Το ιστολόγιο της Αγγελικής Π. Σούλη

Η καταγραφή των αναγνώσεων αυτών ξεκίνησε από την επιθυμία μου να μην ξεχασθούν ιδέες και συναισθήματα που κάποτε με είχαν συγκινήσει.
Γράφοντας συνειδητοποίησα ότι ο χρόνος που αφιέρωνα στην ανάλυση, σύνθεση, αξιολόγηση του έργου, μου χάριζε ένα αίσθημα δημιουργίας.
Η επαγγελματική μου απασχόληση (φιλόλογος) μου έδωσε τα κίνητρα και τα μέσα για αυτές τις αναγνώσεις. Κι έτσι με συνεπήρε το ταξίδι της ανάγνωσης και της γραφής!
Κι ανοίχτηκε μπροστά μου ένας ολόκληρος κόσμος, σχεδόν ανεξερεύνητος,της δημιουργικής ανάγνωσης και γραφής.
"Η ανάγνωση δεν μπορεί να είναι ούτε μία ούτε άπειρες" όπως τονίζει ο Ουμπέρτο Έκο, αφού η υποκειμενική ερμηνεία του γράφοντος πρέπει να δένει με τους περιορισμούς που θέτει το κείμενο.

Και μια διευκρίνιση:
Καμμιά ανάγνωση δεν μπορεί να αντικαταστήσει το ίδιο το βιβλίο αλλά μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο ανάμεσα στον αναγνώστη και στο βιβλίο φωτίζοντας το, κάνοντας το πιο κατανοητό και καλλιεργώντας συγχρόνως τη φιλαναγνωσία.



Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2011

"ΜΕΤΑ ΤΟ ΤΕΛΟΣ: η οικονομία της καταστροφής και η επόμενη μέρα" Κ. Βεργόπουλος Εκδόσεις Λιβάνη,2011

Η υπερχρέωση των κρατών και η αύξηση των ελλειμμάτων τους είναι ένα καινούργιο φαινόμενο που βιώνουν γενικά οι δυτικές κοινωνίες και ειδικότερα η ελληνική, που ταλανίζει τους λαούς με τα μέτρα που λαμβάνονται προς επίλυση του.
-Πώς έφτασαν τα κράτη στην κρίση χρέους τους;
-Υπάρχει λύση ή ποιες λύσεις προτείνονται;
Σ’ αυτά τα βασικά ερωτήματα δίνει απαντήσεις ο συγγραφέας Κώστας Βεργόπουλος, ο οποίος διδάσκει πολιτική οικονομία στο Παρίσι  και σε πανεπιστήμια της Βορείου και Νοτίου Αμερικής, είναι εμπειρογνώμονας σε διεθνείς οργανισμούς, συγγραφέας πολλών βιβλίων και αρθρογράφος σε εφημερίδες.
Το έργο «Μετά το τέλος» με υπότιτλο "η οικονομία της καταστροφής και η επόμενη μέρα" βοηθά τον αναγνώστη να συνειδητοποιήσει το στάδιο, στο οποίο έχει φτάσει σήμερα το καπιταλιστικό σύστημα, το οποίο ο συγγραφέας αλλού ονομάζει  «ολικό καπιταλισμό», δηλαδή τη γνωστή «παγκοσμιοποίηση». Η λεγόμενη λοιπόν «οικονομία της καταστροφής» ταυτίζεται μέσα στο έργο του με το σημερινό «χρηματοπιστωτικό καπιταλισμό» και τη στρεβλή του ανάπτυξη ή την «εικονική οικονομία», αλλιώς «άυλη οικονομία».
  Όλοι αυτοί οι όροι επιλέχτηκαν από τη γράφουσα να παρουσιαστούν  μαζί, ως σχεδόν συνώνυμοι όροι, για να αρθεί η τυχόν σύγχυση, που η ποικιλία των όρων μπορεί να δημιουργήσει.  Ένα λοιπόν πολύ ενδιαφέρον και επίκαιρο θέμα, το οποίο αν και άπτεται ειδικών οικονομικών γνώσεων, ο συγγραφέας το παρουσιάζει σχετικά απλά για να γίνει κατανοητό στον μέσο αναγνώστη. Επίσης επικαλούμενος συχνά πηγές και στατιστικά δεδομένα τεκμηριώνει τις απόψεις του, χωρίς να    φοβ'αται  μήπως γίνει κουραστικός σε κάποιους αναγνώστες του.
ΜΕΡΟΣ Α!
