Το ιστολόγιο της Αγγελικής Π. Σούλη

Η καταγραφή των αναγνώσεων αυτών ξεκίνησε από την επιθυμία μου να μην ξεχασθούν ιδέες και συναισθήματα που κάποτε με είχαν συγκινήσει.
Γράφοντας συνειδητοποίησα ότι ο χρόνος που αφιέρωνα στην ανάλυση, σύνθεση, αξιολόγηση του έργου, μου χάριζε ένα αίσθημα δημιουργίας.
Η επαγγελματική μου απασχόληση (φιλόλογος) μου έδωσε τα κίνητρα και τα μέσα για αυτές τις αναγνώσεις. Κι έτσι με συνεπήρε το ταξίδι της ανάγνωσης και της γραφής!
Κι ανοίχτηκε μπροστά μου ένας ολόκληρος κόσμος, σχεδόν ανεξερεύνητος,της δημιουργικής ανάγνωσης και γραφής.
"Η ανάγνωση δεν μπορεί να είναι ούτε μία ούτε άπειρες" όπως τονίζει ο Ουμπέρτο Έκο, αφού η υποκειμενική ερμηνεία του γράφοντος πρέπει να δένει με τους περιορισμούς που θέτει το κείμενο.

Και μια διευκρίνιση:
Καμμιά ανάγνωση δεν μπορεί να αντικαταστήσει το ίδιο το βιβλίο αλλά μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο ανάμεσα στον αναγνώστη και στο βιβλίο φωτίζοντας το, κάνοντας το πιο κατανοητό και καλλιεργώντας συγχρόνως τη φιλαναγνωσία.



Παρασκευή, 24 Ιουνίου 2011

Οι αιτίες της παρακμής της σύγχρονης Ελλάδας: Π.Κονδύλης

Ο Παναγιώτης Κονδύλης (1943-1998),  σπουδαίος Έλληνας διανοητής, άγνωστος στο ευρύ κοινό, διακρίθηκε στη Γερμανία, όπου έζησε αρκετά χρόνια, όταν το ελληνικό πανεπιστημιακό κατεστημένο του αρνήθηκε έδρα στα ελληνικά πανεπιστήμια. Πριν είκοσι χρόνια, το 1991 εκδίδει το έργο του « Η παρακμή του Αστικού Πολιτισμού» με εισαγωγή η οποία είχε τον τίτλο «Η καχεξία του αστικού στοιχείου στη νεοελληνική κοινωνία και ιδεολογία» στην οποία προβλέπει τη σημερινή κρίση που ταλανίζει τη χώρα μας. Η εισαγωγή αυτή εφέτος εκδόθηκε αυτοτελώς από τον ίδιο εκδοτικό οίκο με διαφορετικό όμως τίτλο «Οι αιτίες της παρακμής της σύγχρονης Ελλάδας».Ο συγγραφέας στοχάζεται πάνω στην πορεία της Ελλάδας τα νεοτερικά χρόνια, ανατέμνει την ελληνική κοινωνία και το νεοελληνικό κράτος παρουσιάζοντας τις στρεβλώσεις τους και με διορατικότητα προβλέπει την κρίση που οδηγεί σε εκποίηση του κράτους στους δανειστές του κι όχι μόνο. Πρόκειται για ένα δοκίμιο 57 σελίδων με πολύ πυκνό ύφος, το οποίο χωρίζεται σε 8 κεφάλαια από τον εκδότη με τους εξής τίτλους το καθένα: ο νόθος αστισμός, το κράτος και τα κόμματα, το έθνος, εθνικισμός και ελληνοκεντρισμοί, το γλωσσικό και η γραμματεία, η νόθα μαζική δημοκρατία, οι λαϊκισμοί, ο εντόπιος μεταμοντερνισμός. Σκοπός του εκδοτικού οίκου είναι να κατανοήσει το αναγνωστικό κοινό «πώς φτάσαμε ως εδώ, τι και πως πετύχαμε, σε τι και γιατί αποτύχαμε», όπως πληροφορούμεθα στην εισαγωγή του μικρού αυτού εγχειριδίου.

      Α!   Στο πρώτο κεφάλαιο ο Π. Κονδύλης παρουσιάζει τα γνωρίσματα της  ελληνικής αστικής τάξης για να μας δείξει ότι ποτέ οι Έλληνες δεν απέκτησαν μια γνήσια αστική τάξη, όπως οι χώρες της Δυτικής Ευρώπης, γεγονός που είχε συνέπειες και σε άλλα ζητήματα της πολιτικής και κοινωνικής ζωής τους. Η αστική τάξη των δυτικοευρωπαϊκών χωρών αναδείχτηκε στη συνείδηση του κόσμου ως μια προοδευτική δύναμη που καταπολεμούσε τις φεουδαρχικές δομές της κοινωνίας, τους αριστοκράτες γαιοκτήμονες και την κληρικοκρατία. Αντίθετα η ελληνική αστική τάξη -αν μπορεί να εννοηθεί ως τέτοια- συμβιβάστηκε και υποχώρησε απέναντι στις πατριαρχικές νοοτροπίες κι αξίες των προυχόντων (κοτζαμπάσηδων) και δεν μπόρεσε να παίξει τον ιστορικό της ρόλο ανατρέποντας τις φεουδαρχικού τύπου δομές της ελληνικής κοινωνίας (αλλά πέρασε στη συνείδηση του κόσμου περισσότερο ως η δύναμη που αντιμάχεται την εργατική τάξη και το σοσιαλισμό).
