Το ιστολόγιο της Αγγελικής Π. Σούλη

Η καταγραφή των αναγνώσεων αυτών ξεκίνησε από την επιθυμία μου να μην ξεχασθούν ιδέες και συναισθήματα που κάποτε με είχαν συγκινήσει.
Γράφοντας συνειδητοποίησα ότι ο χρόνος που αφιέρωνα στην ανάλυση, σύνθεση, αξιολόγηση του έργου, μου χάριζε ένα αίσθημα δημιουργίας.
Η επαγγελματική μου απασχόληση (φιλόλογος) μου έδωσε τα κίνητρα και τα μέσα για αυτές τις αναγνώσεις. Κι έτσι με συνεπήρε το ταξίδι της ανάγνωσης και της γραφής!
Κι ανοίχτηκε μπροστά μου ένας ολόκληρος κόσμος, σχεδόν ανεξερεύνητος,της δημιουργικής ανάγνωσης και γραφής.
"Η ανάγνωση δεν μπορεί να είναι ούτε μία ούτε άπειρες" όπως τονίζει ο Ουμπέρτο Έκο, αφού η υποκειμενική ερμηνεία του γράφοντος πρέπει να δένει με τους περιορισμούς που θέτει το κείμενο.

Και μια διευκρίνιση:
Καμμιά ανάγνωση δεν μπορεί να αντικαταστήσει το ίδιο το βιβλίο αλλά μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο ανάμεσα στον αναγνώστη και στο βιβλίο φωτίζοντας το, κάνοντας το πιο κατανοητό και καλλιεργώντας συγχρόνως τη φιλαναγνωσία.