Στην αρχή ο συγγραφέας  αναφέρεται στα γνωρίσματα της οικονομίας της καταστροφής, την οποία συνδέει με τη διόγκωση του χρηματοπιστωτικού τομέα σε βάρος της πραγματικής ή παραγωγικής οικονομίας. Οι χρηματοπιστωτικές αγορές -όπως λειτουργούν σήμερα- δεν παράγουν πλούτο που να διαχέεται στα κράτη και στους λαούς αλλά  συσσωρεύουν ιδωτικό-προσωπικό πλούτο απομυζώντας όχι μόνο ιδιωτικό πλούτο αλλά ακόμα και το δημόσιο πλούτο των κρατών. Το χρηματοπιστωτικό σύστημα σήμερα «προτιμά να τρέφεται με τις ίδιες τις σάρκες του, καταβροχθίζοντας τους πιο βασικούς πυλώνες αναπαραγωγής του στο άμεσο μέλλον[…].Ο νόμος της αρπαχτής έχει αντικαταστήσει το νόμο της αναπαραγωγής». Το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο έχει εφεύρει τις τελευταίες δεκαετίες πολλές καινοτομίες για να κερδοσκοπεί και να αποκτά τεράστια κέρδη, αναγκάζοντας ακόμα και τα κράτη, κάτω από την απειλή της χρεοκοπίας τους να ξεπουλούν σε πάμφθηνες τιμές τη δημόσια περιουσία τους (δρόμους, λιμάνια, ορυκτό πλούτο, νερά, τράπεζες εμπορικές, δημόσιες υπηρεσίες, οργανισμούς κοινής ωφέλειας…) και εξαθλιώνοντας εκατομμύρια πληθυσμών στη φτώχεια, στην ανεργία, στη στέρηση των δικαιωμάτων τους και στον κοινωνικό αποκλεισμό  χωρίς την προστασία  του κοινωνικού κράτους. «Αν ο καπιταλισμός απέκτησε λαϊκά ερείσματα, αυτό το οφείλει στην εξασφάλιση απασχόλησης, σχετικής ευημερίας και δημοκρατίας για το σύνολο των πολιτών. Αν στις μέρες μας αυτά αναστέλλονται τότε ο καπιταλισμός χάνει σε νομιμοποίηση και λαϊκά ερείσματα» (σ.160)

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα  από την αρχή.
Η σημερινή διόγκωση του χρηματοπιστωτικού τομέα με τις γνωστές φούσκες και τα υπερκέρδη του είναι η κορυφή του παγόβουνου, που φαίνεται. Πίσω από  αυτή βρίσκεται η στρεβλή ανάπτυξη του καπιταλιστικού συστήματος τα τελευταία περίπου 30 χρόνια (1980-2010). Ο καπιταλισμός στη δεκαετία του 1970 αντιμετωπίζει μια σοβαρή κρίση κι αδιέξοδα με την εμφάνιση του στασιμοπληθωρισμού που συνδέθηκε με την πετρελαϊκή κρίση του 1973. Η εμφάνιση του στασιμοπληθωρισμού (πληθωρισμός χρήματος και συγχρόνως στασιμότητα στην ανάπτυξη κι ανεργία) ξαφνιάζει τους οπαδούς του Κέυνς που δεν την περίμεναν, και δίνει την ευκαιρία στη σχολή του Σικάγου να αρχίζει να  επιβάλλει τις νεοφιλελεύθερες μονεταριστικές απόψεις της. Ο χρηματοπιστωτικός τομέας λοιπόν προσφέρθηκε στην αρχή ως η διέξοδος από την κρίση της δεκαετίας του 1970, όπου τοποθετούνται μεγάλα  κεφάλαια από τα πλεονάσματα  των πετρελαϊκών οικονομιών.
Τις επόμενες δεκαετίες, το καπιταλιστικό σύστημα αρχίζει κι επεκτείνεται παγκόσμια στις πρώην κομμουνιστικές χώρες, στην Κίνα, στην Ινδία, στη Λατινική Αμερική –όπως ωραιότατα περιγράφει η Ναόμι Κλάιν στο «Δόγμα του Σοκ». Η λέξη παγκοσμιοποίηση μπαίνει στο καθημερινό λεξιλόγιο των ανθρώπων και συγχρόνως εύκολο και φτηνό χρήμα κυκλοφορεί στις αναπτυγμένες χώρες της Δύσης, οδηγώντας σε έναν ξέφρενο καταναλωτικό τρόπο ζωής, χρήμα όμως το οποίο  προερχόταν από τα δανεικά που έπαιρνε η Δύση από τις πλεονασματικές αναδυόμενες οικονομίες του κόσμου, οι οποίες δημιουργήθηκαν απ’ τις νέες συνθήκες, που επέβαλε η παγκοσμιοποίηση.