Πιο συγκεκριμένα η ελληνική αστική τάξη δεν υπήρξε ποτέ ενιαία με ισχυρή συνοχή μεταξύ των επιμέρους ομάδων που την απαρτίζουν, ώστε μέσα σε αυτήν να χωρούν ετερογενείς ομάδες, όπως οι πλουτοκράτες, οι εύποροι, οι νοικοκυραίοι ακόμα και οι αετονύχηδες επιχειρηματίες και οι παντός τύπου εργολάβοι. Με άλλα λόγια μέσα σ’ αυτήν χωρούσαν κι αυτοί οι λιγοστοί που πλούτιζαν με καπιταλιστικούς τρόπους παραγωγής κι είχαν αστική συνείδηση αλλά και οι τυχάρπαστοι. Ακόμα η δημιουργία της ελληνικής αστικής τάξης δεν ακολούθησε μια ευθύγραμμη πορεία ανάπτυξης ως συνέχεια των προκαπιταλιστικών στοιχείων (που είχαν δημιουργηθεί επί Τουρκοκρατίας στα τέλη του 18ου αιώνα με την ανάπτυξη της ναυτιλίας-βιοτεχνίας) αλλά μετά σχεδόν έναν αιώνα νέοι φορείς κι από νέους δρόμους δημιουργούν αστική ανάπτυξη. Ο συγγραφέας δεν προχωρά σε αναλυτική παρουσίαση των σκέψεων του. Κατά την προσωπική μου γνώμη υπονοεί την ανάπτυξη του παροικιακού κεφαλαίου, το οποίο αρχίζει να έρχεται στην Ελλάδα από τα τέλη του 19ου αιώνα, ενώ  η προεπαναστατική  αστικού τύπου ανάπτυξη καταστράφηκε λόγω επανάστασης ή μετεβλήθη σε μια κρατικοδίαιτη «αστική» ανάπτυξη! 
Βασικό έλλειμμα  της ελληνικής αστικής τάξης ήταν ότι δεν διαμόρφωσε αστική συνείδηση στις οικονομικές της σχέσεις, εκτός ολίγων εξαιρέσεων. Δεν διαμορφώθηκαν απρόσωπες εργασιακές σχέσεις στη βάση της προσφοράς και της ζήτησης αλλά κυριάρχησε η πατριαρχική λογική "του δούναι και του λαβείν" δηλαδή της παροχής υπακοής και της αντιπαροχής προστασίας, με απλά λόγια η συναλλαγή μεταξύ συγκεκριμένων προσώπων και του κράτους. Το κράτος γινόταν ο εργοδότης για μια κρατικοδίαιτη αστική τάξη, η οποία έβλεπε τη συσσώρευση χρημάτων περισσότερο για λόγους προσωπικού γοήτρου και λιγότερο ως κεφάλαιο για επενδύσεις. Δεν αναπτύχθηκε τόσο η βιομηχανία που απαιτεί καινοτόμο πνεύμα στη χρήση της τεχνολογίας και στην παραγωγή αγαθών, ώστε να συμπαρασύρει την κοινωνία στην πρόοδο, καλλιεργώντας την πίστη στην επιστήμη και στην τεχνολογία και γκρεμίζοντας τη στείρα παραδοσιοκρατία του αγροτικού πατριαρχισμού. Αντίθετα αναπτύχθηκε το εμπόριο, οι μεταφορές(ναυτιλία) και το τραπεζικό σύστημα, που δημιούργησαν μια τάξη, μεταπρατική, που μεσολαβούσε ανάμεσα στην παραγωγή και στην κατανάλωση χωρίς η ίδια να παράγει
Δυστυχώς η Ελλάδα δεν μπόρεσε να ενταχτεί ολοκληρωμένα στο αστικό σύστημα κατά τις διάφορες φάσεις ανάπτυξης του, δηλαδή να ζήσει και να ωριμάσει μέσα από την Αναγέννηση, το Διαφωτισμό, τη Βιομηχανική εποχή, τη παγκοσμιοποίηση. Το πυκνό ύφος του συγγραφέα και η συμπύκνωση της σκέψης του με αναγκάζει να γίνομαι πιο αναλυτική για να γίνω και πιο διαφωτιστική, θέτοντας μέσα σε παρενθέσεις τις προσωπικές μου σκέψεις. Στην αρχή λοιπόν, (λόγω Τουρκοκρατίας) τα αστικά στοιχεία της Αναγέννησης δεν έφτασαν ως εδώ (εκτός από τις Βενετοκρατούμενες περιοχές), (στη συνέχεια ο Διαφωτισμός έφτασε αργοπορημένα στην Ελλάδα και διχάστηκε σε δυο ρεύματα: το συντηρητικό και το προοδευτικό με αποτέλεσμα ο διχασμός ως νοοτροπία να εμφανιστεί στο νεοελληνικό έθνος). Αργότερα στη φάση της Βιομηχανικής ανάπτυξης μείναμε πίσω, ενώ μας δόθηκε η ευκαιρία λόγω των πολέμων και των ανακατατάξεων στην Εγγύς Ανατολή κι έχοντας την υποστήριξη του αγγλικού κυρίως κεφαλαίου. Μεταπολεμικά δε, η ένταξη μας στο διεθνές καπιταλιστικό σύστημα έγινε μέσα από τη μετανάστευση του 1950 και 1960 και μέσα από την ανάπτυξη δραστηριοτήτων;; σε σχέση με τον τουρισμό. Ο δε συγγραφέας εκφράζει τις σκέψεις του στο τέλος του δοκιμίου για τη θέση που πιθανόν θα κατέχει η Ελλάδα στο διεθνή καταμερισμό εργασίας την εποχή της παγκοσμιοποίησης και είναι απαισιόδοξος.

       Β!  Όσον αφορά την πολιτική ζωή του τόπου, παρατηρούνται κι εδώ στρεβλώσεις που αφορούν τις σχέσεις κράτους-κομμάτων με αποτέλεσμα την εδραίωση πελατειακών σχέσεων μεταξύ κομμάτων –ψηφοφόρων. Τα κόμματα ως μεσολαβητές ανάμεσα στο κράτος και στους πολίτες οργάνωσαν το νεοσύστατο ελληνικό κράτος με την πατριαρχική νοοτροπία της παροχής υπακοής από τον ψηφοφόρο και της αντιπαροχής προστασίας από τον πολιτικό, με αποτέλεσμα να εκποιήσουν το ελληνικό κράτος μέσα στα 200 σχεδόν χρόνια λειτουργίας του!!