Τετάρτη, 12 Ιουλίου 2017

«ΜΙΣΤΙΚΟ» Κ. Τρικουνάκης Εκδ. Κλειδάριθμος, Αθήνα, 2017



Ευχάριστη έκπληξη προκάλεσε το ιστορικό μυθιστόρημα «Μίστικο» του νεοεμφανιζόμενου συγγραφέα Κωνσταντίνου Τρικουνάκη με θέμα την Κρήτη, όταν αυτή είχε μετατραπεί σε Αραβικό Εμιράτο από τους Σαρακηνούς πειρατές για 137 χρόνια (824-961μ.Χ), μέχρι που τους εκδίωξε από το νησί ο Νικηφόρος Φωκάς. Ο συγγραφέας, Κρητικός στην καταγωγή, φωτίζει αυτή τη σχεδόν άγνωστη, μακρινή και ξεχασμένη περίοδο της ιδιαίτερης πατρίδας του, για την οποία οι πηγές είναι φειδωλές και τα διασωθέντα μνημεία ελάχιστα. Εστιάζοντας στην ιστορική περίοδο 824-837 μ.Χ και διαπλέκοντας τα λιγοστά αλλά σημαντικά ιστορικά  στοιχεία της εποχής με έναν ευρηματικό μύθο, πλάθει ολοζώντανους χαρακτήρες και κατορθώνει χρησιμοποιώντας μια πλούσια γλώσσα να δώσει ένα ολοκληρωμένο μυθιστόρημα.
Πιο συγκεκριμένα ο συγγραφέας μας παρουσιάζει τον τρόπο κατάληψης της Ανατολικής Κρήτης από τους Σαρακηνούς Άραβες το 824 μΧ. και τέσσαρα χρόνια αργότερα και της Δυτικής μετά την αποτυχημένη προσπάθεια του Βυζαντινού στρατηγού Κρατερού να διώξει τους Σαρακηνούς. Οι Σαρακηνοί ερχόμενοι στο νησί  κατέστρεψαν πρώτα την αρχαία πόλη της Γόρτυνας που ήταν και η πρωτεύουσα Κρήτης και Κυρηναϊκής (Β. Αφρικής) από τον καιρό της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Οι Σαρακηνοί τώρα κτίζουν νέα πόλη παραθαλάσσια, μερικά χιλιόμετρα βορειότερα, για να την έχουν ως ορμητήριο για τις πειρατικές επιδρομές τους στη Μεσόγειο. Την οχυρώνουν με Κάστρο και ανοίγουν περιμετρικά μεγάλο Χαντάκι γεμάτο νερό για να ενισχύσουν την άμυνα της. Απ’ το Χαντάκι αυτό η  νέα  πόλη ονομάστηκε  Αλ-Καντάκ, ελληνιστί Χάνδακας, που στα νεώτερα χρόνια μετονομάστηκε σε  Ηράκλειο.
Ο συγγραφέας περιγράφει το σχέδιο του αρχηγού των Σαρακηνών του Αμπού Άφες - που ονομάζεται Απόχαψης από τους Βυζαντινούς ιστορικούς- με το οποίο κατόρθωσε να εγκαθιδρυθεί οριστικά στο νησί. Δεν δίστασε να κάψει μέρος του στόλου του ρίχνοντας τις ευθύνες στους χριστιανούς κατοίκους του νησιού για να εξοντώσει  την ηγεσία της χριστιανικής Εκκλησίας. Στη συνέχεια καταστρέφει ολοσχερώς την παλιά πρωτεύουσα Γόρτυνα και ό,τι την θύμιζε. Από την αρχαία Γόρτυνα όμως χάρη στις αρχαιολογικές ανασκαφές διασώζονται σήμερα μέρη του ρωμαϊκού πραιτόριου και θεάτρου της, υπολείμματα των ναών Απόλλωνα, Ίσιδας, Αγίου Τίτου και μέρος του αρχαίου τοίχου πάνω στον οποίο ήταν γραμμένοι οι πρώτοι γραπτοί νόμοι του ανθρώπου! Σε αυτήν την πόλη που η ιστορία της χάνεται στα μινωϊκά χρόνια, βρίσκεται και ο ιερός Πλάτανος  που σύμφωνα με το μύθο έσμιξε ερωτικά ο Δίας με την Ευρώπη, όταν σταμάτησε εκεί μετά την αρπαγή της από τη Φοινίκη, κι από τότε ο πλάτανος αυτός μόνο δεν ρίχνει τα φύλλα του το χειμώνα! Από το σμίξιμο αυτό γεννήθηκαν ο Μίνωας, ο Σαρπηδόνας και ο Ραδάμανθης.
Την κατάληψη της Κρήτης από τους Σαρακηνούς πλαισιώνουν τα ιστορικά γεγονότα της εποχής, που εκτυλίσσονταν παράλληλα τόσο στο Βυζάντιο όσο και στα αραβικά Χαλιφάτα, και τα οποία συνετέλεσαν στην κατάκτηση της νήσου. Μεγάλες εσωτερικές έριδες ταλάνιζαν τη Βυζαντινή αυτοκρατορία καθιστώντας αδύναμη την άμυνα της. Επανάσταση του Θωμά του Σλάβου κατά του αυτοκράτορα Μιχαήλ Β! (ή αλλιώς Μιχαήλ Τραυλού) που πολιόρκησε την Κων/λη για δυο χρόνια (821-823 μ.Χ) και δεύτερον η Εικονομαχία (717-843μ.Χ) που είχε διχάσει τους Βυζαντινούς σε εικονομάχους και εικονολάτρες για πάνω από 100 χρόνια. Εσωτερικές έριδες ταλανίζουν όμως και τα αραβικά Χαλιφάτα -που έχουν ιδρυθεί μέσα σε 200 χρόνια από την εμφάνιση του προφήτη Μωάμεθ- και έχουν εξαπλωθεί από την Ινδία μέχρι τη Β. Αφρική και την Ισπανία, επειδή κάποιοι ισχυροί φύλαρχοι διεκδικούν να γίνουν χαλίφηδες στη θέση του χαλίφη. Ένας απ’ αυτούς είναι κι ο Αμπού Άφες, αρχηγός των Σαρακηνών, που εκδιώχτηκε από το χαλίφη της Κόρντοβας της Ισπανίας κι αφού πέρασε κι από την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, εκδιωχθείς κι από εκεί, κατέληξε στην Κρήτη, που τον εντυπωσίασε τόσο η γεωγραφική της θέση όσο κι ο πλούτος της, που έρρεε «μέλι και γάλα». Μια περιοχή όμως της Ν. Κρήτης τα Σφακιά, ορεινή και δυσπρόσιτη που ξανοίγεται στο Λιβυκό πέλαγος και κατοικείται από άντρες ανυπότακτους στο φρόνημα, δεν μπόρεσαν να καταλάβουν οι Σαρακηνοί. Γράφει ο συγγραφέας «εκτός από την αντρειοσύνη που σας κάνει διαφορετικούς, ποιος να πολεμήσει να σας πάρει τα χαράκια και τις ρεματιές, απ’ όπου μόνο εσείς και οι αίγες σας μπορείτε να ζήσετε;»
Πάνω σ’ αυτά τα ιστορικά γεγονότα ο συγγραφέας πλέκει το δικό του μύθο με κεντρικούς ήρωες δυο αδέλφια από τη Γόρτυνα, την Άρτεμη και τον Λέοντα, και το δευτερότοκο γιο του Σαρακηνού εμίρη Αμπού Άφες, που η κατοχή του νησιού έκανε τις ζωές τους να σμίξουν αλλά και να συγκρουστούν προσφέροντας μέσα από έναν ανεπάντεχο επίλογο μεγάλη δραματικότητα στο έργο!
Ο συγγραφέας παρουσιάζοντας λοιπόν τη ζωή των Σαρακηνών αφηγείται αρκετά για την πόλη που ανοικοδόμησαν, για τα γυναικόπαιδα τους που τα έφεραν από την Αλεξάνδρεια που είχαν παραμείνει εκεί μέχρι αυτοί να εγκατασταθούν οριστικά στο νησί και  για τις τελετές «ψυχαγωγίας» τους. Δεν μπορώ να μην αναφέρω μία βάρβαρη, φρικιαστική τελετή που λάμβανε χώρα μέσα σε μια αρένα παρουσία πλήθους θεατών, όπου δυο Σαρακηνοί στρατιώτες με σπαθιά διαγωνίζονταν ποιος απ’ τους δυο θα επιφέρει το πιο καίριο χτύπημα σε αιχμαλώτους που έτρεχαν αλλόφρονες για να γλιτώσουν μέσα στην αρένα! Ο ακαριαίος αποκεφαλισμός με το σπαθί έπαιρνε άριστα, οι ακρωτηριασμοί και τα τυφλά χτυπήματα βαθμολογούνταν λιγότερο!  Ο tempora, o mores!