         Πιο συγκεκριμένα στην αρχή της παγκοσμιοποίησης οι ανεπτυγμένες χώρες της Δύσης με επικεφαλής τις ΗΠΑ μεταφέρουν κεφάλαια στην Ασία και στη Λατινική Αμερική, τα οποία βοηθούν τις χώρες αυτές να αναπτύξουν τις οικονομίες τους. Συγχρόνως όμως πλουτίζουν και οι πλούσιες χώρες της Δύσης με τα κέρδη που αποκομίζουν απ' τις επενδύσεις τους στην Ανατολή. Τα κέρδη όμως αυτά επέλεξαν να τα τοποθετήσουν στο χρηματοπιστωτικό τομέα που αποφέρει γρήγορα και πολλά κέρδη κι όχι στην παραγωγική οικονομία. Έτσι άρχισε η αποβιομηχάνιση στην Ευρώπη (εκτός της Γερμανίας κυρίως), αφού πλήθος φτηνών εργατικών χεριών υπάρχει στην Ασία για να παράγει υλικά αγαθά. Συγχρόνως στις δυτικές  κοινωνίες διαδίδεται σκοπίμως ότι έχουν εισέλθει στη μετα-βιομηχανική κοινωνία και ο καταναλωτικός τρόπος ζωής αρχίζει να κυριαρχεί, αφού υπάρχουν άφθονα εισαγόμενα βιομηχανικά προϊόντα από τις  χώρες της Ανατολής κι άφθονο  δανεικό χρήμα για να τα αγοράζουμε. Τα δανεικά όμως αυτά προέρχονται πάλι από τις πλεονασματικές χώρες, οι οποίες από το εξαγωγικό τους εμπόριο δημιούργησαν εμπορικά πλεονάσματα, τα οποία εύκολα μετέτρεψαν σε χρηματιστικά πλεονάσματα και με τα οποία δάνειζαν κράτη και τράπεζες. Μέσω αυτών έφτασε λοιπόν το φτηνό χρήμα στους καταναλωτές αλλά και στους ψηφοφόρους ως αύξηση μισθού, ως δάνειο, ακόμα κι ως μίζα.
           Ας μου επιτραπεί ένας απλουστευτικός τρόπος έκφρασης για να δηλώσω αυτή την κατάσταση: οι πολυεθνικές εταιρείες εκμεταλευόμενοι τους φτηνούς εργάτες στην Κίνα και στις άλλες αναδυόμενες οικονομίες παρήγαγαν πάρα πολλά προϊόντα τα οποία προωθούσαν προς πώληση διαφημίζοντας τον καταναλωτισμό ως νέο τρόπο ζωής. Στη συνέχεια τα τεράστια κέρδη τους από τις πωλήσεις αυτές τα μετέτρεπαν σε μετοχές επενδυτικών τραπεζών, χρηματιστηρίων, funds με αποτέλεσμα τη διόγκωση των λεγόμενων "αγορών", οι οποίες δάνειζαν τα κράτη και τις εμπορικές τράπεζες. Αυτές με τη σειρά τους εξέδιδαν πιστωτικές κάρτες, ποικίλα καταναλωτικά δάνεια για γιορτές, για διακοπές ... στεγαστικά δάνεια. Το χρηματοπιστωτικό σύστημα διογκώνεται και γίνεται ο ενορχηστρωτής αυτής της Νέας Οικονομίας που επικρατεί κατά την παγκοσμιοποίηση.
 Από ένα σημείο και πέρα όμως το χρηματοπιστωτικό σύστημα αρχίζει να παίζει τα δικά του κερδοσκοπικά παιχνίδια, με αποτέλεσμα να χειραγωγεί ακόμα και τα κράτη οδηγώντας τα στα πρόθυρα της χρεοκοπίας! Έτσι με το πέρασμα λίγων χρόνων δημιουργήθηκε ένα μεγάλο χάσμα, μια μεγάλη αντίφαση στη βάση του  παγκόσμιου οικονομικού συστήματος. Από τη μια οι αναδυόμενες οικονομίες της Ανατολής που μετατράπηκαν σε πλεονασματικές και από την άλλη οι οικονομίες της Δύσης που μετατράπηκαν σε ελλειμματικές. Αυτή η ανισότητα επιδεινώθηκε ακόμα περισσότερο από τον τρόπο λειτουργίας του χρηματοπιστωτικού τομέα, ο οποίος μεταλλάχτηκε με αποτέλεσμα να δημιουργεί φούσκες για να μπορεί να κερδοσκοπεί, οι οποίες όταν σπάνε δημιουργούν κρίσεις.
       Η μεταλλαγή στο χρηματοπιστωτικό σύστημα ήλθε όταν άρχισε η ροή τεράστιων κεφαλαίων σ’ αυτό από την Κίνα κι άλλες αναδυόμενες οικονομίες και συγχρόνως εισήχθησαν οι λεγόμενες «χρηματιστηριακές καινοτομίες», με βάση τις μονεταριστικές  (εκ του money= χρήμα) αντιλήψεις που προτείνει η σχολή του Σικάγου, δίνοντας έμφαση στον χρηματοοικονομικό τομέα. Απορρίπτονται νόμοι της κλασσικής οικονομίας και μέσα από περίτεχνα χρηματοοικονομικά παράγωγα που στηρίζονται σε ιδιοφυείς μαθηματικές εξισώσεις προσπαθούν να κερδίσουν όλο και περισσότερα χρήματα αποκομμένοι από την πραγματική οικονομία και συχνότατα και σε βάρος της πραγματικής οικονομίας. Το 1999 ο Κλίντον καταργεί το νόμο Γκλας- Σήγκαλ, που είχε θεσπίσει ο πρόεδρος Ρούσβελτ το 1935 για να περιορίσει την ασυδοσία του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου. επιβάλλοντας ελέγχους σ’ αυτό. Μετά το 1999 άρχισαν να  ακούγονται όλο και πιο συχνά οι καινοτομίες ή τα νέα εργαλεία του χρηματοπιστωτικού συστήματος, όπως τα δομημένα παράγωγα, τα swaps, τα CDS, τα hedge funds, τα  subrimes =επισφαλή ενυπόθηκα δάνεια, οι μοχλεύσεις εκτοξεύοντας έτσι στα ύψη τα κέρδη από τα χρηματιστήρια κι εισάγοντας τη λογική του τζόγου σ’ αυτά.. Ο Αμερικανός χρηματιστής Μπάφετ αυτές τις μονεταριστικές μεταρρυθμίσεις του χρηματιστηρίου, τις χαρακτηρίζει «ως όπλα μαζικής καταστροφής που εξάγουν την ύφεση σε ολόκληρο τον πλανήτη με εκατομμύρια θύματα».
