγητη, γι αυτόν, αυτοκτονία το θείου του Δημητράκη τον λύπησε αφάνταστα κι αναζητώντας τα αίτια της ανακαλύπτει το προσωπικό του ημερολόγιο, το οποίο του έλυσε όλες τις απορίες του και τα μυστικά της καταγωγής του. Οι αποκαλύψεις αυτές, που τον άφησαν εμβρόντητο, αναστάτωσαν βαθιά όλον τον ψυχικό του κόσμο για μήνες μέχρι που καταλάγιασε, όταν τελικά αισθάνθηκε ότι η αγάπη της Αριστέας προς αυτόν ήταν τόσο ειλικρινής και μεγάλη που την έκανε άξια, πραγματική  μητέρα του!
Απ’ τους άλλους ήρωες ξεχωρίζουν η Λουκία, δασκάλα πιάνου εξ Αιγύπτου, ο Χρύσανθος, ο κομμουνιστής, ο Κούλης, ο επίστρατος, η Αριάδνη κι ο Κώστας, πρόσφυγες με δυναμισμό, ο Βρασίδας, μεγαλοκτηματίας κι αντιδραστικότατο στοιχείο, όλοι ζωντανοί κι ολοκληρωμένοι ως χαρακτήρες.
Τελικά ο Ν. Θέμελης με τα μυθιστορήματα της τριλογίας  του παρουσίασε το νεώτερο ιστορικό παρελθόν μας αναθεωρώντας απόψεις, κι ιδεολογίες, αναδεικνύοντας αφανείς ως τώρα στιγμές του ελληνισμού, αποκαλύπτοντας λάθη και πρακτικές φωτίζοντας τις εσωτερικές συγκρούσεις  που ταλανίζουν τη ζωή μας σε μια προσπάθεια περισσότερης εθνικής αυτογνωσίας κι ανθρωπογνωσίας. Αυτή η νέα οπτική, κατά τη γνώμη μου, τον διαφοροποιεί απ’ τους μικρασιάτες συγγραφείς, που πρωτόγραψαν εμπειρίες προσωπικές από τη ζωή τους στις χαμένες πατρίδες και το μετέπειτα δράμα που έζησαν.
                                          Σούλη Αγγελική                                                                                                                      Ζάκυνθος, 20-7- 2008
Υ.Γ
1.Άλλες θεωρίες κι ερμηνείες σχετικά με την εμφάνιση της Μεγάλης Ιδέας. Στην  «Ιστορία του ελληνικού έθνους» της εκδοτικής Αθηνών, τόμος ΙΓ αναφέρονται τα εξής:  .
 Πρώτος ο Ιωάννης Κωλέτης μίλησε για τη Μεγάλη Ιδέα, στην αγόρευση του στη Βουλή των Ελλήνων, το 1844, με αφορμή τη διαμάχη αυτόχθονων κι ετερόχθονων που ξέσπασε στο νεοϊδρυθέν ελληνικό κράτος και την παρουσίασε ως τη λύση της διαμάχης κι όχι μόνο.
Άλλοι ισχυρίστηκαν ότι το σύνθημα της Μεγάλης Ιδέας ρίχτηκε από την Αυλή του Όθωνα ή την προπαγάνδα της Καθολικής Εκκλησίας κι άλλοι παραδέχονται την επίδραση του Γερμανού ιστορικού Ντρόυζεν στους Έλληνες ιστορικούς Ζαμπέλιο και Παπαρηγόπουλο.
 Ο Δ. Ρώμας, μελετητής του μεσαιωνικού και νεότερου ελληνισμού, παρουσιάζει στο έργο του «Περίπλους» τη Φαναριώτικη Μεγάλη Ιδέα, που ήταν διαφορετική από την επιθετική Μεγάλη Ιδέα που επικράτησε αργότερα κι έγινε κι επίσημη εξωτερική πολιτική του Ελληνικού Βασιλείου. Η Φαναριώτικη Ιδέα επεδίωκε τη διάλυση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας εκ των έσω, χωρίς πολέμους, και την αντικατάσταση της από ένα ελληνικό κράτος που θα περιλάμβανε όλο το χριστιανικό Γένος στα Βαλκάνια και στη Μ. Ασία. Κατά τη γνώμη μου, ευσεβής πόθος των Φαναριωτών, λόγω της εξουσίας που είχαν αποκτήσει δίπλα στην Υψηλή Πύλη, και της επιθυμίας τους να δικαιολογήσουν πολλές αδικαιολόγητες πράξεις τους, κρατώντας κάποιες ισορροπίες μεταξύ της ελληνικής καταγωγής τους και των κυβερνητικών τους θέσεων υπέρ των οθωμανικών συμφερόντων.
Η επίσημη εκδοχή στη σχολική εκπαίδευση, «Ιστορία Κατεύθυνσης» Γ! Λυκείου είναι ότι οι συνθήκες που επικρατούσαν τότε με τον έξω ελληνισμό, που ήταν πλούσιος, και τον εντός του ελληνικού κράτους ελληνισμό, που ήταν φτωχός, δημιούργησαν τον πόθο της ενοποίησης αυτών των δυο κόσμων, ο οποίος εκφράστηκε με τη Μεγάλη Ιδέα
Όπως και να΄ ναι τα πράγματα σίγουρα πολλοί λόγοι συνετέλεσαν στη δημιουργία της Μεγάλης Ιδέας, οι ιστορικές συνθήκες, το συλλογικό εθνικό ασυνείδητο, η γερμανική κι ελληνική ιστοριογραφία και πάνω απ' όλα οι πολιτικές σκοπιμότητες