Το πειρατικό κράτος των Σαρακηνών ζούσε και πλούταινε από την πειρατεία. Το Αιγαίο με τα πολλά και μικρά νησιά του πρόσφερε συνθήκες ευνοϊκές για την ανάπτυξη της πειρατείας. Ήταν ο κατάλληλος τόπος με τους μικρούς κι αθέατους όρμους, τις θαλάσσιες σπηλιές, τα στενά περάσματα, τις συχνές διελεύσεις πλοίων που μετέφεραν προϊόντα, για να κρύβονται οι πειρατές και να αιφνιδιάζουν τα διερχόμενα καράβια. Σκηνές σύγκρουσης πειρατικών με εμπορικά πλοία, με εφόδους από το ένα πλοίο στο άλλο, μάχες σώμα με σώμα, εικόνες φρίκης σκοτωμένων που το αίμα τους κυλά πάνω στα καταστρώματα! Κι ο νικητής λαφυραγωγεί το πλοίο με ότι κουβαλά από υλικά αντικείμενα, πρώτες ύλες, τρόφιμα, μέχρι τους αιχμαλώτους ναύτες και επιβάτες του για να τους πουλήσει στα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής  ή να ανταλλάξει τους πιο πλούσιους με λύτρα που πληρώνουν οι οικογένειες τους! Οι Σαρακηνοί δεν περίμεναν όμως να επιτεθούν μόνο σε πλοία που βρίσκονταν εν πλώ αλλά επέδραμαν ακόμα μέσα σε λιμάνια πάνω σε αγκυροβολημένα και φορτωμένα καράβια έτοιμα για απόπλου –είχαν τους κατασκόπους τους, με το αζημίωτο φυσικά- και στις αποθήκες του λιμανιού. Δεν έλειψαν και οι επιδρομές σε παραλίες αρπάζοντας ανθρώπους για σκλάβους και οι κατακτήσεις των Κυθήρων και της Μήλου πρόσθεσαν νέα ορμητήρια στους Σαρακηνούς για τις επιδρομές τους.
Ο συγγραφέας εντυπωσιάζει τον αναγνώστη με το πλήθος των λεπτομερειών που προσφέρει για τη ναυπηγική τέχνη και τη ναυσιπλοία, αφού πειρατικά καράβια κι εμπορικά «πρωταγωνιστούν» κι αυτά μέσα στο έργο. Τα Σφακιά λόγω των πλούσιων δασών τους και της γειτνίασης τους με το Λιβυκό πέλαγος προσφέρονταν ως τόπος δημιουργίας ναυπηγείου. Τα κυπαρίσσια και οι κέδροι τους πρόσφεραν ξυλεία κατάλληλη για τη ναυπήγηση πλοίων, η οποία μεταφερόταν από τα ορεινά κάτω στην παραλία μέσω των χειμάρων, όταν τα νερά τους δεν ήταν ορμητικά στις αρχές της άνοιξης. Ο συγγραφέας χρησιμοποιώντας μια πλούσια γλώσσα με όρους της ναυπηγικής και πλήθος συνωνύμων τους μας δίνει όλα τα στάδια κατασκευής ενός πλοίου από το αμπάρι και τη στεγανοποίηση του με πίσσα ή κατράμι για να είναι αδιάβροχο μέχρι τον αριθμό και τρόπο ανύψωσης των υψηλών ιστών του (κατάρτια) και των ιστίων τους (πανιών) μαζί με τη λειτουργικότητα καθενός από αυτά. Χαμηλά στο αμπάρι οι αποθήκες και λίγο πιο πάνω οι πάγκοι για τους κωπηλάτες και τα ανοίγματα στα πλαϊνά για να βγαίνουν τα κουπιά στη θάλασσα, τα οποία δεν χρειάζονταν όμως, όταν έπνεε ούριος άνεμος. Μέσα από πολλές εικόνες μας δείχνει με ποιούς τρόπους οι ναύτες εκμεταλλεύονταν τη δύναμη του ανέμου με τα πανιά των καραβιών που κατασκευάζονταν από ανθεκτικό υλικό, σε διάφορα μεγέθη και σχήματα (τετράγωνα, τρίγωνα, τραπεζοειδή), και τα οποία τοποθετώντας τα στην κατάλληλη θέση τα άνοιγαν όλα ή μερικά εξ αυτών ανάλογα το είδος του ανέμου που φυσούσε κάθε φορά. Ο ούριος άνεμος αναλάμβανε τότε τον πλού του καραβιού, αφού τα φουσκωμένα πανιά  ελάφρυναν το βάρος του καραβιού σαν να το σήκωναν λίγο ψηλότερα κάνοντας έτσι τη πλεύση πιο εύκολη και γρήγορη!
Ο ρόλος του καπετάνιου ήταν σημαντικότατος για την πλοήγηση αλλά και τη διοίκηση του πλοίου. Οι ναυτικές του γνώσεις για το είδος του καραβιού που οδηγούσε και τις δυνατότητες του, για τις αλλαγές του καιρού και των ανέμων, για τους στεριανούς σταθμούς που βρίσκονταν κάθε φορά κοντά του, για το γεωγραφικό στίγμα του καραβιού και τον προσανατολισμό του εξετάζοντας το στερέωμα σε μια εποχή που ένα πρωτόγονο είδος πυξίδας μόλις άρχιζε να κάνει δειλά την  εμφάνιση του στους Άραβες,    όλα αυτά καθώς και η επιλογή έμπειρων και συνεργάσιμων πληρωμάτων και λοστρόμου καθιστούσαν τον καλό καπετάνιο αναντικατάστατο. Μ’ έναν τέτοιο καπετάνιο είχε την τύχη να συνεργαστεί ο Λέοντας από τη Γόρτυνα, ο αδελφός της Άρτεμης, όταν κατέφυγε στα Σφακιά, βαφτίστηκε χριστιανός, άλλαξε όνομα σε Γεώργιος, απέκτησε οικογένεια κι έγινε καραβοκύρης ταξιδεύοντας με το καράβι του «Μίστικο» και τα άλλα που απέκτησε στη συνέχεια εμπορευόμενος και πλουταίνοντας.
Ο συγγραφέας τώρα μας μεταφέρει στην απέναντι πλευρά της Βυζαντινής αυτοκρατορίας στα λιμάνια της Πόλης και της Θεσσαλονίκης, στις πολύβουες αγορές τους, στα αυτοκρατορικά εργαστήρια κατασκευής πορφυρών υφασμάτων, στα οποία κάποιοι αξιωματούχοι έκαναν λαθρεμπόριο αλλά και στα δώματα των ανακτόρων του εικονομάχου αυτοκράτορα Θεόφιλου και της εικονολάτρισσας συζύγου του Θεοδώρας και στη διαμάχη που υπόβοσκε μεταξύ τους. Συγχρόνως παρουσιάζει την πνευματική κίνηση της εποχής στο Βυζάντιο με το Λέοντα το Φιλόσοφο και τους Γνωστικούς αλλά και στον αραβικό κόσμο, όπως στη Βαγδάτη του Αλ Μαμούν που αγαπούσαν τα Μαθηματικά, την Αρχιτεκτονική την Ποίηση και θαύμαζαν απεριόριστα το Λέοντα το Φιλόσοφο.
Μέσα λοιπόν σε αυτές τις γενικές συνθήκες που επικρατούσαν τότε, μοιραία κάποια στιγμή τα πειρατικά πλοία των Σαρακηνών ήλθαν αντιμέτωπα με τα εμπορικά του Λέοντα-Γεωργίου και ο Αζίζ, άνδρας της Άρτεμης τώρα, ήλθε αντιμέτωπος με τον αδελφό της τον Λέοντα-Γεώργιο... κι ο μύθος εξελίσσεται με πολλές εκπλήξεις. Το θέμα της θρησκείας απασχολεί το συγγραφέα και το επαναφέρει συχνά μέσα στο έργο. Οι μουσουλμάνοι Σαρακηνοί αντιμέτωποι με τους χριστιανούς Κρητικούς και στη μέση οι εναπομείναντες κάτοικοι της Γόρτυνας πιστοί ακόμα στο αρχαίο Δωδεκάθεο, αντιμέτωποι ακόμα και οι εικονομάχοι με τους εικονολάτρες. Δεν γνωρίζω κατά πόσο ευσταθεί ιστορικά η επιβίωση της αρχαίας θρησκείας  κατά τον 9ο αιώνα στην Κρήτη αλλά η ύπαρξη αρχαίων μύθων σχετικών με το Δία εκεί και αρχαιολογικών ευρημάτων ναών κάνουν δυνατή μια τέτοια εκδοχή. Κι αυτό ίσως θέλησε να δείξει ο συγγραφέας παρουσιάζοντας μας και τη σπηλιά που επισκέπτεται η Άρτεμη που θυμίζει το Δικταίο Άντρον.