       Η κρίση του 2008 στο χρηματοπιστωτικό σύστημα όμως δείχνει  ότι το σύστημα αυτό είναι ένας γίγαντας που στηρίζεται σε πήλινα πόδια. Τζογάροντας με τα επισφαλή στεγαστικά δάνεια στις ΗΠΑ διαπιστώνουν μετά από λίγα χρόνια ότι τα δάνεια αυτά είναι αδύνατον να ξεπληρωθούν κι όσες τράπεζες παρείχαν τέτοιου είδους δάνεια βρίσκονται στα πρόθυρα της  χρεοκοπίας. Πάρα πολλές τράπεζες του δυτικού κόσμου κυρίως,  μεταξύ αυτών και η τέταρτη επενδυτική τράπεζα  του κόσμου η Lehman Brothers χρεοκοπούν! Τότε τα κράτη τα ήδη χρεωμένα, αναλαμβάνουν να σώσουν τις τράπεζες τους, παρέχοντας τους κεφάλαια,  τα οποία προέρχονταν πάλι από δανεικά και από τους φορολογούμενους. Έτσι όμως  μεγάλωσαν αφενός τα δημοσιονομικά ελλείμματα των κρατών κι αφετέρου τα δημόσια χρέη τους. Συνέβη δηλαδή το εξής παράδοξο: όταν οι χρηματοπιστωτικές αγορές κέρδιζαν τότε τα κέρδη τους ήταν ιδιωτικά, τώρα οι ζημιές τους  μετακυλίονται στα κράτη και μετατρέπονται σε δημόσιο χρέος.
Τελικά όλη αυτή η πορεία που ακολουθήθηκε τα τελευταία τριάντα χρόνια οδήγησε τα ανεπτυγμένα κράτη της Δύσης, άλλα λιγότερο κι άλλα περισσότερο να βρεθούν χρεωμένα  και  συγχρόνως με μεγάλα ελλείμματα  που δυσχεραίνουν την αποπληρωμή των χρεών τους. Τα νούμερα των χρεών που παραθέτει ο συγγραφέας (σ.55) είναι απίστευτα! Στα τέλη του 2010 το παγκόσμιο εξωτερικό χρέος ανέρχεται στο 95% του παγκόσμιου ΑΕΠ, ενώ των ΗΠΑ στο 97% του ΑΕΠ της, της ευρωζώνης στο 120% του ΑΕΠ της, κι αντίστοιχα της Γερμανίας στο155%, της Ελβετίας στο 271%, της Ολλανδίας στο 470%, της Ιρλανδίας στο 1004%, του Λουξεμβούργου στο 3.854%. Τι να πει κανείς! Μάλλον από το 2008 κι εξής βρισκόμαστε σε μια σειρά αλυσιδωτών  κρίσεων του συστήματος, πρώτα  των στεγαστικών δανείων, μετά των τραπεζών, και τώρα των κρατικών χρεών, που κάνει πολλούς να αναρωτιούνται, αν πρόκειται για παροδική ή για δομική κρίση του καπιταλισμού.
ΜΕΡΟΣ Β!
Το άλλο μεγάλο ερώτημα είναι, ποια είναι η σημερινή διεθνής κατάσταση και αν στα πλαίσια αυτής της κατάστασης μπορεί να λυθεί η  κρίση του παγκόσμιου συστήματος;
Η απάντηση δεν είναι μία ούτε τόσο εύκολη. Ας παρακολουθήσουμε τη σκέψη του συγγραφέα πάνω στο θέμα αυτό.
Οι ελλειμματικές χώρες του πλανήτη αλλά και οι πλεονασματικές συμβάλλουν, η καθεμιά με το δικό της τρόπο, στις οικονομικές αβεβαιότητες και στη συνέχιση της κρίσης εξ αιτίας της πολιτικής που ακολουθούν. Όσον αφορά τις αναδυόμενες οικονομικά χώρες έχουν τις εξής δυνατότητες για να διαχειριστούν τα οικονομικά τους πλεονάσματα, τα οποία κέρδισαν ακολουθώντας επιθετικές εξαγωγικές πολιτικές.