Η στρέβλωση ξεκίνησε όταν ο κοινοβουλευτισμός και η καθολική ψηφοφορία, δύο θεσμοί πολύ προηγμένοι για την εποχή θεσπίστηκαν στην Ελλάδα όχι ως αποτέλεσμα ωρίμανσης των πολιτικών συνθηκών αλλά ήλθαν από το εξωτερικό, επειδή οι Μεγάλες Δυνάμεις μέσω αυτών θα αύξαιναν την επιρροή τους στην πολιτική ζωή του τόπου. Το αποτέλεσμα όμως από τη διασταύρωση των δυο αυτών προοδευτικών θεσμών με τις αναχρονιστικές πατριαρχικές αντιλήψεις  ήταν ιλαροτραγικό, σχολιάζει ο συγγραφέας. Ο κοινοβουλευτισμός και η ψηφοφορία επέφεραν μια κοινωνική κινητικότητα δημιουργώντας ευκαιρίες για πολιτική και κοινωνική σταδιοδρομία των Ελλήνων κι ανοίγοντας το δρόμο στις ευρύτερες μάζες για να μετακινηθούν από την ύπαιθρο προς την πόλη. Το υποτυπώδες μέχρι τότε κράτος αρχίζει να διογκώνεται αποκτώντας κρατικούς μηχανισμούς, οι οποίοι οργανώθηκαν έτσι, ώστε να μην προστατεύουν το γενικό συμφέρον αλλά το μερικό με αποτέλεσμα ο χωρισμός κράτους – κοινωνίας να μην είναι σαφής. Οι τοπικοί προύχοντες ακόμα και κάποιοι οπλαρχηγοί με κανέναν τρόπο δεν ήθελαν να εκχωρήσουν τα πατριαρχικά τους δικαιώματα στο κράτος που δημιουργήθηκε μετά την επανάσταση του 1821. Συμφιλιώθηκαν με το κράτος μόνο, όταν μπόρεσαν να το ελέγξουν είτε επηρεάζοντας τη μοναρχία είτε μέσα από τον «πελατειακό κοινοβουλευτισμό» που επέβαλαν. Όμως ελέγχοντας το, το αδρανοποίησαν, καταλήγει ο συγγραφέας. Η πατριαρχική σχέση μεταφέρεται από την κοινωνία στην πολιτική και μεταβάλλεται στη λεγόμενη πελατειακή σχέση. Ο βουλευτής, ο κομματάρχης, ο αρχηγός κόμματος απαιτεί από τους ανθρώπους του υπακοή και ταυτόχρονα αναλαμβάνει την προστασία τους δηλαδή να ενεργήσει για τις υποθέσεις τους, σε ανταγωνισμό με τους οπαδούς των άλλων κομμάτων. Αυτές οι πελατειακές σχέσεις αποτέλεσαν τροχοπέδη για μια αμιγή καπιταλιστική ανάπτυξη.
Ακόμα τη γραφειοκρατία, η οποία αναπτύχθηκε μαζί με τα αστικά κράτη στη Δυτική Ευρώπη για να συνεισφέρει στη θεσμική προώθηση της καπιταλιστικής ανάπτυξης, στην Ελλάδα τα πολιτικά «τζάκια» με την πατριαρχική νοοτροπία τους βρήκαν τρόπους απείρως πιο ευρηματικούς για να τη χρησιμοποιήσουν για το συμφέρον τους, αναφέρει χαρακτηριστικά ο συγγραφέας και οι μέθοδοι τους αυτοί δυστυχώς έγιναν δεσμευτικές και υποδειγματικές για όλες τις πολιτικές παρατάξεις. Η κρατική γραφειοκρατία που αντικαθρέπτιζε την πατριαρχική νοοτροπία εμπόδισε τη διάκριση κοινωνίας-κράτους, η οποία στη Δυτική Ευρώπη εγκαινιάστηκε απ’ την εποχή ήδη της απολυταρχικής διακυβέρνησης του αστικού κράτους. Έτσι στην Ελλάδα οι γραφειοκρατικοί μηχανισμοί αναπτύχθηκαν στρεβλά, από τη μια υπέπεσαν σε υποπλασία κι απ’ την άλλη σε υπερτροφία, αναφέρει ο συγγραφέας δηλαδή αναπτύχθηκαν υπερβολικά χωρίς ποτέ να εκσυγχρονιστούν.
Στην ελληνική περίπτωση, το πολιτικό-κομματικό παιχνίδι ως πελατειακή σχέση απέκτησε εκτεταμένη αυτονομία, η οποία κάνει προσχηματικές και δευτερεύουσες τις ιδεολογικές αντιθέσεις των κομμάτων. Ο βασικός στόχος για τα κόμματα παραμένει η απόκτηση της κρατικής εξουσίας για να μπορεί να διανείμει στους ψηφοφόρους του το συγκεκριμένο κόμμα που κέρδισε τις εκλογές -κι όχι το αντίπαλο κόμμα- τις κρατικές προσοδοφόρες θέσεις κι αξιώματα, οι οποίοι το ψήφισαν γιατί προσδοκούσαν ως αντάλλαγμα της ψήφου τους αυτές τις κρατικές διευκολύνσεις. Τα κόμματα εξουσίας εκποιούν λοιπόν το κράτος για να εκλεγούν τα μάλλον ανυπόμονα στελέχη τους, που θα μοιράσουν μεταξύ τους τις ανώτερες κρατικές θέσεις.