Όπως και να έχει το θέμα όμως, η ύπαρξη διαφορετικών θρησκειών δίνει την ευκαιρία στο συγγραφέα να διακωμωδήσει το παράλογο της πίστης σε τόσους διαφορετικούς θεούς, να στιγματίσει ρατσιστικές αντιλήψεις, να προβληματιστεί για την αντίληψη του θείου και τους τρόπους λατρείας του. Επίσης αναγνωρίζει το ρόλο της θρησκείας μαζί και της γλώσσας ως διακριτικό γνώρισμα της ταυτότητας των λαών σε μια εποχή που δεν είχαν διαμορφωθεί ακόμα οι εθνικές συνειδήσεις, όπως τις γνωρίζουμε σήμερα.  Γι αυτό ο συγγραφέας χρησιμοποιεί το επίθετο Ρωμαίοι όπως ονομάζονταν τότε οι κάτοικοι της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, αφού η λέξη Βυζαντινοί επινοήθηκε πολύ αργότερα κατά τον 19ο αιώνα από τους μελετητές της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Εκ παραλλήλου χρησιμοποιεί και το επίθετο Κρητικοί για τους Έλληνες κατοίκους της Κρήτης δείχνοντας ότι είχαν από τότε συνείδηση της τοπικής τους ταυτότητας.
Η Κρήτη, η ιδιαίτερη πατρίδα του συγγραφέα είναι διαρκώς παρούσα μέσα στο μυθιστόρημα, όταν περγράφεται το γεωγραφικό ανάγλυφο περιοχών της, (από τον παραλιακό Χάνδακα στη πεδινή Γόρτυνα κι από εκεί στα Αστερούσια όρη και ως τα Σφακιά κι ως τη Κυδωνία /Χανιά). Διαβάζουμε «οι διαδρομές στα νότια του νησιού ήταν μέσα από βουνά και φαράγγια. Άγρια σαν τους ανθρώπους που τα διάβαιναβ, η τροφή ανύπαρκτη καθώς και η σπανιότητα του νερού, ώστε πολλοί που δεν είχαν υπολογίσει σωστά να αφήνουν τα κόκκαλα τους στις ορεινές ερημιές»! Ακόμα παρουσιάζεται η ιδιαίτερη χλωρίδα του νησιού, όπου ξεχωρίζουν «ο κρητικός κυπάρισσος που πρεμνοβλασταίνει πάλι κι έτσι επιβιώνει, έστω και με λιγότερη μεγαλοπρέπεια» και ο κέδρος από τον οποίο παίρνουν και το κεδρόλαδο. Επίσης αξιοπρόσεκτες είναι οι λυρικές περιγραφές του δυνατού νοτιά που έρχεται από την Αφρική διασχίζοντας το Λιβυκό πέλαγος. Γράφει χαρακτηριστικά «Εκείνος ο νοτιάς που, περνώντας το πέλαγος και χαϊδεύοντας το νερό το ξεγελούσε, το πλάνευε και το έπαιρνε μαζί του στην καυτή αγκαλιά του. Μαζί τα δυο στοιχεία έκρυβαν τον ήλιο κι έφταναν στο νησί [...] και δοκίμαζαν την αντοχή των δένδρων [...]ανακάτευαν και μάραιναν τις φυλλωσιές με την υγρή τους φλόγα. Χτυπούσαν τα παραθυρόφυλλα που οι άνθρωποι πάσχιζαν να σταθεροποιήσουν με κοτρόνες στα περβάζια μέχρι που κατάφερναν να κουνήσουν και τις πλάκες που σκέπαζαν κανέναν οντά». Ένας λυρισμός που εκφράζεται μέσα από πολλές εικόνες οπτικές, κινητικές αλλά και προσωποποιήσεις, μεταφορές που μεταφέρουν τον αναγνώστη νοερά εκεί που φυσά ο νοτιάς με «τη καυτή και υγρή πνοή του [...]καθώς ερχόταν από την ακτή, δεν έκανε κύματα αλλά ρυτίδωνε το νερό και σήκωνε ολόκληρες σταγόνες δημιουργώντας ένα υδάτινο πέπλο»! 
Η Κρήτη συνεχίζει να είναι παρούσα, όταν παρουσιάζονται ήθη κι έθιμα πχ τελετές γάμων, η ζωή των κτηνοτρόφων,  αρχαιολογικά μνημεία και τόποι, μεγάλοι σεσμοί που έμειναν στη μνήμη των ανθρώπων, χρήση λεξιλογίου από τη κρητική διάλεκτο και θρύλοι που παραμένουν ζωντανοί και τους διηγούνται ακόμα στα παιδιά τους, όπως αυτός των γενναίων Νυχτοπολεμιστών από τα ηρωϊκά Σφακιά που δεν υποτάχθηκαν στους Σαρακηνούς. Οι Νυχτοπολεμιστές ήταν μια ομάδα 300 περίπου Σφακιανών μαυροντυμένων κι ελαφρά οπλισμένων με σπαθιά και μαχαίρια, οι οποίοι αφού είχαν διανύσει πεζή αποστάσεις πολλών ωρών έφθαναν μέσα στη νύχτα στους καταυλισμούς του εχθρού. Χωρισμένοι σε μικρότερες ομάδες επιτίθενται ξαφνικά πρώτα στους φρουρούς εξοντώνοντας τους και μετά εισβάλλουν στις σκηνές των αξιωματικών επιφέροντας τους καίρια χτυπήματα, πριν προλάβουν αυτοί να αντιδράσουν! Το πρωϊ μετά από πεζοπορεία πολλών ωρών είχαν επιστρέψει στα σπίτια τους και στην καθημερινότητα τους σαν να μην έχει συμβεί τίποτα!
Αδύνατα σημεία στο μυθιστόρημα «Μίστικο», κατά τη γνώμη μου, θα μπορούσαν να θεωρηθούν σχέσεις και συμπεριφορές των ανδρογύνων της εποχής εκείνης, οι οποίες θυμίζουν σημερινές σχέσεις και τις οποίες βρίσκω πολύ δημοκρατικές και εμπνεόμενες από την ισότητα, κάτι που δεν συμβαδίζει με τα ήθη της εποχής. Ακόμα η μορφή του εξευγενισμένου πρίγκηπα Αζίζ που αποδίδει σε έναν Σαρακηνό, κόντρα στα στερεότυπα, προβληματίζει τον αναγνώστη με κάποιες υπερβολές της συμπεριφοράς του, αλλά μάλλον ο συγγραφέας θέλησε με τη μορφή αυτή να καταπολεμήσει τα στερεότυπα αυτά δείχνοντας ότι και από την πλευρά του εχθρού υπάρχουν άνθρωποι που πιστεύουν σε αξίες ανώτερες.
Τελικά ο συγγραφέας Κ. Τρικουνάκης μας χάρισε ένα ωραίο μυθιστόρημα ζωντανεύοντας μια σχεδόν άγνωστη περίοδο της ιστορίας της Κρήτης, όταν είχε μετατραπεί σε αραβικό Εμιράτο, κάτι σαν πριγκιπάτο. Ένα ιστορικό μυθιστόρημα, στο οποίο δεν προβάλλεται ο φανατισμός –παρόλο που παρουσιάζονται αγριότητες της εποχής- αλλά ο άνθρωπος και η ανάγκη του να επιβιώνει χωρίς να χάνονται πάντα οι αξίες της γενναιότητας, της αδελφοσύνης, της οικογένειας, της φιλίας. Και ποιο είναι το «Μίστικο»; Το «Μίστικο» είναι το όνομα του πρώτου καραβιού του Κρητικού Λέοντα-Γεωργίου, που εκ παραδρομής γράφτηκε έτσι αντί «Μυστικό», και συμβολίζει τη ζωή του καθενός μας που ταξιδεύει μέσα σε θάλασσες ήρεμες και φουρτουνιασμένες, που πιάνει λιμάνια φιλικά κι εχθρικά, και που έχει ανάγκη καπεταναίους ικανούς να την κουμαντάρουν για να μην καταποντιστεί στα βαθιά. Το κουμαντάρισμα όμως της ζωής είναι ένα μυστικό που το κατέχει το κάθε άτομο χωριστά, όταν βρίσκει εκείνες τις λεπτές ισορροπίες στη ζωή του που του ορίζουν οι συνθήκες ζωής του, οι γνώσεις του για τον κόσμο γύρω του,  ο χαρακτήρας του κι η τύχη ίσως ακόμα!
                                                                                    Σούλη Αγγελική
                                                                                       Φιλόλογος
                                                                              Αθήνα, 20 Μαϊου 2017 