2.Στο βιβλίο του Γ. Μαυρογορδάτου, πανεπιστημιακές εκδόσεις Σάκουλα, «Μελέτες και κείμενα για την περίοδο 1909-1940» αναλύεται πολύ σοβαρά κατά τη γνώμη μου η περίοδος του Εθνικού Διχασμού ως κρίση της εθνικής και κρατικής μας ολοκλήρωσης κι ως ταξική σύγκρουση. Πιο συγκεκριμένα η ενσωμάτωση κι η αφομοίωση των Νέων Χωρών(Μακεδονία, Ήπειρος…) μετά τους Βαλκανικούς πολέμους (1912-13) με την Παλαιά Ελλάδα δεν ήταν τόσο εύκολη αλλά προκάλεσε πολλά προβλήματα μεταξύ: πρώτον των Παλαιοελλαδιτών, των Ελλήνων προσφύγων από τα Βαλκάνια που κατέφθαναν στη Μακεδονία και των ντόπιων αλλοεθνών που ζούσαν στη Βόρεια Ελλάδα, και δεύτερον μεταξύ των κοινωνικών  στρωμάτων με διαφορετικά οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα και τρίτον με διαφορετικό πολιτιστικό επίπεδο. Τελικά  ο Εθνικός Διχασμός- που ακολούθησε 2 χρόνια μετά τους νικηφόρους Βαλκανικούς πολέμους!- δεν ήταν μια σύγκρουση μόνο Βενιζέλου-Κωνσταντίνου αλλά ένας εμφύλιος πόλεμος για το πώς βλέπει η κάθε πλευρά το μέλλον της Ελλάδας. Ενώ κι οι δυο πλευρές δέχονταν το όραμα της Μεγάλης Ιδέας, ο βενιζελισμός ήταν πιο συνεπής κι ειλικρινής σ’ αυτό. Αντίθετα ο Κωνσταντινισμός ήταν αντιφατικός διότι απ’ τη μια το στήριζε κι απ’ την άλλη το υπονόμευε. Αυτό συνέβαινε διότι στηριζόταν στην κρατική αστική τάξη -όπως τη χαρακτηρίζει ο Κ. Τσουκαλάς- που ζούσε απ’ τις προμήθειες του κρατικού προϋπολογισμού κι  απ’ τα δάνεια που της χορηγούσε η Εθνική Τράπεζα και η οποία φοβόταν τη νέα επιχειρηματική τάξη - που στήριζε το Βενιζέλο- κι επεδίωκε τη διεύρυνση των συνόρων και των επιχειρήσεων τους και περισσότερο εκδημοκρατισμό, αφού μόνο έτσι θα ολοκληρωνόταν ο αστικός μετασχηματισμός της ελληνικής κοινωνίας. Διαφορετικά ακόμα αντιλαμβάνονταν τη Μεγάλη Ιδέα οι δυο πλευρές, ο μεν Κωνσταντινισμός επεδίωκε ένα βυζαντινό ουτοπισμό, ο δε βενιζελισμός μια περισσότερο περιορισμένη έκταση και πιο ρεαλιστική εκδοχή.  Αυτές οι αντιφάσεις κρύβονται λοιπόν πίσω απ’ τον Εθνικό Διχασμό του 1915-1917, ο οποίος συμβαίνει στην Ελλάδα, εν μέσω του Α! παγκοσμίου πολέμου (1914-18), εποχή που έπρεπε να είμαστε ενωμένοι για να υπερασπιστούμε αφενός τα νεοαποκτηθέντα εδάφη στη Μακεδονία…που απειλούνταν από τη Βουλγαρία και την Οθωμανική αυτοκρατορία κι αφετέρου να ολοκληρώσουμε τα εθνικά μας δίκαια!

 Οι πληροφορίες για το έργο του Δαίρπφελδ και του Κούρτιους είναι από την εγκυκλοπαίδεια Ήλιος.

2 σχόλια:

  1. Μόλις διάβασα την "Αναλαμπή" και η δικιά σας ανάγνωση με βοήθησε πολύ στο να έχω μια πιο καθαρή γενική εικόνα του βιβλίου και των γεγονότων. Συγχαρητήρια! με συγκίνησε όπως και το βιβλίο!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Σας ευχαριστώ πολύ! Μου δίνετε δύναμη και κουράγιο να συνεχίσω!

    ΑπάντησηΔιαγραφή