Τα ελληνικά κόμματα μεταμορφώνονται αφενός σε «κρατικίστικα», που χρησιμοποιούν τους κρατικούς μηχανισμούς έτσι ώστε μέσω αυτών να εξυπηρετούν το κομματικό τους συμφέρον  κι αφετέρου σε «λαϊκά», όπου μέσω του κράτους εξυπηρετούν τα συμφέροντα μεμονωμένων ατόμων, διαφόρων ομάδων ή επαγγελματικών κλάδων σε βάρος βέβαια των μη δικών τους ψηφοφόρων και του κράτους, που το ξεπουλούν στα διάφορα συμφέροντα χωρίς να φροντίζουν να το κάνουν ισχυρό. Έτσι δημιουργήθηκε μια ευρύτατη μάζα μικροαστών και μικροϊδιοκτητών, οι οποίοι εξίσου καλά μπορούν να ανήκουν σε ένα δεξιό, σ’ ένα φιλελεύθερο, και σ’ ένα αριστερό κόμμα. Η δε αστική τάξη μοιραζόταν ανάμεσα στα δυο μεγαλύτερα κόμματα, τα οποία προσπαθούσαν να ικανοποιήσουν τα αιτήματα της στη λογική των πελατειακών σχέσεων, φτάνοντας μερικές φορές και σε αντιστροφή των ρόλων τους, αναφέρει ο συγγραφέας, δηλαδή  των ρόλων του προστάτη και του προστατευόμενου. Η ταξική σύγκρουση αμβλύνθηκε, αφού όλοι κλάδοι στρέφονταν κατά του κράτους ικετεύοντας το ή απειλώντας το κι όχι ο ένας κατά του άλλου.             
Στις αρχές το 20ου αιώνα οι πατριαρχικές δομές παλαιού τύπου υποχώρησαν (επανάσταση Γουδί, 1909) αλλά δεν αντικαταστάθηκαν από δομές καθαρά αστικές. Τώρα μπορούσαν να σταδιοδρομήσουν στην πολιτική νέοι που προέρχονταν από μικροαστικά ή αγροτικά στρώματα, είχαν πανεπιστημιακή μόρφωση και συχνά καλές σχέσεις με τους πρώην προύχοντες της πολιτικής. Ο κρατικός μηχανισμός παρέμεινε ακατάλληλος για την άσκηση σαφούς αστικής πολιτικής  γιατί η μεγάλη μάζα των  δημοσίων υπαλλήλων λόγω των πελατειακών σχέσεων με τις οποίες προσελήφθησαν, προέρχονταν από στρώματα καθυστερημένα από πολιτισμική άποψη, αναφέρει ο συγγραφέας, που είχε επιπτώσεις στην ποιότητα της λειτουργίας του. Αγραμματοσύνη, στενοκεφαλιά, ανικανότητα να εργαστούν πάνω σε απρόσωπες, γενικές και αφηρημένες αρχές αντίθετα εμφορούμενοι από νοοτροπίες της πατριαρχικής κοινωνίας εξυπηρετούσαν αιτήματα της ιδιαίτερης πατρίδας τους, των φίλων τους, των συγγενών τους. Η λαϊκή φαντασία έπλασε ένα κράτος πάμπλουτο και παντοδύναμο δότη, αρκεί να ήθελε να δώσει στους υπηκόους του κι απ΄ την άλλη ένα κράτος απατεώνα και τύραννο, που έπρεπε να κατανοεί και να συγχωρεί τις πλάγιες οδούς (το παραθυράκι του νόμου, το ρουσφέτι) που χρησιμοποιούσαν οι υπήκοοι του.
Μεταπολεμικά και κυρίως μεταδικτατορικά το πελατειακό πολιτικό σύστημα αντί να συρρικνωθεί εξ αιτίας της υποχώρησης των πατριαρχικών αντιλήψεων στην κοινωνία, αυτό ενισχύθηκε κι απλώθηκε σ’ όλους τους τομείς της ελληνικής κοινωνίας και την καταπλάκωσε. Η εμφάνιση νέων κοινωνικών στρωμάτων, των νεόπλουτων και η επικράτηση του λαϊκισμού, η εγκαθίδρυση της μαζικής δημοκρατίας με τη δημαγωγία που ασκείται μέσα από νεοεμφανιζόμενα ΜΜΕ αλλάζουν τους όρους του πελατειακού συστήματος σιγά -σιγά  με αποτέλεσμα να μεγαλώσει η εξάρτηση των κομμάτων από τους ψηφοφόρους τους. Ο ψηφοφόρος δίνει τώρα την ψήφο του σε κάποιο κόμμα προσδοκώντας απ’ αυτό ότι θα του διασφαλίσει το καταναλωτικό του επίπεδο ή θα του το ανεβάσει βραχυπρόθεσμα, αδιάφορο με ποια οικονομικά μέσα! Και τα ανυπόμονα για τη εξουσία στελέχη των κομμάτων υιοθετούν οποιαδήποτε αιτήματα απ’ οπουδήποτε κι αν προέρχονται..

        Γ!    Όσον αφορά το νεοελληνικό έθνος, αυτό ποτέ δεν συμπεριελήφθη εξ ολοκλήρου μέσα στα σύνορα του νεοελληνικού κράτους για να υποστεί την εκλογίκευση των αστικών θεσμών, αλλά αντίθετα κρατήθηκε στη σφαίρα του μύθου, καθώς ήταν αποσυνδεδεμένο απ’ το αστικό εθνικό του κράτος. Ένα ασαφές εννοιολογικά έθνος, που εκφράστηκε και στην εθνική ιδεολογία του με τον ασαφή όρο, «ελληνοκεντρισμός». Αντί να επικρατήσει ένας αμιγής αστικός εθνικισμός με αιτήματα σύγχρονα για την ανάπτυξη του (αστική οικονομική και θεσμική οργάνωση του εθνικού κράτους του), αντίθετα αυτός αναμίχτηκε και συμβιβάστηκε μ’ έναν πατριαρχικού τύπου εθνικισμό, που έδινε έμφαση στη φυλή και στα πολιτισμικά στοιχεία της (γλώσσα, θρησκεία), άλλοτε πραγματικά, άλλοτε φαντασιακά. Η ιδεολογία του ελληνοκεντρισμού με την ασάφεια της μπορούσε να γεφυρώνει και να συνενώνει προς τα έξω τις διαφορετικές αντιλήψεις περί έθνους, που υπήρχαν στο εσωτερικό της ελληνικής κοινωνίας. Έτσι νομιμοποιούσε κι έκανε ηθικά ενδιαφέρουσες προς τη διεθνή κοινή γνώμη τις ελληνικές διεκδικήσεις σε χώρους αμφισβητούμενους και συγχρόνως τόνωνε ψυχολογικά ένα αδύναμο έθνος.