Τρίτη, 21 Μαρτίου 2017

Δ.ΣΟΛΩΜΟΣ: Ο γνωστός και συνάμα άγνωστος εθνικός ποιητής μας. Δοκίμιο της Αγγελικής Σούλη

    Με αφορμή την Παγκόσμια ημέρα Ποίησης σας παρουσιάζω ένα δοκίμιο γραμμένο από μένα την ιδία, κάτοχο του ιστολογίου αυτού, που ως Ζακυνθινιά και φιλόλογος, χρόνια τώρα μελετώ το μεγάλο συντοπίτη εθνικό ποιητή μας που εφέτος συμπληρώνονται και 160 χρόνια από το θάνατο του. Συγχρόνως εγκαινιάζω μια άλλη στήλη του ιστολογίου μου με θέμα  «τα Δοκίμια μου» που καταγράφουν πιο ελεύθερα αναγνώσεις  όχι μόνο ενός  βιβλίου αλλά και περισσοτέρων ή ακόμα κι άρθρων από τον Τύπο.

Ο Διονύσιος Σολωμός αποτελεί  ορόσημο στην νεοελληνική ποίηση, διότι αυτός πρώτος διαμόρφωσε την εθνική ελληνική λογοτεχνία στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα. Η νεο-ελληνική ποίηση ξεκινά εδώ και χίλια χρόνια περίπου, από τα μέσα του Βυζαντίου. Προφορική στην αρχή ( παραλογές,   ακριτικά τραγούδια, δημοτικά τραγούδια) κι αργότερα γραπτή ( Κρητική λογοτεχνία, Επτανησιακή λογοτεχνία). Ο Δ. Σολωμός θεωρείται ο πατέρας της νεοελληνικής ποίησης επειδή με αυτόν ξεκινά κύρια η έντεχνη προσωπική ποίηση σε αντιδιαστολή με τη ανώνυμη δημοτική ποίηση. Aναδεικνύoντας με το έργο του τα πλούτη και τις ομορφιές της γλώσσας του λαού, η δημοτική παύει να είναι η ίδια μετά από αυτόν και η αντίληψη για την αξία της. Αυτό το νόημα έχει ο χαρακτηρισμός του ως εθνικός  ποιητής της Ελλάδας που συνάμα όμως με την ποιητική γλώσσα που διαμόρφωσε, έκφρασε και την ελληνική συνείδηση στην πιο μεγαλειώδη στιγμή της ιστορίας της, όταν επαναστατούσε ζητώντας εθνική ελευθερία!
Ακόμα ο Δ. Σολωμός  είναι  κατ΄εξοχήν ποιητής-στοχαστής επειδή η ποίηση του εν πολλοίς ταυτίστηκε με την υψηλή ποίηση, ώστε πολλοί στίχοι του να θεωρούνται αποστάγματα σοφίας κι αισθητικής και να στέκουν μόνοι τους ως γνωμικά. Τέλος έχει χαρακτηριστεί κι ως ο πρώτος Ευρωπαίος Έλληνας ποιητής  που πλούτισε τη νεοελληνική ποίηση με τις ευρωπαϊκές ιδέες της νεωτερικότητας. Ο Σολωμός λοιπόν είναι μια ξεχωριστή περίπτωση στα Ελληνικά Γράμματα. Με άλλα λόγια  «το σολωμικό έργο εκφράζει την ιδρυτική πράξη της ύπαρξης του νεοελληνικού έθνους σε επίπεδο πολιτιστικό κι ιδεολογικό», όπως εύστοχα έχει διατυπωθεί[1].
       Συγχρόνως όμως αποτελεί και μια ιδιάζουσα περίπτωση, μοναδική στη νεοελληνική ποίηση και για κάποιον άλλο λόγο. Έγραψε υψηλή ποίηση χωρίς να δώσει πάντα όμως ολοκληρωμένα ποιήματα, όσον αφορά τουλάχιστον τα σπουδαιότερα έργα του: Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, Κρητικός, Πόρφυρας Γυναίκα τση Ζάκυθος. Πώς είναι δυνατόν; Λίγες είναι οι περιπτώσεις στο δυτικό πολιτισμό μεγάλων δημιουργών που δεν ολοκλήρωσαν κατά κάποιο τρόπο το έργο τους ή που υπήρξαν προβλήματα εκδοσης των έργων τους μετά θάνατον, όπως του  Χαίντερλιν, της Έμιλυ Ντίκινσον, του Μαρσέλ Προυστ[2]. Τα σολωμικά κείμενα λοιπόν συνετέθησαν σε ποιήματα από τον Ιάκωβο Πολυλά, αφού έβαλε σε τάξη τα σκόρπια χειρόγραφα του ποιητή, «τα Ευρισκόμενα»  και στη συνέχεια προχώρησε στην έκδοση των Απάντων του, το 1859 δυο χρόνια μετά το θάνατο του ποιητή. Αντίθετα τα ολοκληρωμένα ποιήματα της νεανικής περιόδου του Σολωμού δεν φτάνουν την εκφραστική τελειότητα των ποιημάτων της ώριμης περιόδου του, εκτός από τον Ύμνο στην Ελευθερία, κι ούτε βέβαια τα ιταλικά του ποιήματα του έχουν ιδιαίτερη ποιητική αξία.  
          Η περίπτωση λοιπόν του Δ.Σολωμού προξένησε και προξενεί την απορία και το θαυμασμό των μελετητών του εδώ και 170 χρόνια περίπου από τη στιγμή της έκδοσης των Απάντων του από τον Πολυλά ως σήμερα. Με την έκδοση δε των χειρογράφων του από τον Λίνο Πολίτη το 1964 το ενδιαφέρον για τις λεγόμενες σολωμικές σπουδές ανανεώθηκε και πολλοί  έχουν εξειδικευτεί στη μελέτη κι έκδοση του έργου του, οι λεγόμενοι σολωμιστές, που πασχίζουν να αποκρυπτογραφήσουν το αίνιγμα Σολωμός. Έτσι η λέξη «σολωμιστής» αποτελεί έναν τίτλο τιμής που φέρει βαριά ευθύνη όμως γι’ αυτούς τους μελετητές  που με γνώση κι ευαισθησία προσπαθούν να αποκαταστήσουν τα σολωμικά κείμενα, τα τόσο δυσανάγνωστα κι ανορθόγραφα με τις παραλλαγές στίχων, με την πληθώρα Σημειώσεων και προπάντων με την έλλειψη μιας τάξης κι οργάνωσης για να τα δώσουν στο ευρύ κοινό!
      Τέλος το θέμα «Σολωμός» περιπλέκεται κι άλλο με την αναγνώριση του ως εθνικός ποιητής της Ελλάδας ανεπίσημα στην αρχή κι επίσημα το 1865, ένα χρόνο μετά την Ένωση της Επτανήσου με το Ελληνικό κράτος και τρία χρόνια μετά την έξωση του Όθωνα. Ο ζηλευτός αυτός τίτλος μεγαλώνει βέβαια την αίγλη του ποιητή που τον κατέχει αλλά δυσκολεύει και την ερμηνεία του έργου του –του ήδη ανολοκλήρωτου κι αποσπασματικού-  καθώς κριτήρια  και σκοπιμότητες  που σχετίζονται με την εθνική μας ιδεολογία επηρεάζουν και την αξιολόγηση του σολωμικού έργου! Γενικότερα η εθνικοποίηση του αποτέλεσε την αφετηρία για την εμπλοκή του σε κάθετι το «εθνικό»!
Η παρουσίαση του έργου λοιπόν του Δ. Σολωμού δεν είναι εύκολη υπόθεση. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με μια σειρά, εστιάζοντας πρώτον στη ζωή του ποιητή, δεύτερον στο έργο του και στην αισθητική του αξία, τρίτον στις διαμάχες που έχουν ξεσπάσει γύρω απ’ το έργο του εθνικού ποιητή της Ελλάδας και τέταρτον στις εκδόσεις των έργων του και στα προβλήματα που σχετίζονται με αυτές.