1.Να τα αποταμιεύουν, βάζοντας τα στην άκρη για να αισθάνονται ψυχολογικά ασφαλείς για το μέλλον. Με τον τρόπο όμως αυτό συρρικνώνεται η ρευστότητα του χρήματος παγκόσμια. Η Κίνα αποταμιεύει το 55% του ΑΕΠ της και το σύνολο των συναλλαγματικών αποθεμάτων της είναι πάνω από 3τρις δολάρια, που είναι το μεγαλύτερο στον πλανήτη, συγκρινόμενο με το της Ρωσίας, της Γερμανίας, τα οποία υπολείπονται κατά πολύ. Σημειωτέον ότι τα 2/3 των παγκοσμίων αποθεματικών διατηρούνται σε αμερικάνικα δολάρια.
2.Να τα τοποθετούν στο εξωτερικό ως επενδυτικά κεφάλαια στα χρηματιστήρια  αποφέροντας τους γρήγορα κι άφθονα κέρδη.
3.Να τα επενδύουν στο εσωτερικό και στο εξωτερικό σε εξαγωγικούς τομείς για να αυξήσουν την ανταγωνιστικότητα τους.
4.Να τα ανακυκλώνουν στην εσωτερική τους αγορά, ανεβάζοντας το βιοτικό επίπεδο των λαών τους. Μόνο η Λατινική Αμερική προσπάθησε σ’ αυτή την κατεύθυνση αλλά η αποπληρωμή του κρατικού χρέους εμπόδισε πολλές κυβερνήσεις να συνεχίσουν έτσι. Αντίθετα η Κίνα και η Γερμανία κρατούν  χαμηλά το βιοτικό επίπεδο των λαών τους.
Οι περισσότερες αναδυόμενες οικονομίες ακολουθούν ένα μίγμα από τις πολιτικές αυτές εκτός της τελευταίας, αρνούμενες να διαθέσουν χρήματα  στην εσωτερική αγορά τους και να ανεβάσουν το βιοτικό επίπεδο των λαών τους. Προτιμούν αν και έχουν πολλά πλεονάσματα να τα κατακρατούν με το πρόσχημα της ανταγωνιστικότητας των προϊόντων τους, οι τιμές των οποίων θα ανέβουν, αν δοθούν υψηλότεροι μισθοί στους εργαζόμενους. Οι εκπρόσωποι των δυτικών οικονομιών πιστεύουν ότι τα τεράστια  συναλλαγματικά αποθεματικά  των αναδυόμενων χωρών, ιδίως της Κίνας, «μπλοκάρουν» το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα, αφού δεν διατίθεται στην παγκόσμια αγορά για να υπάρχει ρευστότητα κι αφού περιορίζονται οι εισαγωγές δυτικών προϊόντων για  τον υπερπληθυσμό της. Η Κίνα όμως φοβάται να ανοιχτεί οικονομικά μήπως απολέσει τα κεφάλαια της, το ίδιο κατά τη γνώμη μου και η Ρωσία.
Ποιες λύσεις έχουν προταθεί και ποιες εφαρμόζονται για το ξεπέρασμα της κρίσης;
Ο συγγραφέας αναφέρει την ιδέα του αποπληθωρισμού των κρατικών χρεών –την οποία δυστυχώς δεν αναλύει, αν και φαίνεται ότι την αποδέχεται. Επίσης αναφέρει την ιδέα της παγκόσμιας διακυβέρνησης, που προτάθηκε κι από τον Στίγκλιτς επί Κλίντον και η οποία σήμερα έχει εγκαταλειφθεί, ως μη εφαρμόσιμη. Τα πολλά  και διαφορετικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι χώρες του κόσμου καθιστούν αδύνατη τη σύγκλιση των οικονομιών τους στη βάση μιας ενιαίας παγκόσμιας οικονομικής πολιτικής που ως οδοστρωτήρας θα εφαρμόζεται σε όλες τις χώρες αδιακρίτως. Επίσης αναφέρεται η ιδέα ενός παγκόσμιου νομίσματος, η οποία προτάθηκε από τις αναδυόμενες  οικονομίες της ομάδας BRIC (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα), που θέλουν να διασφαλίσουν τα αποθεματικά τους. Αυτό το νέο νόμισμα θα λειτουργούσε βέβαια ως διεθνές νόμισμα των αποθεματικών, κι όχι ως νόμισμα συναλλαγών, αλλά αν θεσπιζόταν θα ενίσχυε την αποταμίευση σε βάρος της διεθνούς ρευστότητας, που τόσο έχει ανάγκη η παγκόσμια οικονομία σήμερα. Επί του παρόντος λοιπόν μόνο το αμερικάνικο δολάριο εξασφαλίζει τις νομισματικές και χρηματιστικές λειτουργίες σε παγκόσμιο επίπεδο.
Έτσι σήμερα στην πράξη εφαρμόζονται δυο αντίθετες οικονομικές πολιτικές (κεϊνσιανισμός- φρηντμανισμός) που στοχεύουν στη λύση του προβλήματος.