Η πρώτη μορφή ελληνοκεντρισμού που εμφανίστηκε ήταν ο κλασικισμός δηλαδή η στροφή προς την αρχαία Ελλάδα, ως πρότυπο μίμησης για την αναγέννηση του ελληνικού έθνους. Πρωτοεμφανίστηκε στα προεπαναστατικά χρόνια, μεταξύ των  αστών των παροικιών της Δυτικής Ευρώπης και συμβάδιζε με τον ευρωπαϊκό διαφωτισμό, που άκμαζε τότε εκεί. Ο κλασικιστικός-ανθρωπιστικός ελληνοκεντρισμός παράκαμπτε το βυζαντινισμό της Εκκλησίας και τόνιζε ότι ο τόπος τους είναι η κοιτίδα του πολιτισμού και η Ελλάδα θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ανάλογα απ’ την πολιτισμένη ανθρωπότητα, γεγονός που προκαλεί θυμηδία στο συγγραφέα.
Η δεύτερη μορφή του ελληνοκεντρισμού, που έγινε και κυρίαρχη εθνική ιδεολογία, ήταν της αδιάσπαστης συνέχειας φυλετικής και πνευματικής του ελληνισμού, επί 3.000 χρόνια, η οποία διαμορφώθηκε μέσα στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος κι αποτέλεσε την επίσημη ιδεολογία του. Όταν ο αρχαιοελληνικός ελληνοκεντρισμός μεταφυτεύτηκε στον ελλαδικό χώρο, μέσα στα πλαίσια του ελληνικού κράτους, υπέστη τροποποιήσεις για να συμβαδίζει με τις προαστικές πατριαρχικές αντιλήψεις. Αποσυνδέεται από τη μονομερή αρχαιολατρία του, απογυμνώνεται από τα ριζοσπαστικά στοιχεία του που έρχονταν σε αντίθεση με τα χριστιανικά ιδεώδη, συμπεριλαμβάνει το Βυζάντιο (και το νεώτερο βέβαια ελληνισμό) κι έτσι διαμορφώνεται η αδιάσπαστη συνέχεια του ελληνισμού από αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερα. Με την ιδεολογία αυτή αποκαθίσταται η Εκκλησία ιδεολογικά και ιστορικά, διότι η Εκκλησία, μέχρι τότε, κατανοούσε τον εαυτό της ως την κεφαλή όχι ενός υπόδουλου έθνους αλλά του Γένους δηλαδή των χριστιανών ορθοδόξων πληθυσμών που ανήκαν όμως σε διαφορετικά έθνη. Μάλιστα ο συγγραφέας αναφέρει ότι είναι σφάλμα να θεωρείται ότι η (επίσημη)Εκκλησία «πρόδωσε» τα εθνικά ιδεώδη (στην αρχή της ελληνικής επανάστασης του 1821), διότι η δημιουργία ενός ελληνικού κράτους θα διασπούσε το πλήρωμα της και θα μείωνε την επιρροή της. Κάτω όμως από την εξέλιξη των επαναστατικών γεγονότων άλλαξε τη στάση της, χρησιμοποιώντας τη θρησκεία ως βασικό στοιχείο εθνικής ταυτότητας κι ενότητας του έθνους.
Τελικά ο ελληνοχριστιανικός ελληνοκεντρισμός υπερφαλάγγισε τον αρχαιοελληνικό ελληνοκεντρισμό, άσκησε καθοριστική επίδραση σ’ ολόκληρη την ίσαμε τώρα ζωή του ελληνικού κράτους. Η αντίθεση όμως του (αρχαίου) ελληνικού και του χριστιανικού στοιχείου δεν έσβησε παρά τη συγχώνευση τους και δεδομένων των ευκαιριών γίνεται επίκληση πότε του ενός, πότε του άλλου στοιχείου για να νομιμοποιηθούν ποικίλες κοσμοθεωρητικές και κοινωνικοπολιτικές τοποθετήσεις που εμφανίζονται. Για παράδειγμα η επίκληση του αρχαίου ελληνισμού με την κατάλληλη ερμηνεία του βέβαια, εξυμνήθηκε κι από δικτατορικά καθεστώτα (ιδεολογία 4ης Αυγούστου) κι από δημοκρατικά φτάνοντας σε μια προγονολατρία με γνώρισμα την εξιδανίκευση. Επίσης πολύμορφη υπήρξε  και η επίκληση του χριστιανικού στοιχείου και των αξιών του για να διαμαρτυρηθούν ενάντια σε ένα πνεύμα υλισμού και ευδαιμονισμού που επικρατεί σήμερα, αντιπαρατάσσοντας την «πνευματική» Ανατολή και την «αγάπη» στην «υλιστική» Δύση και στη «νοησιαρχία»
Μεταπολεμικά η κακή πολιτική χρήση των ιδεολογημάτων πάνω στα οποία το έθνος στήριξε την αυτοσυνειδησία του και προπάντων του ελληνοχριστιανικού ιδεολογήματος –ελληνοχριστιανικό «υβρίδιο», αλλού το χαρακτηρίζει- εφθάρησαν σημαντικά και αποδυναμώθηκαν. Το κενό καλύφτηκε εν μέρει από άλλες εκδοχές του ελληνοκεντρισμού, όπως της πολιτισμικής επανάστασης των δεκαετιών του 1960 και 1970. Μεταδικτατορικά ο σύγχρονος τρόπος ζωής με τον καταναλωτισμό, τους λαϊκισμούς και τις μεταμοντερνίστικες αντιλήψεις της ισοπέδωσης των πάντων, που εισέβαλαν στην ελληνική κοινωνία, χαλάρωσε τα ιδεολογικά περιγράμματα. Ο ελληνοκεντρισμός  επέζησε όμως και θα επιζήσει για πολύ ακόμα, εφόσον αποτελεί θεμελιώδη ψυχολογικό μηχανισμό ενός έθνους αδύναμου, όμως θα επιζήσει χωρίς συγκροτημένη κοσμοθεωρία αλλά «είτε ως στάση εθνικής λεβεντιάς και περηφάνειας είτε ως φολκλοριστικό καρύκευμα της τουριστικής εκποίησης του τόπου» επισημαίνει με έναν ιδιαίτερα σκληρό λόγο ο συγγραφέας.