Σάββατο, 5 Νοεμβρίου 2016

"1915 O Εθνικός Διχασμός" Γ.Θ.Μαυρογορδάτος, εκδ. Πατάκη, 2015


Ο Γιώργος Θ. Μαυρογορδάτος, καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας, με το βιβλίο του «1915 Ο Εθνικός Διχασμός» εξετάζει σε βάθος το Διχασμό του ελληνικού έθνους και κράτους στις αρχές του 20ου αιώνα, που έμεινε γνωστός ως σύγκρουση του τότε πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου με το βασιλιά Κωνσταντίνο με αφορμή τη συμμετοχή της Ελλάδας στον Α! Παγκόσμιο Πόλεμο (1914 -1918) και με επακόλουθο δυστυχώς τη Μικρασιατική καταστροφή. Ο συγγραφέας σ’ ένα ευανάγνωστο βιβλίο 343 σελίδων, τολμά να πει και να τεκμηριώσει πράγματα που δύσκολα το έθνος ομολογεί κι αποδέχεται. Στην Εισαγωγή του βιβλίου του ο συγγραφέας εξηγεί ότι «το ζητούμενο είναι η κατανόηση, η εξήγηση, η ερμηνεία, κι όχι η εξύμνηση, ούτε η καταγγελία  Ωστόσο μπορεί να δημιουργηθεί στον αναγνώστη η εντύπωση ότι το βιβλίο μεροληπτεί υπέρ του Βενιζέλου, αυτό όμως προκύπτει από τα ίδια τα πράγματα κι όχι από πρόθεση (του συγγραφέα)". Επίσης στην ίδια Εισαγωγή εκφράζει την πικρία του ότι «δεν κατάφερα να προκαλέσω με την ερμηνεία μου ευρύτερη και γονιμότερη συζήτηση, όπως θα συνέβαινε σε άλλη χώρα». Το βιβλίο όμως αυτό δεν πέρασε απαρατήρητο από ανθρώπους των Γραμμάτων και των Επιστημών γράφοντας κριτικές σε εφημερίδες ή αναφέροντας το ως πηγή στις δημόσιες συζητήσεις τους μέσω του ραδιοφώνου.
Αναζητώντας λοιπόν ο συγγραφέας τα βαθύτερα αίτια του Εθνικού Διχασμού μας καταλήγει ότι πίσω από την άγρια σύγκρουση των δυο προσωπικοτήτων Βενιζέλου – Κωνσταντίνου βρίσκεται η κρίση που αντιμετώπισε το ελληνικό έθνος, όταν έφτασε η ώρα να ολοκληρωθεί εθνικά δηλαδή να συμπεριλάβει και να ενσωματώσει στο κράτος του το πλήθος των αλύτρωτων αδελφών Ελλήνων που είχαν απελευθερωθεί κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων κυρίως. Με άλλα λόγια η Μεγάλη Ιδέα που ονειρεύονταν οι Έλληνες και η οποία είχε γίνει επίσημη εξωτερική πολιτική του ελληνικού κράτους για πάνω από 70 χρόνια, τελικά όταν έφτασε η ώρα σχεδόν να ολοκληρωθεί προκάλεσε τέτοιους τριγμούς στο πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο της χώρας, που φτάσαμε μέχρι τον Εθνικό Διχασμό! Αυτός ο Διχασμός που θύμιζε σε πολλά εμφύλιο πόλεμο –μέχρι και στη δημιουργία δυο κρατών φτάσαμε- είχε καταστρεπτικές συνέπειες για τον ελληνισμό, αφού η σύγκρουση αυτή επηρέασε και την εξέλιξη της Μικρασιατικής εκστρατείας ξεριζώνοντας από τις προαιώνιες εστίες τους Έλληνες της Μικράς Ασίας κι Ανατολικής Θράκης! Αυτή είναι η πικρή αλήθεια την οποία δεν θέλουμε πολλοί να ανασκαλεύουμε εμμένοντας σε στερεότυπα και μύθους.
 