- Η λύση που ακολουθείται τελευταία από τον πρόεδρο Ομπάμα στρέφεται στην ανάκαμψη της οικονομίας των ΗΠΑ. Προσπαθεί να περιορίσει τα προνόμια των τραπεζιτών και χρηματιστών, να φορολογήσει τα κέρδη τους, να δημιουργήσει χιλιάδες νέες θέσεις εργασίας, να αυξήσει τα εισοδήματα εργαζομένων, ώστε να καλυφθούν εκ των υστέρων τα ελλείμματα και να εξασφαλιστεί η αποπληρωμή του χρέους(σ.154). Βέβαια με τις πρακτικές αυτές ανεβαίνει το έλλειμμα των ΗΠΑ κι των χωρών  που εφαρμόζουν παρόμοιες οικονομικές πολιτικές π.χ Ιαπωνία, αλλά πιστεύουν ότι χωρίς ανάκαμψη είναι αδύνατο να πληρωθούν τα χρέη.
- Αντίθετα η Γερμανία  δεν βοηθά στην ανάκαμψη της ευρωζώνης. Γενικά στην Ευρωπαϊκή Ένωση ακολουθείται η παλιά τάξη πραγμάτων, οι νεοφιλελεύθερες πρακτικές που εφαρμόστηκαν κατά την εξάπλωση της παγκοσμιοποίησης, (προγράμματα λιτότητας, ανεργία, αποκρατικοποιήσεις, πώληση δημόσιας περιουσίας…) για να πληρωθούν τα χρέη, αν κι αμφισβητείται η δυνατότητα αποπληρωμής τους με αυτές τις πρακτικές. Στο κεφάλαιο «η ευρωπαική αυταπάτη» τονίζει ότι το δημόσιο χρέος της ευρωζώνης έχει ανέλθει συνολικά  στο 95% του αντίστοιχου     ΑΕΠ  και το δημόσιο έλλειμμα είναι εκτός ελέγχου και κάνει διάκριση ανάμεσα στα παθητικά καταναλωτικά ελλείμματα και στα ενεργητικά, που δημιουργήθηκαν για ενίσχυση της απασχόλησης, της ανάπτυξης και την καταπολέμηση της ανεργίας. Ο συγγραφέας διαφωνεί με τη νομισματική πολιτική που ακολουθείται σήμερα στην ευρωζώνη, με αποτέλεσμα το ευρώ από νόμισμα σύγκλισης των χωρών- εταίρων να μετατρέπεται σε μοχλό απόκλισης των χωρών-μελών της ΕΕ. Τέλος ειρωνεύεται το δόγμα της καγκελαρίου Μέρκελ, το οποίο εμμένει στη νεοφιλελεύθερη επιλογή της λιτότητας και μη ανάκαμψης της ευρωπαϊκής οικονομίας και κλείνοντας υπενθυμίζει το δράμα της Ευρώπης που είναι θύμα των γερμανικών επιλογών σήμερα  αλλά  και θύμα των συμπλεγμάτων ανόδου και πτώσης της γερμανικής ιστορίας τους δυο τελευταίους αιώνες. 

Ένα άλλο σημείο που θίγει ο συγγραφέας είναι η στάση της Αριστεράς απέναντι στην εφαρμογή νεοφιλελεύθερων πολιτικών κατά τη τελευταία τριακονταετία. Θεωρεί ότι χωρίς τη συναίνεση της αριστεροδεξιάς δεν θα είχαν μπορέσει να επικρατήσουν οι πολιτικές αυτές. Μάλιστα ειρωνεύεται την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία που εναλλάχτηκε στην εξουσία με τη Δεξιά αποδίδοντας της το χαρακτηρισμό η «αποπλανημένη», η «αυτοανακηρυγμένη» Αριστερά φέρνοντας το παράδειγμα  των σοσιαλιστικών κυβερνήσεων του Μιττεράν, οι οποίες συνέβαλαν  καθοριστικά στη θεμελίωση του νεοφιλελεύθερου ευρωπαϊκού συστήματος απ’ ότι οι συντηρητικές κυβερνήσεις. Ο ρόλος της σοσιαλδημοκρατίας και η διγλωσσία της  βοήθησαν να αποδομηθούν εθνικές εξουσίες χωρίς να δημιουργηθούν οι αντίστοιχες ευρωπαϊκές δομές που θα τις αντικαθιστούσαν. Τέλος μέμφεται και την Αριστερά παραδοσιακή κι ανανεωτική που βρίσκονται πάντα πίσω από τις εξελίξεις  Αναφέρει συγκεκριμένα «οσάκις ο καπιταλισμός βρίσκεται σε κρίση, η Αριστερά βυθίζεται σε βαθύτερο ιδεολογικο-πολιτικο αδιέξοδο […] Το κομματικό σύνδρομο συνέβαλε στη γραφειοκρατικοποίηση των αριστερών σχημάτων στερώντας τους τη γνήσια επικοινωνία με τη βάση. Αφιερώνουν περισσότερο χρόνο στη σύσταση μηχανισμών και στην εκκαθάριση εσωτερικών λογαριασμών παρά στην εγκαθίδρυση δημιουργικών δεσμών με την κοινωνία. Ακόμα η Αριστερά δυσπιστεί απέναντι στην ευρηματικότητα  και στην ανεξέλεγκτη δυναμική των νέων κινημάτων της νεολαίας που εμφανίζονται, γιατί δεν μπορεί να τα εντάξει σε προκατασκευασμένα σχήματα άλλων εποχών, όπως χαρακτηριστικά ο συγγραφέας αναφέρει.