Η νεοελληνική ιδεολογία δεν έχει μελετηθεί ακόμα συνολικά σ’ όλες της τις εκφάνσεις (μορφολογία, ιστορία, κοινωνιολογία) επισημαίνει ο συγγραφέας και οι μέχρι τώρα μελετητές παραβλέπουν την πολυμέρεια των δεδομένων με αποτέλεσμα να παράγονται μονοσήμαντες ερμηνείες. Για παράδειγμα σχετικά με τη διαμάχη γύρω από τη γλώσσα αποτιμήθηκαν μονοσήμαντα τάσεις και πρόσωπα κρίνοντας τους με βάση την επιλογή τους την εθνική και κοινωνικοπολιτική. Η προάσπιση της καθαρεύουσας δεν αποτελούσε παντού και πάντα αντιδραστική τάση και η προάσπιση του δημοτικισμού έγινε από παρατάξεις διαφορετικές ως εχθρικές μεταξύ τους, από τους σοσιαλιστές ως τους αστούς του εκπαιδευτικού δημοτικισμού και τους ρομαντικούς που υπεράσπιζαν τις ελληνικές (λαϊκές) παραδόσεις ενάντια σ’ αυτούς που μιμούνταν κάθε φράγκικο εισαγόμενο στοιχείο.  
Ένα θέμα που απασχολεί το συγγραφέα είναι πώς ο ελληνοκεντρισμός, η κατ’ εξοχήν νεοελληνική ιδεολογία, εκφράστηκε στη νεοελληνική γραμματεία ή η νεοελληνική γραμματεία κατά πόσο εκφράζει την εθνική ιδεολογία μας.
Ο συγγραφέας πιστεύει ότι ο ελληνοκεντρισμός εκφράστηκε με ένταση και με έκταση  στην ποίηση, όπου έδωσε σπουδαία έργα σε αντίθεση με την πεζογραφία, που δεν κατάφερε να δώσει, σε ικανοποιητική έκταση, μυθιστορήματα καθαρά αστικά. Οι Έλληνες ποιητές στηρίχτηκαν στη δυναμική της πολυστρώματης και παμπάλαιης ελληνικής γλώσσας κι εκφράσανε την ιδέα της Ελλάδας ως συμπύκνωση ύψιστων ηθικών και αισθητικών αξιών ανεξάρτητα από την ποικιλία των εκφραστικών τους τρόπων. Τα ελληνοκεντρικά οράματα ξεχύνονταν σε χείμαρρους λυρισμού και επικάλυπταν τις πεζότερες αστικές ιδέες κι αξίες. Το ίδιο όμως δεν συνέβη στο μυθιστόρημα, διότι αυτές οι ιδέες κι αξίες δεν είχαν πραγματική υπόσταση μέσα στην ελληνική κοινωνία, ώστε να εκφραστούν και στο μυθιστόρημα, που είναι το κατεξοχήν αστικό λογοτεχνικό είδος. Το νεοελληνικό, λεγόμενο αστικό, μυθιστόρημα μπορεί να μετέφερε τη δράση απ’ την ύπαιθρο στην πόλη, οι πρωταγωνιστές του όμως δεν εκφράζουνε τον κοινωνικό τύπο του γνήσιου αστού, με  την πειθαρχημένη ζωή, τους μακροπρόθεσμους στόχους, το εργασιακό ήθος και τα τυχόν διλήμματα του  αλλά πρωταγωνιστούν άτομα από τα μεσαία στρώματα που συνθλίβονται μέσα στις στενές και μίζερες συνθήκες της ζωής τους κάτω από την πίεση των ανεκπλήρωτων ονείρων και προσδοκιών τους. Μόνο στα προεπαναστατικά έργα του νεοελληνικού διαφωτισμού μπορούμε να βρούμε έργα που εκφράζουνε κάπως ξέθωρα όμως την αστική κοσμοθεωρία.

        Δ!   Ο Παναγιώτης Κονδύλης ανατέμνοντας την εξέλιξη της νεοελληνικής κοινωνίας από ιδρύσεως του νεοελληνικού κράτους φτάνει στο πρόσφατο παρελθόν στα χρόνια μετά τον πόλεμο και ειδικότερα στα χρόνια της μεταπολίτευσης και παρουσιάζει τις ανακατατάξεις που υπέστη η κοινωνία μας. Από το καθεστώς του πατριαρχισμού και του νόθου αστισμού μεταβήκαμε στο καθεστώς μιας εξίσου νόθας μαζικής δημοκρατίας ανίκανης να απαλλαγεί από τις πελατειακές νοοτροπίες και σχέσεις της. Δημιουργήθηκαν συνθήκες που ευνόησαν κατά πολύ την κοινωνική κινητικότητα κι έτσι εμφανίστηκαν νέα κοινωνικά στρώματα, τους οποίους ο συγγραφέας χαρακτηρίζει «οι νεόπλουτοι», που πλούτισαν από τις εργολαβικές και μεταπρατικές δραστηριότητες, που πρόσφερε η ανοικοδόμηση (της Αθήνας κι άλλων πόλεων), τα μεγάλα δημόσια έργα, η διοχέτευση όλο και μεγαλύτερου όγκου εισαγόμενων προϊόντων στην ελληνική αγορά με σκοπό την προώθηση του καταναλωτισμού. Τέλος η διεύρυνση του τομέα των υπηρεσιών μέσα από την ανάπτυξη του τουρισμού δημιούργησε ένα πολυπληθέστατο μεσαίο στρώμα. Το πολιτισμικό επίπεδο και ο πνευματικός ορίζοντας των στρωμάτων αυτών παρέμειναν πολύ χαμηλά, με κύρια γνωρίσματα «το μιμητικό καταναλωτισμό, την έπαρση της νεοαποκτηθείσας ευημερίας και της επίσης νεοαποκτηθείσας ημιμάθειας τους». Η ελληνική κοινωνία βέβαια ομογενοποιήθηκε πολιτισμικά αλλά μέσα από τη ραγδαία εξάπλωση του λεγόμενου «κίτς», του κακόγουστου, και την ανακάλυψη και τον εξευγενισμό του «λαϊκού» τραγουδιού. Το τραγούδι αυτό «μπορούσε να απευθυνθεί ταυτόχρονα σ’ όλα τα στρώματα μιας κοινωνίας, που έμπαινε στη χοάνη μιας κινητικότητας πρωτόφαντης ίσαμε τότε και η οποία αναζητούσε εξισωτικούς κοινούς παρονομαστές» αναφέρει ο συγγραφέας. Με αυτή την έννοια το «λαϊκό» τραγούδι, με την εξιστόρηση των καημών του χασικλή ρεμπέτη μέχρι τη μελοποίηση της υψηλής ποίησης, συνέβαλε στην κατάλυση της παλιάς διάκρισης  ανάμεσα στο αστικό, λόγιο και λαϊκό πολιτισμό, διαχέοντας στην ελληνική κοινωνία έναν εξισωτισμό των πάντων που την εξοικείωνε με τη λεγόμενη μεταμοντέρνα κουλτούρα.
Αυτές οι ανακατατάξεις ενίσχυσαν το χαρακτήρα της χώρας μας, ως χώρας μικροϊδιοκτητών και μικροαστών στη βάση των καταναλωτικών συνηθειών τους όμως, οι οποίες δεν καλύπτονταν από το εγχώριο παραγωγικό μας σύστημα. Η ευημερία μας ήταν επισφαλής γι αυτό ο ψηφοφόρος-καταναλωτής τώρα ζητάει από τα κόμματα να του διασφαλίσουν το καταναλωτικό του επίπεδο και να του το ανεβάσουν, όταν εκλεγούν. Το πελατειακό σύστημα δεν παίζεται πια μόνο στο επίπεδο ζήτησης διορισμών, δανείων κλπ αλλά παίζεται και στο επίπεδο της δημαγωγίας. Πιο συγκεκριμένα η έλευση της μαζικής δημοκρατίας με το λαϊκισμό, που τη συνοδεύει, και με τη βοήθεια των νεοεμφανιζόμενων τότε ΜΜΕ έφεραν στην ελληνική κοινωνία μια άνευ προηγουμένου δημαγωγία, που ενίσχυσε το πελατειακό σύστημα. Τα κόμματα δημαγωγούν για να πάρουν την εξουσία, οι ψηφοφόροι το ξέρουν και κατά βάθος επιθυμούν αυτή τη δημαγωγία, πιστεύοντας ότι, αν πάρουν έστω και στα λόγια τις υποσχέσεις που επιθυμούν, θα μπορούν αργότερα να πιέζουν το κόμμα τους που ανήλθε στην εξουσία, να εξοφλήσει το γραμμάτιο που τους «υπέγραψε». Το ιλαροτραγικό είναι ότι και η αριστερά καταδικασμένη να υπερασπίζεται τα λαϊκά αιτήματα, τελικά υποχρεώνεται να υψώσει τη σημαία του καταναλωτισμού, αρκεί αυτός που το ζητάει, να αυτοτιτλοφορείται λαός.
Οι συνέπειες είναι οδυνηρές: οι πελατειακές σχέσεις έγιναν η τροχοπέδη για την εθνική οικονομική και κοινωνική μας ανάπτυξη και κάτι παραπάνω, έγιναν ο αγωγός για τη εκποίηση του κράτους μας στους ψηφοφόρους πρώτα και στους δανειστές μας στη συνέχεια, συμπεραίνει ο συγγραφέας. (Το κράτος δανειζόταν για να ικανοποιήσει το καταναλωτικό επίπεδο των ψηφοφόρων του, για να μπορεί να αγοράζει τα  υπερτιμημένα προϊόντα και υπηρεσίες των κομματικών του φίλων ή δίνοντας τους κρυφά μίζες, ή διατηρώντας ένα υπερτροφικό σώμα δημοσίων υπαλλήλων, πολλούς από τους οποίους πλήρωνε με υψηλότατους μισθούς, ενώ η μεγάλη πλειονότητα τους παρέμεινε χαμηλόμισθη). Αντί της εντατικής εργασίας και της βραχυπρόθεσμης στέρησης για να συσσωρευτεί χρήμα γι επενδύσεις εμείς διαλέξαμε ως χώρα το δρόμο του παρασιτικού καταναλωτισμού, του εύκολου και γρήγορου πλουτισμού, της κουτοπονηριάς, της εξυπηρέτησης του στενού συμφέροντος ατομικού και συντεχνιακού σε βάρος του κράτους και της χώρας μας!