Κυριακή, 24 Ιουλίου 2016

«Σαίξπηρ, ο σύγχρονος μας» Jan Kott, εκδόσεις Ηριδανός, 1970




            Εφέτος κλείνουν 400 χρόνια από το θάνατο του μεγάλου Άγγλου δραματουργού Ουίλιαμ  Σαίξπηρ και με την ευκαιρία αυτή σας παρουσιάζω το βιβλίο του Πολωνού θεατρολόγου Γιαν Κοττ  «Σαίξπηρ ο σύγχρονος μας» που εκδόθηκε το 1964 και ξεχωρίζει μέσα στη διεθνή βιβλιογραφία ώστε να  θεωρείται πια «κλασσικό» στο είδος του. Στα ελληνικά κυκλοφόρησε το 1970 σε μετάφραση Αλέξανδρου Κοτζιά. 
 Ο Κοττ ερμηνεύει τον Σαίξπηρ κάτω από την οπτική που προσφέρει ο 20ος αιώνας ανακαλύπτοντας τόσα κοινά σημεία της σαιξπηρικής σκέψης με τη σύγχρονη. «Ο Σαίξπηρ είναι σύγχρονος του Κοττ και ο Κοττ σύγχρονος του Σαίξπηρ» γράφει στην εισαγωγή του βιβλίου ο σκηνοθέτης Πήτερ Μπρουκ. Ο Σαίξπηρ μπορεί να μιλάει – 4 αιώνες μετά- στον αναγνώστη και θεατή του 20ου αιώνα με τις υπαρξιακές ανησυχίες των ηρώων του, με τις πολιτικές του ολοκληρωτισμού που εφαρμόζουν αυταρχικά καθεστώτα, με τις ψυχαναλυτικές προσεγγίσεις της συμπεριφοράς ηρώων του, με στοιχεία του μοντέρνου θεάτρου (γκροτέσκο, παράλογο…), με τη φιλοσοφία της ιστορίας, και συνάμα με τις πάντα επίκαιρες ηθικές αξίες, τον έρωτα, τη βία, το θάνατο…  μηνύματα όλα αυτά που υποκρύπτονται περισσότερο ή λιγότερο μέσα στα σαιξπηρικά έργα. Το χθες και το σήμερα μπορεί να διαφέρουν σε πολλά αλλά κατά βάθος μοιάζουν, διότι επίκεντρο και των δυο είναι ο άνθρωπος και οι αληθινές ανάγκες κι ανησυχίες του. Κι ο Σαίξπηρ γνώριζε πολύ καλά την ανθρώπινη φύση και την παρουσίασε εξ ίσου καλά και στην τραγική και στην κωμική της κατάσταση.

Σάββατο, 20 Φεβρουαρίου 2016

A. ΠΟΙΗΣΗ «Μικρές αγγελίες και Ενήλικα επειδή», Γ.Χ. Παπαδόπουλος, University Studio Press, Θεσ/νίκη, 2015 Β. ΜΥΘΟΙ «Διώροφοι μύθοι», Γ.Χ.Παπαδοπουλος, Κίχλη, Αθήνα,2015



Α. Η ποιητική συλλογή με τον αινιγματικό τίτλο «Μικρές αγγελίες/ Ενήλικα επειδή» του Γεωργίου Χ. Παπαδόπουλου, καθηγητή των νευροεπιστημών, τράβηξε το ενδιαφέρον μου για το είδος των θεμάτων της, τα περισσότερα των οποίων συνδυάζουν τη στάση μας απέναντι στη ζωή με τον τρόπο που χειριζόμαστε τη νόηση μας και όλα αυτά δοσμένα με ένα πολύ προσωπικό ύφος γεμάτο πυκνότητα αλλά και υπολανθάνοντα λυρισμό. Κάποιος θα μπορούσε τα ποιήματα αυτά να τα χωρίσει σε δυο κατηγορίες, καθώς παραπέμπει κι ο τίτλος τους. Τα πρώτα θυμίζουν μικρές αγγελίες με τους λίγους στίχους τους, έχουν τίτλους γραμμένους με κεφαλαία γράμματα, και είναι τυπωμένα δυο μαζί ανά σελίδα, που το καθένα μπορεί να λειτουργεί αυτόνομα αλλά και τα δυο μαζί σαν ενότητα ενός ποιήματος. Τα δεύτερα  χωρίς τίτλο, ένα σε κάθε σελίδα με λίγους περισσότερους στίχους σαν να μεγάλωσαν και ενηλικιώθηκαν επειδή…ίσως  η έκφραση και το νόημα τους είναι πιο σύνθετα.
Γραμμένα όλα σε ελεύθερο στίχο, που στην πρώτη ανάγνωση τους γοητεύεσαι από τον ποιητικό ρυθμό τους, που δημιουργείται από τη γειτνίαση των επιλεγμένων λέξεων τους σε έναν λόγο πυκνό που ρέει όμως, χωρίς ίχνος φλυαρίας. Μικρές προτάσεις, που σχεδόν απουσιάζουν τα ρήματα, μεγαλύτερες περίοδοι στα Ενήλικα, επίθετα τα τελείως αναγκαία, ενώ το βάρος πέφτει στα ουσιαστικά που λειτουργούν ως υποκείμενα, αντικείμενα, επεξηγήσεις που όλα αυτά κάνουν το λόγο πυκνό κι ουσιαστικό. Αξιοπρόσεκτοι είναι επίσης οι διασκελισμοί που παρατηρούνται καθώς είναι γραμμένοι οι στίχοι, τοποθετώντας σε άλλο στίχο  άρθρα από τα ουσιαστικά τους, κτητικές αντωνυμίες από λέξεις που προσδιορίζουν … σαν να κόβεται η ανάσα για να τονιστούν λέξεις και νοήματα, που θέλει ο ποιητής. Επιτρεπτά όλα αυτά, ποιητική αδεία, και μάλιστα στον ελεύθερο στίχο. Τέλος η μεταφορική χρήση της γλώσσας, μέσα στην ξεχωρίζουν πολλές προσωποποιήσεις, παρομοιώσεις και κυρίως η λεπτή ειρωνεία που διατρέχει τους στίχους ή επικεντρώνεται στους τελευταίους στίχους, συμβάλλουν στη δημιουργία ενός λόγου ποιητικότατου, που σε μαγεύει και σε ταξιδεύει να στοχαστείς πάνω σε ανθρώπινες καταστάσεις.
Το νόημα τους στην αρχή το διαισθάνεσαι μεν αλλά περιμένεις  να το ανακαλύψεις κατά την επόμενη ή επόμενες αναγνώσεις των ποιημάτων, κι όταν αυτό αναδυθεί τότε ο νους φωτίζεται, η καρδιά συγκινείται κι έτσι σου αποκαλύπτεται όλη  η ουσία της ποίησης! Ο αναγνώστης έτσι, ας μην ξεχνάμε, γίνεται συνδημιουργός του νοήματος της μοντέρνας ποίησης, όπως λένε, οι σύγχρονες θεωρίες.

Επιλέγω μια από τις ΠΟΛΥ ΜΙΚΡΕΣ ΑΓΓΕΛΙΕΣ
                                      «Ζητείται ουσία/
                                  εξαφανισθέντος ονείρου»

σε άλλη σελίδα διαβάζουμε: ΤΩΝ ΗΜΕΔΑΠΩΝ
                                          Εξαρτημένοι της βεβαιότητας
                                          προσέρχονται αθρόως
                                          σε αμειβόμενα προγράμματα
                                          αποτοξίνωσης
                                          του τυχαίου.

                                          ΤΩΝ ΑΛΛΟΔΑΠΩΝ
                                       Χελιδονοφωλιές ελπίδας
                                       ψάχνουν τον λιπόσαρκο κόρφο τους
                                       σε υπολείμματα ξένων ημερών.

Στα ποιήματα με τίτλο αντιπαραβάλλονται σχεδόν πάντα δυο έννοιες. Στο παραπάνω ποίημα των ντόπιων και των αλλοδαπών (προσφύγων, μεταναστών) που καταφθάνουν στον τόπο μας. Ο ποιητής συγκρίνοντας τις ζωές τους, πόσους συνειρμούς καταφέρνει να δημιουργεί στον αναγνώστη με αυτούς μόνο τους 8 ή έστω 10 στίχους μαζί με τους τίτλους τους! Τι συμπύκνωση ιδεών και συναισθημάτων μας προσφέρει  χρησιμοποιώντας μόνο 25 λέξεις! Από τη μια οι ημεδαποί, η πλειονότητα τους (προσέρχονται αθρόως) ζουν με την ψευδαίσθηση ότι η ζωή τους είναι βέβαιη, εξασφαλισμένη λόγω των προγραμμάτων που τους χορηγεί το κράτος. και προσέξτε αμειβόμενα προγράμματα! ποιος αμείβει ποιον; οι κυβερνώντες τους ψηφοφόρους τους ή το αντίθετο; Εξαρτημένοι λοιπόν από αυτήν την πλαστή βεβαιότητα νομίζουν ότι έχουν αποτοξινωθεί από το δηλητήριο του αβέβαιου της τύχης που καραδοκεί πάντα να εισβάλλει στη ζωή τους και να την ανατρέψει.
Αντίθετα οι αλλοδαποί πρόσφυγες κρύβουν στο λιπόσαρκο κόρφο τους χελιδονοφωλιές ελπίδας(!) τρεφόμενοι από τα υπολείμματα των ημερών τους. Οι μέρες τους σε ξένους τόπους είναι λειψές, από τη στιγμή που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την αγαπημένη τους πατρίδα και να ζουν μακριά της. Αμύνονται όμως με τις ελπίδες που φωλιάζουν μέσα στην ψυχή τους για μια καλύτερη ζωή!

Και δυο άλλα ποιήματα από μια άλλη σελίδα:

Τετάρτη, 6 Ιανουαρίου 2016

«Το μαύρο βιβλίο», Ορχάν Παμούκ, Ωκεανίδα, 1997



Ο Ορχάν Παμούκ σύγχρονος Τούρκος συγγραφέας, τιμηθείς με το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας το 2006, με το μυθιστόρημα του «Το μαύρο βιβλίο» που μεταφράστηκε σε περισσότερες από 20 χώρες, μας εξέπληξε. Το μυθιστόρημα αυτό που προσφέρεται για πολλαπλές αναγνώσεις μας γοήτευσε όχι μόνο για την ιστορία της Πόλης και της Τουρκίας γενικότερα αλλά και για το γκρέμισμα μύθων και στερεοτύπων σχετικά με την ιστορία της γείτονος χώρας. Ένα έργο που συμφιλιώνει την παράδοση της χώρας του με το μοντερνισμό ως κίνημα λογοτεχνικό και που συνεπαίρνει τον αναγνώστη σ’ ένα ταξίδι αναζήτησης της ταυτότητας της σύγχρονης Τουρκίας και του νοήματος της ζωής και του κόσμου. Ο Ορχάν Παμούκ είναι «ένας δυτικός ανατολίτης» κατά έναν εύστοχο χαρακτηρισμό, που του έχει αποδοθεί, ενώ η σουηδική Ακαδημία. τον τίμησε γιατί ανακάλυψε νέα σύμβολα για να περιγράψει τη σύγκρουση αλλά και τη σύνδεση διαφορετικών πολιτισμών.

Σάββατο, 19 Σεπτεμβρίου 2015

Καλλιτεχνική σκευωρία, Eυρυδίκη Τρισόν Μιλσάνη Κέδρος, 2012-11-09


Την ευαισθητοποίηση του κοινού πάνω στη Μοντέρνα Tέχνη και στην πολιτιστική προσφορά του Κέντρου Πομπιντού ή Μπομπούρ στο Παρίσι επιδιώκει η συγγραφέας Ευρυδίκη Τρισόν-Μιλσάνη μέσα από το βιβλίο της «Καλλιτεχνική σκευωρία». Η συγγραφέας έχοντας προσωπική εμπειρία από τον χώρο αυτό, αφού εργάστηκε για 30 χρόνια στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης του Κέντρου Πομπιντού, με το βιβλίο αυτό αναδεικνύει το έργο του ζωγράφου Τζόρτζιο ντε Κίρικο και τη σχέση του με τη σουρεαλιστική ζωγραφική και εκ παραλλήλου παρουσιάζει τον τρόπο λειτουργίας ενός μουσείου όπως αυτό του Μπομπούρ με όλο το παρασκήνιο του, απομυθοποιώντας πολλά πρόσωπα και καταστάσεις που σχετίζονται με την Τέχνη και συχνά εντυπωσιάζουν το ευρύ κοινό.
Με αφορμή μια αναδρομική έκθεση των έργων του ντε Κίρικο, που προσπαθεί να οργανώσει ο επιμελητής του μουσείου στο Μπομπούρ Σιμόν Μπερτιέ, δυο συνάδελφοι του που τον ανταγωνίζονται οργανώνουν μια "καλλιτεχνική σκευωρία" εναντίον του για να τον οδηγήσουν στο μοιραίο λάθος ν’ αγοράσει πλαστά έργα του ντε Κίρικο βλάπτοντας έτσι την καλή φήμη του Μουσείου και την επαγγελματική και ηθική υπόληψη του ίδιου του επιμελητή. Μέσα από το μύθο αυτό που θυμίζει λίγο αστυνομική πλοκή, η συγγραφέας με το αναπάντεχο φινάλε που επινοεί δίνει τη δική της ερμηνεία για τη γνησιότητα πολλών έργων τέχνης που αμφισβητείται η πατρότητα τους και τα οποία κοσμούν πολλά μουσεία σήμερα!

Το πολιτιστικό κέντρο Πομπιντού, γνωστό και ως Μπομπούρ κυριαρχεί ως σκηνικό μέσα στο έργο μαζί με τον περιβάλλοντα χώρο του στο κέντρο του Παρισιού.