Στο πολιτικό λεξιλόγιο της  Ευρώπης και της Λατινικής Αμερικής τον τελευταίο καιρό κυκλοφορεί  ο όρος αντισυστημική Αριστερά. Η έννοια αυτή πρωτακούστηκε από τον Αμερικανό ιστορικό Ιμμανουέλ Βαλλερστάϊν τη δεκαετία 1970-1980, με την οποία εννοούσε κάθε αντίσταση στην ενσωμάτωση στο παγκόσμιο σύστημα κι αργότερα συμπεριέλαβε σ’ αυτήν τα νέα κοινωνικά κινήματα (οικολογικό, φεμινιστικό, Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων…) κι όσα συνδέονται με το Παγκόσμιο Κοινωνικό Φόρουμ. Απ’ την αντισυστημική Αριστερά εξαιρεί την παραδοσιακή Αριστερά λόγω των στρεβλώσεων της (κομματική γραφειοκρατία, αυταρχισμός, δογματισμός). Ο σύγχρονος αντισυστημισμός δεν αμφισβητεί γενικά την αγορά και την παραγωγή εμπορευμάτων αλλά την κυριαρχία της αγοράς του χρήματος επί της κοινωνίας.  Μέχρι στιγμής ο αντισυστημισμός δεν έχει ένα προκατασκευασμένο κοινωνικό πρότυπο για το μέλλον αλλά επιδιώκει βαθιές μεταρρυθμίσεις στο υπάρχον σύστημα  κι  ελπίζει στη συστράτευση των πολιτικών δυνάμεων, οι οποίες τις τελευταίες δεκαετίες  απογοητεύτηκαν από την Αριστερά  κι αποσύρθηκαν ιδιωτεύοντας. Οι νεανικές εξεγέρσεις στην Ευρώπη και στις αραβικές χώρες  τα τελευταία  χρόνια εκφράζουν αυτή ακριβώς τη συσσωρευμένη δυσαρέσκεια  κι αντίσταση κατά  του παγκόσμιου συστήματος, που αποκλείει τη νέα γενιά από την εργασία, τα  ανθρώπινα δικαιώματα της στερώντας τους το μέλλον τους!        

ΜΕΡΟΣ Γ!
Τι προβλέπει όμως ο συγγραφέας για την «επόμενη μέρα» μετά το τέλος της σημερινής εποχής;  Βλέπει να αναδύεται ένα καινούργιο πολυκεντρικό παγκόσμιο σύστημα που θα συνυπάρχει με το εθνικό κράτος και προβάλλει το ρόλο της «αντισυστημικής Αριστεράς» ως μοχλό των εξελίξεων.
Πιο συγκεκριμένα απορρίπτει το μύθο της παρακμής του εθνικού κράτους, διότι δεν έχει αναδυθεί ένα άλλο σύστημα που θα το αντικαταστήσει, παρόλα τα χτυπήματα που έχει δεχτεί και τα οποία πλήττουν την ισχύ του. Οι λαοί θα υπεραμυνθούν των εθνικών κρατών τους ως καταφύγιο για την ασφάλεια τους. Συγχρόνως όμως νέες περιφερειακές δυνάμεις θα αναδύονται, οι οποίες θα διεκδικούν την  «προστασία» των λιγότερα ισχυρών εθνικών κρατών. Το κράτος στην Ευρώπη θα μπορούσε να ξεπεραστεί μόνο προς την κατεύθυνση ομοσπονδιακών λύσεων κι όχι  να παραδοθούν στην αρπακτικότητα  των αγορών του χρήματος. «Η παγκοσμιοποίηση χρησιμοποιήθηκε για να διαβληθεί το Κράτος-Έθνος. Ωστόσο προέκυψε σφάλμα υπολογισμού: το σύστημα ήταν ήδη παγκόσμιο πολλούς αιώνες πριν, και τα εθνικά κράτη εξακολουθούν να αποτελούν τους πυλώνες σταθερότητας του παγκόσμιου συστήματος. Εάν τα πρώτα κλονίζονται, το δεύτερο δεν στέκει, αλλά αποσταθεροποιείται και καταπίπτει» αποφαίνεται ο συγγραφέας.