Αυτή την άτεγκτη αλήθεια αρνούνται να τη συνειδητοποιήσουν οι πλατιές μάζες, που για πρώτη φορά στην ιστορία του τόπου, «λάδωσαν το άντερο τους» γράφει επί λέξει ο συγγραφέας και «οι οποίες επιπλέον απέκτησαν τη μεθυστική συναίσθηση (ψευδαίσθηση) του κυρίαρχου και εκλεπτυσμένου καταναλωτή». Κι ακόμα, ένας λαός, που θεωρεί τον εαυτό του περιούσιο λαό, αρνείται να βάλει με το νού του ότι κάνει κάτι τόσο εξευτελιστικό, όπως το να ξεπουλάει τον τόπο του για να καταναλώνει περισσότερο. Φτάσαμε σε μια συλλογική σχιζοφρένεια, απ’ τη μια εθνικιστική ρητορεία κι απ’ την άλλη ξεπούλημα του κρατικού μηχανισμού μας!
Μαζί με τη μαζική δημοκρατία συντελέστηκε και η στροφή προς μια αντίστοιχη μορφή μεταμοντερνισμού, της νέας αυτής φιλοσοφικής αντίληψης, που εισήχθη στη χώρα μας τις τελευταίες δεκαετίες. Ο εντόπιος μεταμοντερνισμός όμως, όπως διαμορφώνεται στην Ελλάδα, συμπαρασύρει τα πάντα στο διάβα του, ιδεολογίες, ιδεολογήματα, πνευματικά έργα εξισώνοντας τα πάντα με τα πάντα, με αποτέλεσμα «οι μίμοι και οι γελωτοποιοί να εκπροσωπούνται με ποσοστά ιδιαιτέρως υψηλά στους κύκλους των διανοουμένων, στα πανεπιστήμια και στα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Η τέτοια είσοδος του μεταμοντέρνου στις ελληνικές συνθήκες αποτελεί την ολοκλήρωση και εν μέρει την κορύφωση της κρίσης όλων των θεμελιωδών δεδομένων (στοιχείων) της ελληνικής εθνικής ζωής» τονίζει ο συγγραφέας. Μπροστά μας προβάλλει ο κίνδυνος της εκποίησης του έθνους πια, αν επέλθει και η πλήρης πνευματική του στειρότητα. Αν η μεταμοντέρνα κουλτούρα καταφέρει να συμφύρει τα «κακοχωνεμένα δάνεια στοιχεία» που έρχονται από το εξωτερικό και να καταλήξει στη συρρίκνωση ή εργαλιοποίηση της ελληνικής γλώσσας, ώστε να μη μπορεί να παραχθεί το μόνο προϊόν που η παμπάλαιη γλώσσα μας παράγει, τον ποιοτικό λόγο, τότε ο κίνδυνος αφελληνισμού είναι ορατός.
Ο συγγραφέας κλείνει το δοκίμιο του με την απαισιόδοξη πρόβλεψη ότι «η νεοελληνική ιστορία, όπως τη γνωρίσαμε τα τελευταία 200 χρόνια κλείνει τον κύκλο της. Τα τραγικά και κωμικά επεισόδια δεν τελείωσαν ακόμα, χάνεται όμως η ενότητα της προβληματικής της και  ο ειδοποιός της χαρακτήρας. Η Ελλάδα εντάσσεται σε πολύ χαμηλή θέση στο σύστημα του διεθνούς καταμερισμού της υλικής και πνευματικής εργασίας. Ο δικός της μεταμοντερνισμός αποτελεί μια στενή και παράμερη λωρίδα στο ευρύ φάσμα του μεταμοντερνισμού (των) άλλων (λαών)».

Ο Παναγιώτης Κονδύλης μας εξέπληξε με το έργο του. Από τη μια οξυδέρκεια, πρωτοτυπία, συμπύκνωση σκέψης κι απ’ την άλλη απαισιοδοξία για το μέλλον της Ελλάδας αφήνοντας ελάχιστες χαραμάδες ελπίδας. Παρουσιάζει πικρές αλήθειες για μια ελληνική πραγματικότητα που τον πληγώνει και ο λόγος του γίνεται «κυνικός» αρκετές φορές, που μπορεί να σοκάρει τον αναγνώστη. Είναι απόλυτος στις σκέψεις του, αναζητά την ψυχρή αλήθεια, χωρίς εξωραϊσμούς. Στην τελευταία πρόταση του βιβλίου αναγνωρίζει ότι  στην εποχή του μεταμοντέρνου έχουν περάσει κι άλλοι λαοί, αφήνοντας μας μια «παρηγοριά» -αν μπορεί να θεωρηθεί τέτοια- για την τύχη μας, η οποία βέβαια δεν αναιρεί τις πικρές αλήθειες που ειπώθηκαν.      
                                                                                                                           Σούλη Αγγελική
                                                                                                                     Αθήνα,  20 Ιουνίου 2011

3 σχόλια:

  1. ΠΟΛΥ ΚΑΛΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ.Η ΕΜΠΕΡΙΣΤΑΤΩΜΕΝΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΚΥΡΙΩΝ ΣΗΜΕΙΩΝ ΒΟΗΘΑΕΙ ΤΟΝ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ ΝΑ ΑΝΤΙΛΗΦΘΕΙ ΠΛΗΡΩΣ ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ.ΝΑΝΤΙΑ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Νάντια σ' ευχαριστώ. Χαίρομαι που οι "αναγνώσεις" μου βγήκαν από τον κλειστό χώρο του δωματίου μου και βρήκαν απήχηση στον ανοικτό χώρο του διαδικτύου. Ως άνθρωπος κι εσύ της εκπαίδευσης γνωρίζεις καλά ότι η φιλαναγνωσία καλλιεργείται και σ' αυτό θέλω κι εγώ να προσφέρω.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Μπράβο Αγγελική! Πράγματι εμπεριστατωμένο, φωτίζει τα βασικότερα σημεία του βιβλίου, με το οποίο συμφωνώ απόλυτα! Γιάννης Κυδωνιεύς

    ΑπάντησηΔιαγραφή