Προβλέπει ότι στο μέλλον η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση θα  αποτελεί μια παρένθεση στην ιστορία  γιατί οι  αντιφάσεις της και η δομή της την αποσαθρώνουν. Για παράδειγμα, πώς ενώ έχουμε παγκοσμιοποίηση κάθε περιοχή ή κράτος θα πρέπει να αναλάβουν μόνα τους το κολοσσιαίο έργο της οικονομικής σταθεροποίησης τους; είναι δυνατόν; Η παγκοσμιοποίηση και ο μεταμοντερνισμός που ως ιδεολογία τον έκφρασε, δεν παρουσίασαν νέα πρότυπα παραγωγής, ούτε ιδέες αλλά εξαντλήθηκαν να αποδομούν τις προηγούμενες ιδέες και πρότυπα, εξαπλώνοντας τη μιζέρια και την απόγνωση στα πέρατα του κόσμου.
Το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, αφού λειτούργησε για δυο δεκαετίες ως σανίδα σωτηρίας του καπιταλιστικού συστήματος από τον κίνδυνο της υπερσυσσώρευσης κεφαλαίων που είχαν αποκτηθεί, τώρα λειτουργεί ως παράσιτο και βδέλλα που με τις φούσκες του επισπεύδει  τη γενικότερη κατάρρευση.
Κι κλείνει ο συγγραφέας με τη σκέψη ότι «Τίποτα δεν θα είναι όπως πριν» την επόμενη μέρα του τέλους εποχής. Η γνωστή φράση του Μαρξ «η θεωρία είναι γκρίζα, όμως το δέντρο της ζωής είναι πράσινο» ταιριάζει τώρα σ’ αυτούς που πιστεύουν ότι  η νεοφιλελεύθερη θεωρία τους είναι ακλόνητη, ενώ οι κοινωνικές δυνάμεις βρίσκονται σε αναβρασμό κι αγανάκτηση, όμως αυτοί που φαντάζονται ότι τις εκπροσωπούν, αδυνατούν πια να τις πείσουν!

Αυτή είναι η δική μου ανάγνωση του βιβλίου «Μετά το Τέλος» για την  οποία αναγκάστηκα να προστρέξω σε πηγές από το Διαδίκτυο για να κατανοήσω έννοιες οικονομικές και να δέσω σε ενιαία  προσωπική άποψη γνώσεις και ερεθίσματα που μου πρόσφερε το συγκεκριμένο βιβλίο. Το έργο αυτό προσωπικά με βοήθησε να ξεκαθαρίσω μέσα στο νου μου το στάδιο στο οποίο βρίσκεται σήμερα το καπιταλιστικό σύστημα, το οποίο χαρακτηρίζεται από τη βασική αντίθεση μεταξύ πλεονασματικών κι ελλειμματικών χωρών του πλανήτη κι από την κυριαρχία του χρηματοπιστωτικού συστήματος μεσολαβητή μεταξύ των χωρών αυτών ή ενορχηστρωτή της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, που απομυζά την πραγματική οικονομία.  Εδώ όμως έχω μια ένσταση. Πιστεύω ότι πίσω από τις πλεονασματικές χώρες κρύβεται η οικονομική ολιγαρχία  των πλουσίων και των αναδυόμενων χωρών που από τη μια συμπορεύονται κι από την άλλη ανταγωνίζονται μεταξύ τους για το ποιός θα επικρατήσει στην παγκόσμια οικονομία. Όσον αφορά την «επόμενη μέρα» ο χρόνος θα δείξει. Για μένα το ζήτημα που τίθεται είναι: Οι ανισότητες στην παγκόσμια οικονομία μπορούν να λυθούν μέσα στα πλαίσια του ίδιου του καπιταλιστικού συστήματος ή η κρίση είναι δομική  και το χρηματοπιστωτικό σύστημα που διευθύνει την παγκόσμια οικονομία θα συμπαρασύρει στον αφανισμό του και το σύστημα μαζί.; 
Μάλλον αυτό το πολύ ενδιαφέρον έργο που επηρεάζει καθοριστικά τις  ζωές όλων στον πλανήτη έχει ακόμα  πολλά επεισόδια, ενώ το τέλος του δεν είναι εύκολο οι λαοί-θεατές να το προβλέψουν κι ίσως ούτε ακόμα και οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές, οι οποίοι έχουν μεθύσει από τους ρόλους τους επί της παγκόσμιας σκηνής!

ΥΓ Στις επόμενες αναγνώσεις μου, ας δούμε μέσα από τα έργα δυο μεγάλων Γαλλίδων ελληνιστριών της Ζακλίν ντε Ρομιγύ και της Γιουρσενάρ, πώς δυο πολιτικές προσωπικότητες, εκ διαμέτρου αντίθετες (που ηγήθηκαν των χωρών τους-υπερδυνάμεων του τότε κόσμου), επέλεξαν να πολιτευτούν σε δυο πολύ κρίσιμες στιγμές για την «παγκόσμια» τότε ιστορία και ποιες συνέπειες είχε η πολιτική τους για τις πατρίδες τους και για τον κόσμο όλο. Γιατί η γνώση της Ιστορίας  αποτελεί «κτήμα ες αεί», καθώς έλεγε κι ο μεγάλος ιστορικός Θουκυδίδης.
                                                     Αγγελική Π. Σούλη
                                                              Αθήνα, 23-11-2011

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου