Το ιστολόγιο της Αγγελικής Π. Σούλη

Η καταγραφή των αναγνώσεων αυτών ξεκίνησε από την επιθυμία μου να μην ξεχασθούν ιδέες και συναισθήματα που κάποτε με είχαν συγκινήσει.
Γράφοντας συνειδητοποίησα ότι ο χρόνος που αφιέρωνα στην ανάλυση, σύνθεση, αξιολόγηση του έργου, μου χάριζε ένα αίσθημα δημιουργίας.
Η επαγγελματική μου απασχόληση (φιλόλογος) μου έδωσε τα κίνητρα και τα μέσα για αυτές τις αναγνώσεις. Κι έτσι με συνεπήρε το ταξίδι της ανάγνωσης και της γραφής!
Κι ανοίχτηκε μπροστά μου ένας ολόκληρος κόσμος, σχεδόν ανεξερεύνητος,της δημιουργικής ανάγνωσης και γραφής.
"Η ανάγνωση δεν μπορεί να είναι ούτε μία ούτε άπειρες" όπως τονίζει ο Ουμπέρτο Έκο, αφού η υποκειμενική ερμηνεία του γράφοντος πρέπει να δένει με τους περιορισμούς που θέτει το κείμενο.

Και μια διευκρίνιση:
Καμμιά ανάγνωση δεν μπορεί να αντικαταστήσει το ίδιο το βιβλίο αλλά μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο ανάμεσα στον αναγνώστη και στο βιβλίο φωτίζοντας το, κάνοντας το πιο κατανοητό και καλλιεργώντας συγχρόνως τη φιλαναγνωσία.



Κυριακή 24 Ιουλίου 2016

«Σαίξπηρ, ο σύγχρονος μας» Jan Kott, εκδ. Ηριδανός, 1970

            Εφέτος το 2016 κλείνουν 400 χρόνια από το θάνατο του μεγάλου Άγγλου δραματουργού Ουίλιαμ  Σαίξπηρ και με την ευκαιρία αυτή σας παρουσιάζω το βιβλίο του Πολωνού θεατρολόγου Γιαν Κοττ  «Σαίξπηρ ο σύγχρονος μας» που εκδόθηκε το 1964 και ξεχωρίζει μέσα στη διεθνή βιβλιογραφία ώστε να  θεωρείται πια «κλασσικό» στο είδος του. Στα ελληνικά κυκλοφόρησε το 1970 σε μετάφραση Αλέξανδρου Κοτζιά. 
 Ο Κοττ ερμηνεύει τον Σαίξπηρ κάτω από την οπτική που προσφέρει ο 20ος αιώνας ανακαλύπτοντας τόσα κοινά σημεία της σαιξπηρικής σκέψης με τη σύγχρονη. «Ο Σαίξπηρ είναι σύγχρονος του Κοττ και ο Κοττ σύγχρονος του Σαίξπηρ» γράφει στην εισαγωγή του βιβλίου ο σκηνοθέτης Πήτερ Μπρουκ. Ο Σαίξπηρ μπορεί να μιλάει – 4 αιώνες μετά- στον αναγνώστη και θεατή του 20ου αιώνα με τις υπαρξιακές ανησυχίες των ηρώων του, με τις πολιτικές του ολοκληρωτισμού που εφαρμόζουν αυταρχικά καθεστώτα, με τις ψυχαναλυτικές προσεγγίσεις της συμπεριφοράς ηρώων του, με στοιχεία του μοντέρνου θεάτρου (γκροτέσκο, παράλογο…), με τη φιλοσοφία της ιστορίας, και συνάμα με τις πάντα επίκαιρες ηθικές αξίες, τον έρωτα, τη βία, το θάνατο…  μηνύματα όλα αυτά που υποκρύπτονται περισσότερο ή λιγότερο μέσα στα σαιξπηρικά έργα. Το χθες και το σήμερα μπορεί να διαφέρουν σε πολλά αλλά κατά βάθος μοιάζουν, διότι επίκεντρο και των δυο είναι ο άνθρωπος και οι αληθινές ανάγκες κι ανησυχίες του. Κι ο Σαίξπηρ γνώριζε πολύ καλά την ανθρώπινη φύση και την παρουσίασε εξ ίσου καλά και στην τραγική και στην κωμική της κατάσταση.

Ο Σαίξπηρ και η εποχή του

Ο Σαίξπηρ (1564-1616) έζησε σε μια εποχή που η Αγγλία  αφήνει πίσω το Μεσαίωνα και αρχίζει να κτίζει τις βάσεις για τη θαλασσοκρατορία της και την αστική της  ανάπτυξη χάρη στα καράβια της που αρχίζουν να επικρατούν στους ωκεανούς, οι οποίοι σχετικά πρόσφατα έχουν ανακαλυφθεί.  Την εποχή εκείνη η Αγγλία ευτύχησε να έχει βασίλισσα την Ελισάβετ Α! που κυβέρνησε για 44 χρόνια (1559-1603) και η οποία στήριξε την αστική τάξη και προέτρεψε πολλούς φεουδάρχες να επενδύσουν τα χρήματα τους στα καράβια και στο εμπόριο. Η Αγγλικανική Εκκλησία που είχε αποσχιστεί από τη διοίκηση του Πάπα της Ρώμης επί της βασιλείας του πατρός της Ελισάβετ, τώρα σταθεροποιείται χαρίζοντας εθνική υπερηφάνεια στους Εγγλέζους και βάζοντας τέλος στην οικονομική αφαίμαξη από τους φόρους που εισέπρατταν οι παπικοί ακόλουθοι. Η πίστη τώρα στις δυνάμεις του ανθρώπου, προσφέρει μια ανθρωποκεντρική θεώρηση του κόσμου αφήνοντας πίσω τις θεοκεντρικές ερμηνείες του Μεσαίωνα. Οι επιστήμες, τα Γράμματα και οι Τέχνες αρχίζουν να αναπτύσσονται. Το πνευματικό κίνημα της Αναγέννησης, που είχε παρουσιαστεί στην Ιταλία, Κάτω Χώρες έρχεται και στην Αγγλία, και γίνεται γνωστό ως Ελισαβετιανή Αναγέννηση. Ένας καινούργιος  Κόσμος έχει ανατείλει στη Δυτική Ευρώπη! 
Από την άλλη ο Μεσαίωνας με τις λαϊκές παραδόσεις, τους θρύλους, τα ξωτικά, τις προκαταλήψεις και το σκοταδισμό δεν είχε σβήσει εντελώς. Ακόμα όλες αυτές οι αλλαγές στην οικονομική βάση της Αγγλίας έφεραν και κοινωνικές αναταραχές με τις κατώτερες τάξεις να αναγκάζονται να εγκαταλείψουν την ύπαιθρο για τις πόλεις και ιδίως το Λονδίνο, ενώ η σύγκρουση της Ελισάβετ Α! με τη Μαρία Στιούαρτ της Σκωτίας και ο αποκεφαλισμός της (1587) έδιναν ερεθίσματα στον Σαίξπηρ για προβληματισμούς. Αυτό ήταν το γενικότερο κλίμα μέσα στο οποίο έζησε ο Σαίξπηρ. Επίσης πρέπει να σημειωθεί ότι ο Σαίξπηρ ανήκει στην τελευταία γενιά των ουμανιστών, που έχουν διαψευστεί πολλές από τις προσδοκίες του κινήματος αυτού. Ας μην ξεχνούμε ότι ο Ανθρωπισμός είχε πρωτοεμφανιστεί στην Ιταλία το 13ο  και 14ο αιώνα και έβλεπε ένα αισιόδοξο μέλλον για τον άνθρωπο χάρη στην παροχή παιδείας και στην ηθικοπλαστική της δύναμη. Τώρα, δυο αιώνες αργότερα οι προσδοκίες του Ουμανισμού διαψεύδονται κι ο άνθρωπος εκπλήσσει περισσότερο με τη βαρβαρότητα του  και λιγότερο με το μεγαλείο του.

           Ο Σαίξπηρ ασχολείται με το θέατρο, γράφει 38 θεατρικά έργα (ιστορικά δράματα, τραγωδίες κωμωδίες) και επιπλέον γράφει  ποίηση συνθέτοντας 154 σονέτα. Ο Σαίξπηρ καταφέρνει να εκφράσει με τον καλύτερο αισθητικό τρόπο την εποχή του. Οι ήρωες του εκφράζουν «με οξυδέρκεια και ευαισθησία την ανθρώπινη φύση, τα ελαττώματα, τις αντιφάσεις αλλά και το μεγαλείο του ανθρώπου, είτε είναι άντρες, γυναίκες, νέοι, γέροι, είτε προέρχονται από τον κόσμο της εξουσίας, ή είναι λαϊκοί τύποι […]. Το πνεύμα του καθρεφτίζει όλες τις εποχές περασμένες και τωρινές. Όλοι οι άνθρωποι που έζησαν κάποτε ήταν εκεί. Η μεγαλοφυία του φώτιζε εξίσου τον κακό και τον καλό, τον σοφό και τον ανόητο, τον μονάρχη και τον ζητιάνο» διαβάζουμε στην εισαγωγή της  έκδοσης από την εφημερίδα «Βήμα». Παραραμένει «σύγχρονος και οικουμενικός» διότι «είναι το απόσταγμα  και η συνοπτική χρονογραφία κάθε εποχής» όπως πετυχημένα τού έχει αποδοθεί από  μελετητές των έργων του. Bέβαια δεν λείπει και η αρνητική αποτίμηση σε έργα του από τον Τολστόι, τον Φρόϋντ κι άλλους .

 ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΔΡΑΜΑΤΑ
Τα ιστορικά δράματα αποτελούν το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου του Γιαν  Κοττ και φέρει τον τίτλο «ΟΙ ΒΑΣΙΛΙΑΔΕΣ». Αφηγείται το τελευταίο τμήμα της φεουδαρχίας της Αγγλίας που κράτησε περίπου 100 χρόνια (τέλος 14ου - τέλος 15ου αι.) και παρουσιάζει τους αγώνες 7 διαδοχικών  βασιλέων για την απόκτηση του Στέμματος της Αγγλίας δηλαδή της πολιτικής εξουσίας. Βασιλεύς Ιωάννης, Ριχάρδος Β!, Ερρίκος Δ! (Πρώτο και Δεύτερο μέρος), Ερρίκος Ε!, Ερρίκος Στ! (Πρώτο, Δεύτερο, Τρίτο μέρος), Ριχάρδος Γ!, Ερρίκος Ζ!. Από τα έργα αυτά το τελευταίο τυπικά ανήκει στα ιστορικά δράματα, ενώ ο «Ερρίκος Δ!» είναι μια πατριωτική εποποιία, έργο αισιόδοξο και με πολλά κωμικά στοιχεία.
Στα υπόλοιπα έργα κυριαρχεί ο αγώνας για την κατάκτηση ή σταθεροποίηση της εξουσίας μεταξύ του παλιού βασιλέως και του νέου που διεκδικεί το θρόνο. Χαρακτηριστικά σε κάθε δράμα κυριαρχούν οι συνωμοσίες, οι προδοσίες, οι δολοφονίες, η βία, ώστε ο κάθε μονάρχης να σέρνει πίσω του μια μακρά αλυσίδα από εγκλήματα μέχρι τη στέψη του. Ο παλαιότερος μονάρχης παραμερίζει τους μεγάλους φεουδάρχες που τον βοήθησαν να καταχτήσει το Στέμμα, δολοφονεί τους εχθρούς του, αργότερα τους πρώην συμμάχους του, κατόπιν τους ενδεχόμενους διεκδικητές του θρόνου, αδελφούς, ανίψια... Πάντα κάποιος όμως γιος, εγγονός, αδελφός των θυμάτων επιστρέφει και ζητά να υπερασπιστεί το νόμο που καταπατήθηκε, υποσχόμενος τάχα δικαιοσύνη. Το κάθε βήμα όμως προς την εξουσία εξακολουθεί να συνοδεύεται από φόνους και προδοσία, έτσι όταν θα κατακτήσει το Στέμμα και ο νέος διεκδικητής θα σέρνει πίσω του τη δική του αλυσίδα εγκλημάτων και θα προκαλεί το μίσος όσο και ο προκάτοχος του! Η Ιστορία επαναλαμβάνεται σε επάλληλους κύκλους ελαφρώς διαφοροποιημένη κάθε φορά.
 
          Ο Σαίξπηρ δεν παρουσιάζει όμως μόνο τα γεγονότα αλλά και φιλοσοφεί πάνω στην Ιστορία, στους τρόπους εξέλιξης της και τους σκοπούς της. Πιστεύει ότι ένας Μεγάλος Μηχανισμός με τους δικούς του νόμους κινεί την ανθρώπινη ιστορία και θέλει να επιβάλλει τη δική του ιστορική τάξη. Η τάξη αυτή αντιπαραβάλλεται με την ουράνια τάξη του Σύμπαντος, όπου υπάρχει μια ιεραρχία στην κίνηση των πλανητών. Όταν λοιπόν η φυσική τάξη των πραγμάτων παραβιάζεται πάνω στη γη, ο Μεγάλος Μηχανισμός μπαίνει σε κίνηση για να την αποκαταστήσει. Οι πράξεις των ιστορικών προσωπικοτήτων δίνουν συχνά το έναυσμα για την κίνηση αυτή. Στα γρανάζια του Μεγάλου Μηχανισμού εμπλέκονται όλοι οι άνθρωποι και όλοι είναι θύματα ακόμα και οι ισχυροί ηγέτες που έρχεται κάποτε  η ώρα να μετατραπούν κι αυτοί από θύτες σε θύματα. Ένας μεγάλος φόβος κυριεύει τον κόσμο απέναντι σε αυτόν τον αδυσώπητο Μηχανισμό, ο οποίος καταβροχθίζει τα πάντα και τα αλλάζει κι απ’ τον οποίο δεν μπορεί να ξεφύγει αλλά ούτε και να τον  αποδεχτεί κανείς. Υπάρχει μια αντινομία όμως ανάμεσα στην τάξη που επιβάλλουν οι ιστορικές πράξεις και στην ηθική τάξη. Η αντινομία αυτή καθρεπτίζεται στην ανθρώπινη μοίρα, διότι κανείς δεν μπορεί να της ξεφύγει, γι αυτό κι ο Σαίξπηρ είναι απαισιόδοξος για την εξέλιξη της Ιστορίας. Πιστεύει ότι, όταν ο τροχός του Μεγάλου Μηχανισμού που γυρίζει στο χρόνο ολοκληρώσει τον κύκλο του, ξαναρχίζει ένας νέος κύκλος. Έτσι η ιστορία επαναλαμβάνεται σε κύκλους που λίγο διαφέρουν μεταξύ τους
Στο σημείο αυτό βρίσκεται και η τραγικότητα της Ιστορίας. Αν η Ιστορία δεν έχει νόημα, προς τι όλα αυτά που γίνονται; Προς τι όλη αυτή η βία ή στην καλύτερη περίπτωση γιατί ο άνθρωπος πιστεύει ότι αυτός είναι το κέντρο του κόσμου, ο άρχοντας της δημιουργίας πάνω στη γη; Προς τι τα δεινά και οι στοχασμοί του, αν δεν μπορεί να αλλάξει τη μοίρα του; Αυτή η μορφή της τραγικότητας φαίνεται ότι  ταιριάζει πιο πολύ στον Σαίξπηρ, πιστεύει ο Κοττ.
Βέβαια και στην περίπτωση που δεχτούμε την αισιόδοξη άποψη, ότι η Ιστορία έχει νόημα, έχει σκοπό –άποψη του Έγελου, Μαρξ, αλλά και χριστιανισμού- η τραγικότητα της συνίσταται στο τίμημα που πληρώνει η ανθρωπότητα για την πρόοδο της. Κάθε αντίσταση που προσπαθεί να φρενάρει αυτόν τον οδοστρωτήρα της Ιστορίας, επιδιώκοντας πράγματα που δεν έφτασε ακόμα η ώρα τους, όπως έκαναν κάποια ιστορικά πρόσωπα που προηγούνταν της εποχής τους, τελικά κι αυτοί συντρίβονται κάτω από τον οδοστρωτήρα της. Η Ιστορία λοιπόν, όπως την παρουσιάζει ο Σαίξπηρ, είναι η πραγματική πρωταγωνίστρια των έργων του και οι βασιλιάδες, οι έμπιστοι τους ακόμα και οι απλοί άνθρωποι μοιάζουν με πιόνια της ιστορίας. Ο βαθμός ελευθερίας των ανθρώπων να δράσουν εξαρτάται από την πολιτική και κοινωνική θέση που βρίσκονται. 

        Από τα ιστορικά δράματα ο Γιαν Κοττ ξεχωρίζει τον Ριχάρδο Β! και τον Ριχάρδο Γ!, στα οποία αποκαλύπτεται φανερά ο Μεγάλος Μηχανισμός της Ιστορίας και η τραγικότητα των βασιλιάδων-ηρώων του. Ο Ριχάρδος Β! είναι το δράμα της εκθρόνισης ενός βασιλιά (1399μ.Χ), της απώλειας της εξουσίας του, της αμφισβήτησης της απόλυτης μοναρχίας στο τέλος της φεουδαρχικής εποχής. Αντίθετα ο Ριχάρδος Γ! είναι το δράμα της αναρρίχησης στο θρόνο  ενός βασιλιά (το 1483 μ.Χ) που περνά μέσα από έναν αιματοβαμμένο δρόμο κάνοντας πράξη τη μακιαβελική ρήση «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα». Ο Γιαν Κοττ στο βιβλίο του προβάλλει κάποιες σημαντικές σκηνές από συγκεκριμένες θεατρικές παραστάσεις ακόμα κι από μεταφορά των έργων αυτών στον κινηματογράφο.

Στον ΡΙΧΑΡΔΟ Β! παρουσιάζεται η τρομερή σκηνή της αναγκαστικής παραίτησης του από το θρόνο, όταν ο ξάδελφος του Ερρίκος Μπόλινμπροκ, ο μετέπειτα βασιλιάς Ερρίκος Δ!,  γυρνώντας από την εξορία οργανώνει πραξικόπημα και τον εκθρονίζει. Ο Ριχάρδος ελέω Θεού μονάρχης, περιστοιχισμένος από αυλοκόλακες, τυραννικός, αστόχαστος κι άσωτος έχει παραδώσει τη χώρα του στην ακυβερνησία. Η σκηνή αυτή είναι ενδεικτική για τη λειτουργία του Μεγάλου Μηχανισμού, όταν αλλάζει χέρια η εξουσία. Ο Ριχάρδος  απογυμνωμένος πια από την εξουσία του, έχει απομείνει ολομόναχος, ένας κοινός θνητός χωρίς πια τις αυταπάτες που του χάριζε η εξουσία κι εκλιπαρεί το θάνατο του να ρθει ως λύτρωση! Ο Ερρίκος όμως θέλει να νομιμοποιήσει την άνοδο του στο θρόνο. Αφού ο πρώην βασιλιάς είναι ακόμα ζωντανός, πρέπει να παραιτηθεί «με τη θέληση του», Οδηγείται λοιπόν ο Ριχάρδος στην αίθουσα της Βουλής των Λόρδων - έχει ήδη παραιτηθεί από την εξουσία, τις προσόδους και τα εισοδήματα του- τώρα πρέπει η παραίτηση του να γίνει επίσημα. διότι η νέα εξουσία απαιτεί με το γύρισμα των αιώνων να μη πηγάζει αυτή μόνο από το Θεό αλλά κι απ’ τη θέληση του λαού!

Διαβάζουμε:  - Ριχάρδος Β.: Ωιμέ! Γιατί με φέρνουν μπρος σε βασιλιά , πριν να ‘χω
                        αποτινάξει τις βασιλικές μου σκέψεις που ‘χα
                        όταν βασίλευα;………………..
                       ………………κι όμως καλά θυμάμαι
                       τις όψες τούτων των ανθρώπων. Δεν μου φώναζαν ζήτω κάποτε;

         -Αξιωματούχος: Τίποτα, μόνο να διαβάσεις τις καταγγελίες
    τούτες και τα βαριά εγκλήματα που τα καμες
    εσύ προσωπικά κι οι ακόλουθοι σου ενάντια
    στου τόπου το πολίτευμα και το συμφέρον.
    και να ομολογήσεις, ώστε οι γνώμες των ανθρώπων
    να βρούν πώς έγινε άξια η καθαίρεση σου.
     
(Ο Ερρίκος βιάζεται μην αλλάξει κάτι στη προσχεδιασμένη παραίτηση του Ριχάρδου)
-          συντόμευε, κύριε μου
-          Ριχάρδος:  τα μάτια μου όλο δάκρυα, δεν μπορώ να ιδώ.
κι όμως δεν τα στραβώνει το αρμυρό νερό και τόσο που
να μη μπορούν να ιδούν εδώ μια σύναξη προδότες.
και μάλιστα αν τα μάτια μου γυρίσω μέσα μου
βρίσκω κι εμέ προδότη με τους άλλους, γιατί εδώ
έχω με την ψυχή μου συναινέσει να ξεντύσουν
το επίσημο κορμί ενού βασιλιά…(0 Ριχάρδος παρουσιάστηκε ντυμένος χωρίς τη βασιλική πορφύρα, σύμβολο εξουσίας, άρα έχει συναινέσει στην παραίτηση του!)

                       - Ριχάρδος: άσε με να φύγω
                       - Ερρίκος: να πας πού;
 -Ριχάρδος: Όπου θελήσεις, μόνο έξω από τις ματιές σου
 - Ερρίκος: Να τον πάτε στο Πύργο (δηλ. στη φυλακή)

Στη σκηνή του διαλόγου του Ερρίκου Μπολινμπροκ με ‘εμπιστους του,  φαίνεται πώς ο νέος βασιλιάς προβαίνει σε παρόμοια εγκλήματα για να αποκτήσει το Στέμμα, ξεκινώντας ήδη με 6 εγκλήματα. πρώην συνεργατών του. Ένας νέος ιστορικός κύκλος αρχίζει που δεν διαφέρει πολύ από τον προηγούμενο, τα ονόματα των προσώπων αλλάζουν.
- Πέρσυ: πρώτα στο ιερό σου κράτος εύχομαι ευτυχία.
  Τα νεώτερα, έχω στείλει στο Λονδίνο
  τα κεφάλια των Σόλσμπερυ, Μπλούντ, Σπένσερ και του Κεντ
- Ερρίκος: σε ευχαριστούμε, γενναίε Πέρσυ, για τους κόπους σου
  και στην αξία σου θα προσθέσουμε τιμές.
- Φιτσουώτερ: Κύριε μου έχω στείλει στο Λονδίνο
  τα κεφάλια του Μπρόκας και του Μπένετ Σίλλυ
  δυο επικίνδυνοι προδότες συνωμότες
  που είχαν σκοπό γερά να σε χτυπήσουν στ’ Όξφορτ
- Ερρίκος: τους κόπους σου, Φίτσουωτερ, δεν τους λησμονώ
 η αξία σου είναι από τις πρώτες και το λέω εγώ.

 Οι παρακοιμώμενοι της εξουσίας, βλέπουμε, δεν διστάζουν να την εξυπηρετούν διαπράττοντας φόνους με αμοιβή το χρήμα και υποσχέσεις για δημόσια αξιώματα!

Ο ΡΙΧΑΡΔΟΣ Γ! εκφράζει τον τύπο του αδίστακτου ηγεμόνα, που κανένας ηθικός φραγμός δεν τον σταματά προκειμένου να αποκτήσει το Στέμμα. Συμβολίζει το φρικτό πρόσωπο της πολιτικής εξουσίας που μπροστά της ωχριούν τα πάντα. Είναι η προσωποποίηση του Ηγεμόνα, όπως τον συνέλαβε θεωρητικά ο Μακιαβέλι στο ομώνυμο βιβλίο του το 1532. Δύσμορφος, καμπούρης, κουτσός, με ατροφικό το ένα του χέρι, αν και υπολείπεται στη σειρά διαδοχής μετά το θάνατο του αδελφού του Εδουάρδου Δ! κατορθώνει μόνο αυτός να αναρριχηθεί στο θρόνο. Όλος θέληση προσηλωμένος στο σκοπό της αναρρίχησης του, οργανώνει μεθοδικά τα σχέδια του εκμεταλλευόμενος τις «αδυναμίες» των άλλων διεκδικητών του θρόνου και των συνεργατών του. Συνωμοτεί, λασπολογεί, δολοφονεί, γίνεται ο φόβος και ο τρόμος όσων τον περιστοιχίζουν. Πρώτα φροντίζει να βρεθεί νεκρός ο μεγαλύτερος αδελφός του ανοίγοντας έτσι το δρόμο για να ανακηρυχτεί Λόρδος Προστάτης (κηδεμόνας) των δυο ανηλίκων ανιψιών του. Έχει πια τη δοτή εξουσία αλλά δεν είναι βασιλιάς! Πρέπει να οργανώσει πραξικόπημα για πάρει το στέμμα. Πώς όμως; Πρώτα δυσφημεί τα ανήλικα ανίψια του ως νόθα τέκνα του θανόντος αδελφού του εξαγοράζοντας συνειδήσεις που βεβαιώνουν για το γεγονός. Έπειτα κλείνει στη φυλακή τους νόμιμους διαδόχους-ανιψιούς του και θανατώνει όσους τους επισκέπτονται! Κι όταν έρχεται η ώρα το Συμβούλιο του Στέμματος -που το αποτελούν οι πιο ισχυροί άρχοντες του βασιλείου, αυτοί που διευθύνουν την Εκκλησία, το Στρατό, το Θησαυροφυλάκιο, τις φυλακές- να αποδεχτεί το πραξικόπημα που οργανώνει ο Ριχάρδος, όλοι σιωπούν από φόβο!

Εδώ ο Γιαν Κοττ παραθέτει μερικές συνταρακτικές σκηνές από τα διαδραματιζόμενα.   Τη σκηνή του αποκεφαλισμού του λόρδου Χάστιγξ, που τόλμησε πριν 3 μέρες να πει ότι δεν έχει αντίρρηση για το πραξικόπημα, αρκεί να έχει νομιμότητα. Έτσι όμως είχε ήδη υπογράψει την καταδίκη του. Δια ασήμαντον αφορμή συζητώντας με το Ριχάρδο ενώπιον του Συμβουλίου του Στέμματος διατάσσει τους δήμιους του να τον αποκεφαλίσουν.
Διαβάζουμε:
 - Ριχάρδος (ακόμα είναι δούκας του Γκλόστερ, δεν έχει γίνει βασιλιάς):
Ας είναι μάρτυρες λοιπόν τα μάτια σας/ κοιτάξτε με τι τρόπο με έχουν μαγεμένο
δείτε το χέρι μου (το ατροφικό) εξεράθη σαν κλωνάρι
 που το χει κάψει ο πάγος. Κι αυτό είναι έργο
της γυναίκας του Εδουάρδου, που με τη βοήθεια εκεινής της αδιάντροπης της πόρνης
της Σορ, με έχει έτσι σημαδέψει με τα μάγια της.
-Χάστιγξ: Αν το έχουν κάνει αυτό, κύριε μου
-Ριχάρδος: Αν, Εσύ προστάτης κείνης της αδιάντροπης/ μου κουβεντιάζεις για «αν»;  είσαι προδότης./ κόψτε του το κεφάλι!

(Το έγκλημα όμως πρέπει να νομιμοποιηθεί. Η Αγγλία είναι μια χώρα που ο νόμος είναι σεβαστός! Πρέπει να γίνει δίκη που να αποδεικνύεται ότι ο Χάστιγξ είναι προδότης κι άξιος τιμωρίας. Ο κατηγορούμενος όμως είναι νεκρός. Υπάρχουν όμως οι δικαστές κι ο Λόρδος Δήμαρχος του Λονδίνου για να βεβαιώσουν για την ενοχή του Χάστιγξ!)
Σκηνή συνάντησης Ριχάρδου και του έμπιστου του Βούκιγχαμ  με το Δήμαρχο του Λονδίνου για να τον πείσουν. Αυτός όμως μόλις τους βλέπει έχει ήδη πειστεί!
-Λόρδος Δήμαρχος: ο Θεός να σας το φέρει σε καλό
 του άξιζε να πεθάνει ο Χάστιγξ). και οι υψηλότητες σας
 ενεργήσατε δίκαια. Ο θάνατος του
 ας είναι προειδοποίηση στους προδότες
 που κάνουν τέτοια σχέδια.                                                    
-Βούκιγχαμ: δεν ήταν ο σκοπός μου να πεθάνει
 πριν έρθει η ευγένια σου για να δει
το θάνατο του. Μα ο μεγάλος ζήλος
 έκανε να βιαστούνε τούτοι οι φίλοι μας
 περισσότερο απ’ ότι επιθυμούσαμε,
 γιατί θα θέλαμε, Μυλόρδε, να τον άκουγες
 ο ίδιος να ομολογεί, αποδειλιασμένος
 τους σκοπούς και τον τρόπο της προδοσίας του. Ώστε να μπορούσες
 να εξηγήσεις το πράγμα στους πολίτες
 που ίσως παρεξηγήσουνε την πράξη μου
 και λυπηθούν για το χαμό του.                      
(Στο Ριχάρδο δεν αρκεί όμως ο αποκεφαλισμός του Χάστιγξ να φαίνεται νόμιμος με την καταδίκη του από το δικαστήριο, αλλά πρέπει να πειστούν και οι πολίτες για το αναγκαίο του θανάτου του, αφού κι ο ίδιος ο Χάστιγξ «είχε ομολογήσει την προδοσία» του! Πόσες τέτοιες στημένες ομολογίες και δίκες και οποία χειραγώγηση των πολιτών με «αδιάσειστα στοιχεία» δεν γνώρισε κι ο εικοστός αιώνας κι όχι μόνο; Και γι αυτό ο Σαίξπηρ είναι σύγχρονος μας!)

Ακολουθεί η σκηνή της στέψης του Ριχάρδου Γ! όπου  πολίτες σέρνονται από τα σπίτια τους δια της βίας για να ανακηρύξουν το Ριχάρδο βασιλιά, αφού ο ίδιος «είχε αρνηθεί» να στεφθεί μονάρχης χωρίς τη θέληση του λαού του! Οποία υποκρισία και χειραγώγηση πάλι!
Η πιο συνταρακτική σκηνή του έργου κι όλων των σαιξπηρικών έργων, για τον Για Κοττ, είναι η σκηνή της συνάντησης Ριχάρδου-δούκα του Γκλώστερ και Άννας, χήρας του Εδουάρδου του Ουέστμινστερ  μπροστά στο ανοιχτό φέρετρο με το λείψανο του πεθερού της, του βασιλιά Ερρίκου Στ! που ο Ριχάρδος τον είχε σκοτώσει στον Πύργο το προηγούμενο βράδυ. Πριν απ’ αυτόν είχε σκοτώσει τον άντρα της  Εδουάρδο και τον πατέρα της, τον κόμη του Γουώρικ. Ο  ιστορικός χρόνος στα θεατρικά δράματα του Σαίξπηρ έχει συμπυκνωθεί για λόγους σκηνικής οικονομίας, πιστεύω, όπου τα χρόνια φαίνονται μήνες, οι μήνες ημέρες. Το πέρασμα της εξουσίας στα χέρια του Ριχάρδου κρατά μια εβδομάδα, που φαίνεται ατέλειωτη και βασανιστική, για τη βασιλομήτορα, για τη χήρα βασίλισσα Ελισάβετ, για τους ισχυρούς άρχοντες του βασιλείου.
Ο Ριχάρδος λοιπόν σταματά τη νεκρική πομπή με τη σωρό του Ερρίκου Στ! και πείθει τη γυναίκα που της έχει σκοτώσει πεθερό, άντρα και πατέρα να πλαγιάσει με τη θέληση της στο κρεβάτι του! Όλοι που συνοδεύουν το φέρετρο φεύγουν κατατρομαγμένοι, και η λαίδη Άννα μένει μόνη στη σκηνή με το Ριχάρδο με το φέρετρο ανάμεσα τους! Στην αρχή η Άννα εξανίσταται, κλαίει, καταριέται, κοροϊδεύει και σαρκάζει το Ριχάρδο. Αυτός αρνείται τα εγκλήματα για τα οποία τον κατηγορεί., μετά όμως αλλάζει στάση και παραδέχεται ότι σκότωσε το βασιλιά μόνο και μόνο για την αποκτήσει γιατί η ομορφιά της τον ξελόγιασε κι ο έρωτας δεν τον άφηνε να ησυχάσει! Η Άννα κλονίζεται, μισεί ακόμα το Ριχάρδο, ο ηθικός κόσμος όμως, όπως τον ήξερε, έχει καταρρεύσει. Ο Ριχάρδος της προσφέρει το σπαθί του για να τον σκοτώσει, διαισθανόμενος όμως πως αυτή δεν θα το κάνει.
Διαβάζουμε 
-Ριχάρδος: αιτία ήταν η ομορφιά σου
          η ομορφιά σου που ερχότανε στον ύπνο μου
            και με παρακινούσε να δώσω θάνατο
            σ’ όλο τον κόσμο, ναι, για να μπορέσω
            να ζήσω μια ώρα στη γλυκιά σου αγκάλη
 - Άννα: Αν πίστευα ό,τι λες, φονιά., τούτα τα νύχια
              θα χαν ξεσκίσει κιόλας από το πρόσωπο μου
                   αυτή την ομορφιά.
               …………………………………………….
       ( Ο Ριχάρδος της δίνει το σπαθί του και της λέει)
             -όχι, μην περιμένεις,  εγώ τον σκότωσα
              το βασιλέα Ερρίκο. Μα η ομορφιά σου
              μ’ έσπρωξε να το κάνω. Χτύπα! Εγώ τον σκότωσα
              και τον Εδουάρδο. Μα η θεία μορφή σου
               μ’ ανάγκασε σ’ αυτό.
        Άννα: (αφήνει το σπαθί να πέσει από το χέρι της)
                ...αν και ποθώ το θάνατο σου, δεν το θέλω
                    να γίνω εγώ ο δήμιος σου.

Προς εκπληξη όλων όμως η Άννα δεν σκοτώνει τον Ριχάρδο! Γιατί; Πολλά έχουν γραφεί για αυτό το παράξενο πάντρεμα κι από πολλούς. Η Άννα είναι νέα. Φοβάται; ελπίζει, έλκεται από τον δυνατό άντρα που την εκλιπαρεί; αφήνεται στη γυναικεία μοίρα της;  Και τελικά ακολουθεί το Ριχάρδο στο κρεβάτι του με τη θέληση της! Κι όταν ο Ριχάρδος, αφού έχει κερδίσει την Άννα, κοιτάζει το πρόσωπο του στον καθρέπτη, αυτοθαυμάζεται ο άτιμος και μονολογεί:
Έχοντας το Θεό και τη συνείδηση της
και εκείνο εκεί το φέρετρο εναντίο μου
κι ούτ’ έναν με το μέρος μου, έξω απ’ το διάβολο
και το υποκριτικό μου τούτο πρόσωπο,
κι όμως (κατάφερα)να την κερδίσω- όλον τον κόσμο, με το τίποτα!!

κι ο θεατής μένει αποσβολωμένος! Κι ο Κοττ σχολιάζει «το έγκλημα έμεινε ατιμώρητο, η ομορφιά ζευγαρώθηκε με το κτήνος, τα πάντα αποδείχθηκαν επίφαση, η πίστη, ο έρωτας, το μίσος. Η ανθρώπινη μοίρα είναι πηλός που μπορείς να τον πλάθεις με τα χέρια σου. δεν υπάρχει Θεός ούτε νόμος» για τον Ριχάρδο συμπληρώνω εγώ.

Και κλείνουμε με την τελευταία πράξη του δράματος, όπου ο Ριχάρδος Γ! στη μάχη του…ηττάται από τον Ερρίκο Τυδώρ, μετέπειτα βασιλέα Ερρίκο τον Ζ! και γενάρχη της νέας βασιλικής δυναστείας των Τυδώρ. Κυνηγημένος από τους εχθρούς του χωρίς το άλογο του, που κτυπήθηκε, προσπαθεί να σωθεί ενώ οι εχθροί όλο και πλησιάζουν. Ήρθε η στιγμή που φοβάται κι αυτός το θάνατο, όπως κάθε θνητός κι απελπισμένος φωνάζει:
          ένα άλογο! Εν’ άλογο!
            Το βασίλειο μου για ένα άλογο!
Τι τραγική ειρωνεία ! Ώστε τόσο άξιζαν, όλες του οι προσπάθειες, οι συνομωσίες, οι φόνοι, οι προδοσίες για να αποκτήσει αυτό το βασίλειο; άξιζαν λοιπόν ένα άλογο μόνο! Αυτό είναι το πραγματικό αντίτιμο της εξουσίας ελέω Θεού, μιας προσωπικής εξουσίας βουτηγμένης στο αίμα και στη βία; ωραιότερο τέλος δεν μπορούσε να δώσει ο Σαίξπηρ!! Κι ο Κοττ με τη φράση αυτή κλείνει τον  κύκλο των ιστορικών έργων του Σαίξπηρ.

Ο Κοττ στέκεται λίγο και στο έργο «Ερρίκος Δ!» ως εξαίρεση στα ιστορικά δράματα  του Σαίξπηρ. Εδώ αντιπαραβάλλονται απ΄ τη μια ο λαϊκός τύπος Τζων Φάλσταφ που προσωποποιεί τη λαχτάρα για ζωή όπως την είδε η Αναγέννηση κι απ’ την άλλη οι άρχοντες της φεουδαρχίας που αλληλοσφάζονται για την εξουσία. Στο έργο αυτό ο χοντρός και καλοκάγαθος Φάλσταφ δεν θα αφήσει την Ιστορία να τον καταβροχθίσει. Τη χλευάζει κάτω απ’ την οπτική του πληβείου που δεν έχει τίποτα να κερδίσει στον πόλεμο παρά να χάσει τη ζωή του.  Διαβάζουμε:
                τι είναι λοιπόν η τιμή; Μια λέξη. Τι είναι αυτή η λέξη τιμή;
                αέρας κοπανιστός. Ωραίος λογαριασμός! Ποιος την έχει; Εκείνος που          
                πέθανε την Τετάρτη. Την αισθάνεται;  Όχι. Την ακούει; Τίποτα. είναι   
                αναίσθητο πράμα λοιπόν; Βέβαια, στους νεκρούς. Μα δε ζει με τους    
                ζωντανούς;  όχι γιατί η αβανιά (συκοφαντία) δεν αφήνει. Λοιπόν
               ας πάει στο καλό….                                                                                                                                                   
Αυτός είναι ο Σαίξπηρ στην τραγική οπτική της ζωής αντιπαραβάλλει και την κωμική δίνοντας μας έτσι μια ολόπλευρη εικόνα της ζωής.

 ΤΡΑΓΩΔΙΕΣ:
ΑΜΛΕΤ
Η πιο πολυσυζητημένη τραγωδία του Σαίξπηρ για την οποία έχουν γραφεί χιλιάδες κριτικές, μελέτες, που αναζητούν το αληθινό νόημα της και το αληθινό πρόσωπο του Άμλετ. Ο «Άμλετ» είναι ένα έργο που προσφέρεται για πολλές ερμηνείες, γιατί μέσα στο έργο θίγονται πολλά θέματα, χωρίς κάποιο όμως να είναι κυρίαρχο. Ο Γιαν Κοττ συνοψίζοντας γράφει: «στον Άμλετ υπάρχουν πολλά προβλήματα: η πολιτική, η βία και η ηθική, η διένεξη πάνω στη διάσταση θεωρίας και πράξης, πάνω στον τελικό σκοπό της ζωής. Υπάρχει μια ερωτική τραγωδία, μια τραγωδία οικογενειακή, εθνική, φιλοσοφική, εσχατολογική και μεταφυσική. Υπάρχει ό,τι θέλετε. Ακόμα και μια βαθιά ψυχολογική ανάλυση, και μια αιματοβαμμένη περιπέτεια, μια μονομαχία και ένα γενικό σφαγείο. Μπορείς να διαλέξεις κατά βούληση....»

Ας δούμε τα βασικά σημεία του μύθου.
Πρόκειται για την ιστορία ενός Δανού πρίγκιπα που επιστρέφει στην πατρίδα του από τη Βιττεμβέργη όπου σπούδαζε, μετά τον αιφνίδιο θάνατο του βασιλιά πατέρα του, ο οποίος πρόσφατα είχε νικήσει τους Νορβηγούς σε πόλεμο. Η κατάσταση που αντικρίζει στο Παλάτι τον θλίβει βαριά. Το πένθος έχει ξεχαστεί κι ο αδελφός του νεκρού βασιλιά, ο Κλαύδιος έχει σφετεριστεί το θρόνο κι έχει παντρευτεί τη βασίλισσα -χήρα του νεκρού αδελφού του και μητέρα του Άμλετ- Γερτρούδη. Κι όταν το φάντασμα του νεκρού πατέρα του, τον πληροφορεί ότι δολοφονήθηκε με δηλητήριο από τον αδελφό του Κλαύδιο και του ζητά να πάρει εκδίκηση, ο Άμλετ ακούγοντας όλα αυτά  «τρελαίνεται» και μεταμορφώνεται σε άλλον άνθρωπο μη αντέχοντας τα ανόσια εγκλήματα που διαπράττονται μπροστά στα μάτια του. Αδελφοκτονία, αιμομιξία, σφετερισμός της εξουσίας! Επιπλέον κόλακες αυλικοί κι αξιωματούχοι περιτριγυρίζουν το βασιλικό ζεύγος, έτοιμοι να υπακούσουν στις εντολές τους, αρκεί  να είναι αρεστοί στην εξουσία και να μην απολέσουν τη θέση και τα προνόμια τους. Τα γαμήλια γλέντια συνεχίζονται, ενώ οι Νορβηγοί με αρχηγό τον Φόρτενμπρας τον ανιψιό του ηττηθέντος και νεκρού  βασιλιά τους καταστρώνουν νέα επιθετικά σχέδια  κατά της Δανίας, στα οποία κωφεύουν ο νέος βασιλιάς και η αυλή του.
 Είναι φανερά τα πολιτικά μηνύματα για το διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα που στέλνει ο Σαίξπηρ, που συμπυκνώνονται στη πασίγνωστη φράση «κάτι σάπιο υπάρχει στο βασίλειο της Δανίας».  Ο Γιαν Κοττ γνωρίζοντας ότι κάθε εποχή δίνει τη δική της ερμηνεία σε ένα έργο, ανατρέχει στη θεατρική παράσταση του Άμλετ στην Κρακοβία του 1956, επί κομμουνιστικού καθεστώτος, στο οποίο προβλήθηκαν πολύ στοιχεία της τραγωδίας, που θύμιζαν όσα βίωναν τότε οι Πολωνοί από το δικό τους καθεστώς. «Στην παράσταση εκείνη όλοι χωρίς εξαίρεση, παρακολουθούνταν αδιάκοπα» αναφέρει ο Κοττ. Ο αυλικός Πολώνιος παρακολουθεί τον Άμλετ, παρακολουθεί το διάλογο της βασίλισσας μάνας και του γιού της κρυμμένος πίσω από την κουρτίνα του δωματίου τους, γιατί δεν την εμπιστεύεται. Παρακολουθεί ακόμα τα ερωτικά γράμματα του Άμλετ προς την κόρη του την Οφηλία, κι έβαλε κι ανθρώπους να παρακολουθούν  ακόμα και το γιο του Λαέρτη που τον έστειλε στη Γαλλία για σπουδές! Κι ο δολοφόνος θείος και βασιλιάς Κλαύδιος παρακολουθεί τον Άμλετ όσο είναι στην Δανία αλλά κι όταν τον έστειλε στην Αγγλία για να απαλλαγεί απ’ αυτόν οργανώνοντας εκεί τη δολοφονία του. «Η Δανία είναι μια φυλακή» η πασίγνωστη φράση μέσα από το έργο, επαναλαμβανόταν συχνά και στην παράσταση της Κρακοβίας το 1956!
Ο Άμλετ το σχέδιο της εκδίκησης το δουλεύει και το ξαναδουλεύει στο μυαλό του, χωρίς να αποφασίζει όμως μια γρήγορη δράση, διεκδικώντας το θρόνο του. Ο Άμλετ είναι ο νόμιμος διάδοχος του θρόνου, περίπου 30 χρονών, πολύ αγαπητός στο λαό, και φορέας των νέων ιδεών της Αναγέννησης. Δεν είναι τυχαίο που ο Σαίξπηρ τον βάζει να διαβάζει τα Δοκίμια του Μονταίν. Θέλει να αποκαταστήσει το δίκιο κι ονειρεύεται ένα πολιτικό σύστημα που θα υπερασπίζεται το δημόσιο συμφέρον και  το καλό της πατρίδας του. Όμως είναι αναποφάσιστος, γεμάτος εσωτερικές αντιφάσεις και διχασμένος. Θέλει να δράσει αλλά σκέπτεται πολύ, ώστε η πολύ σκέψη του να γίνεται ανασταλτικός παράγοντας για δράση. Ενώ του δόθηκε η ευκαιρία να σκοτώσει τον Κλαύδιο, όταν τον βρήκε γονατισμένο να προσεύχεται, δεν το έκανε όμως προβάλλοντας ως δικαιολογία ότι ήθελε να τον αντιμετωπίσει αντρίκια κι όχι πισώπλατα.
             Στη συνέχεια ο Άμλετ οργανώνει επίτηδες μια θεατρική παράσταση με θέμα την αποτρόπαιη δολοφονία ενός βασιλιά από συγγενή του και κατόπιν το γάμο του με τη χήρα βασίλισσα για να ξυπνήσει στον Κλαύδιο τις τύψεις συνείδησης του, όπως κι έγινε, ο οποίος εγκατέλειψε έξαλλος την αίθουσα. Ο θεατράνθρωπος Σαίξπηρ με την παράσταση αυτή, τοποθετεί μια άλλη θεατρική παράσταση μέσα στην κύρια θεατρική παράσταση που παιζόταν ενώπιον των θεατών, κι έτσι δημιουργεί την ευκαιρία να μιλήσει για το αγαπημένο του θέατρο, που ξαναζωντανεύει στην εποχή του της Αναγέννησης: για την αληθοφάνεια που πρέπει να έχει το παίξιμο των ηθοποιών, για τη δυνατότητα και τη δύναμη της υποκριτικής τέχνης του ηθοποιού να εκδύεται τον εαυτό του και να μπαίνει στην ψυχή των ρόλων που υποδύεται, για τη γλώσσα του σεναρίου να φωτίζει το νου και να συγκινεί την καρδιά των θεατών, για την ανταπόκριση του κοινού ανάλογα το επίπεδο του, θέλοντας έτσι να μυήσει το κοινό στα μυστικά ενός ποιοτικού θεάτρου. 
 
             Ο Άμλετ  έχοντας πια τις αποδείξεις για την ενοχή του Κλαύδιου δεν προχωρά στην εκδίκηση αλλά προτιμά να επισκεφθεί τη μητέρα του στα διαμερίσματα της. Εκεί διαμείβεται ένας δραματικός διάλογος μεταξύ μάνας και γιου, ο οποίος την κατηγορεί για το γάμο της με τον Κλαύδιο απορώντας πώς παντρεύτηκε τον αδελφό του άντρα της και πώς τον ξέχασε τόσο γρήγορα και μπορεί και πλαγιάζει με αυτό το κάθαρμα που δεν συγκρίνεται σε αρετές και χάρες με τον πατέρα του που την αγαπούσε τόσο, με αυτό το δολοφόνο του, που του άρπαξε το θρόνο και την εξουσία! Η Γερτρούδη τα’ χάνει, δεν θέλει να πιστέψει την αλήθεια, ενώ τη βολεύει να πιστεύει ότι ο Άμλετ είναι τρελός. Η σκηνή κλείνει όταν ο Άμλετ  σκοτώνει κατά λάθος τον αυλικό Πολώνιο, που ήταν κρυμμένος πίσω από τη βαριά κουρτίνα του δωματίου και κρυφάκουγε, ακολουθώντας το σχέδιο που είχε καταστρώσει με το βασιλικό ζεύγος για να αποκαλύψουν τα αίτια της τρέλας του Άμλετ. Ο Άμλετ  όμως πίστευε ότι εκεί κρυβόταν ο Κλαύδιος. Αντιφατικά αισθήματα πλημμυρίζουν την ψυχή του Άμλετ για το θάνατο του Πολώνιου. Απ’ τη μια χαίρεται που έβαλε από τη μέση ένα διεφθαρμένο αυλικό, βασικό υποστηρικτή του σάπιου πολιτικού συστήματος της χώρας του, απ’ την άλλη όμως μετανιώνει για το φόνο που διέπραξε και τον δικαιολογεί στη συνείδηση του λέγοντας «ήτανε θέλημα των ουρανών μ’ αυτόν/ εμέναν να τιμωρήσουν, κι αυτόν μ’ εμέναν.»

                Από δω και πέρα μια αλληλουχία γεγονότων τραγικών ακολουθούν, ενώ αυτά δεν ήταν στην πρόθεση του Άμλετ. Πώς γίνεται ένας ήρωας με πολιτικές φιλοδοξίες, ενώ έχει τις καλύτερες προθέσεις για να αποκαταστήσει το δίκαιο και την ευνομία  στη χώρα του, τελικά να εμπλέκεται άθελα του σε μια σειρά θανάτων και φόνων; Το έργο στέλνει νέα πολιτικά μηνύματα σχετικά με τις ευθύνες αυτού που φιλοδοξεί να αλλάξει τον κόσμο,  τη δύναμη του χαρακτήρα του π.χ να δημιουργεί συμμάχους, να καταστρώνει σχέδια, αλλά και τις δολοπλοκίες της εκάστοτε εξουσίας που είναι αναγκασμένος να αντιμετωπίζει και οι οποίες υπερτερούν των ατομικών δυνατοτήτων του. Ο Γιαν Κοττ στο σημείο αυτό προεκτείνει την πολιτική ερμηνεία διευρύνοντας τη και με υπαρξιακά στοιχεία, ώστε η ερμηνεία αυτή να εκφράζει τη φιλοσοφική και πολιτική σκέψη στα μέσα του 20ου αιώνα, καθώς δηλώνει κι ο τίτλος του κεφαλαίου. «Ο Αμλετ βρέθηκε μέσα σε μια κατάσταση που του επιβλήθηκε, ενώ αυτός δεν τη θέλει. Αισθάνεται παγιδευμένος. Όλοι τον εμπλέκουν στην πολιτική». Οι φίλοι να πάρει το θρόνο του, το φάντασμα να εκδικηθεί, ενώ ο Κλαύδιος και οι έμπιστοι του τον παρακολουθούν διαρκώς, κι αυτός πνίγεται μέσα σε όλα αυτά!
 Θέλει να δράσει αλλά δεν μπορεί! Γιατί; αναζητεί την εσωτερική του ελευθερία, θα ήθελε οι πράξεις του να συμβαδίζουν με τις θεωρητικές αναζητήσεις του, αλλά η κατάσταση που του επιβλήθηκε είναι ανώτερη των δυνάμεων του ή την αισθάνεται έτσι γιατί έχει ηθικές και συνειδησιακές κρίσεις, που φθάνουν μέχρι το σημείο να αναφωνεί την πασίγνωστη φράση «να ζει κανείς ή να μη ζει;». «Ζηλεύει» τον νεαρό Νορβηγό πρίγκιπα Φόρτενμπρας, ο οποίος χωρίς πολλούς δισταγμούς ηγείται ενός στρατεύματος αδιαφορώντας, αν οδηγεί τους στρατιώτες του στη νίκη ή περισσότερο στο θάνατο. Ο Άμλετ, κατά την γνώμη μου, βρίσκεται στον αντίποδα του «Ηγεμόνα» του Μακιαβέλι κι εκφράζει το νέο τύπο ανθρώπου που ονειρεύεται μια πολιτική δράση που δεν θα είναι αναγκασμένη να εξυφαίνει δολοπλοκίες και να δολοφονεί προκειμένου να επιτύχει το σκοπό της.

            Η πολιτική στο βασίλειο της Δανίας έχει επισκιάσει τα πάντα ή καλύτερα ο ολοκληρωτισμός ενός καθεστώτος που θέλει να ελέγχει τα πάντα, ακόμα και τα συναισθήματα των ανθρώπων. «Σ’ αυτό τον κόσμο δεν υπάρχει θέση για τον έρωτα» αναφέρει ο Κοττ. Ο Άμλετ αγαπάει την Οφηλία, όπως φαίνεται  μέσα από τις λυρικές επιστολές που τις έστελνε κι από το πένθος που τον βυθίζει ο θάνατος της. Βιώνοντας  όμως τώρα θλιβερές οικογενειακές καταστάσεις και το δικό του υπαρξιακό δράμα αισθάνεται προδομένος. Γι αυτόν η ζωή δεν έχει  νόημα πια, είναι παράλογη, ο γάμος είναι μια ψευτιά. Κι όταν βλέπει την Οφηλία της φωνάζει μέσα στην «τρέλα» του ότι το καλύτερο που έχει να κάνει είναι να πάει να κλειστεί σε μοναστήρι. Η Οφηλία είναι δέσμια της ανδροκρατούμενης κοινωνίας και των προκαταλήψεων για το φύλο και την κοινωνική της θέση. Ευαίσθητη, ερωτευμένη αλλά με σεβασμό κι αγάπη για τον πατέρα και τον αδελφό της προσπαθεί να κρατήσει μια ισορροπία αλλά δυστυχώς δεν τα καταφέρνει. Κι όταν μαθαίνει ότι ο πολυαγαπημένος της Αμλετ σκότωσε τον πατέρα της Πολώνιο δεν το αντέχει και πνίγεται στο ποτάμι. Είναι η μόνη αθώα μέσα στο έργο που πληρώνει με τη ζωή της τις αμαρτίες των άλλων!
     Η σκηνή στο νεκροταφείο, όπου γίνεται η ταφή της Οφηλίας και η παρουσία εκεί του Άμλετ κατά τύχη δείχνει τη μεγάλη απελπισία του για το νόημα της ζωής, το σαρκασμό για την ανθρώπινη μοίρα.Ακόμα κι ο πιο ισχυρός άνθρωπος επί γης, ας πούμε σαν το Μέγα Αλέξανδρο καταλήγει να γίνεται χώμα και λάσπη μετά το θάνατο του! Η τραγωδία τελειώνει με τη μονομαχία Λαέρτη και Άμλετ, που σχεδίασε ο Κλαύδιος για να απαλλαγεί από τον ανιψιό του. Τα σχέδια του όμως γυρίζουν εναντίον του και όλοι οι πρωταγωνιστές βρίσκονται νεκροί. Ο Νορβηγός πρίγκιπας Φόρτενμπρας καταλαμβάνει τη Δανία επικαλούμενος δικαιώματα του στο θρόνο της χώρας. Δεν παραλείπει όμως να αποτίνει φόρο τιμής στον Άμλετ με τάφο περίβλεπτο σε ύψωμα λέγοντας «Αν είχε την τύχη να κυβερνήσει αυτός, θα ήταν βασιλιάς απ’ τους καλύτερους!». Τελικά, αν κι ο Φόρτενμπρας παρουσιάζεται ελάχιστα μέσα στο έργο, τελικά αναδεικνύεται σε νικητή και «κληρονομεί» το βασίλειο της Δανίας, το οποίο οι κακοί χειρισμοί της πολιτικής εξουσίας του, το παρέδωσαν στους εχθρούς Νορβηγούς! Μια εθνική τραγωδία, δίπλα στην πολιτική τραγωδία, δίπλα στην οικογενειακή, ερωτική, υπαρξιακή […] «μπορείς να επιλέξεις ότι θέλεις, αρκεί να ξέρεις τι και γιατί» καταλήγει ο Γιαν Κοττ.. κι ο θεατής μένει με την πίκρα πώς τελείωσε άδοξα η ζωή του γοητευτικού και πολλά υποσχόμενου πρίγκιπα της Δανίας Άμλετ!

«ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΛΗΡ»
Είναι ένα έργο που αγαπήθηκε επίσης πολύ ιδίως από το ρομαντικό θέατρο διότι ταίριαζε στο πνεύμα του, το οποίο πρόβαλε τα βίαια συναισθήματα των ηρώων του, τα άγρια φυσικά τοπία, τις φυσικές καταστροφές, τις βαριές κατάρες που ακούγονταν. Η σύγχρονη όμως κριτική, μετατοπίζει σε άλλα σημεία το ενδιαφέρον της. Ο Γιαν Κοττ πιστεύει ότι το νέο (το μοντέρνο) θέατρο του 20ου αιώνα μπορεί να αποδώσει την ουσία του έργου, διότι  το πνεύμα του Σαίξπηρ συγγενεύει  πιο πολύ με το μοντέρνο θέατρο παρά με το ρομαντικό και νατουραλιστικό δράμα του 19ου αιώνα. Δεν είναι τυχαίο που σε θεατρικούς συγγραφείς του 20ου σαν τον Μπρεχτ, Ντύρενματ, Μπέκετ, αν και διαφορετικοί μεταξύ τους, τούς αποδίδεται ο χαρακτηρισμός σαιξπηρικός, διότι έχουν ο καθένας κάποια κοινά σημεία με τον μεγάλο Άγγλο δραματουργό.
       Το νέο θέατρο (μοντέρνο) του 20ου αιώνα, λοιπόν την τραγικότητα του σύγχρονου ανθρώπου εύκολα μπορεί να τη μετατρέψει σε μια γκροτέσκο κατάσταση, στην οποία ο άνθρωπος δεν μπορεί να βρει παρηγοριά και να γαληνέψει. Στις αρχαίες τραγωδίες ο τραγικός ήρωας είχε να παλέψει με τους θεούς, τη Μοίρα του, τη Φύση υπερασπιζόμενος ηθικές αξίες, κι αν στο τέλος έχανε πάντα στην πάλη αυτή, ηθικά όμως έβγαινε νικητής γιατί θυσίαζε ακόμα και τη ζωή του για κάτι ανώτερο που θα βελτίωνε την ανθρώπινη ζωή. Αντίθετα στο γκροτέσκο διάφοροι μηχανισμοί απρόσωποι, εχθρικοί και παράλογοι δημιουργούν αναγκαστικές κοινωνικές καταστάσεις μέσα στις οποίες εγκλωβίζεται ο σύγχρονος άνθρωπος και δεν μπορεί να ξεφύγει. Και το τραγικό είναι ότι ο ίδιος ο άνθρωπος έφτιαξε τους μηχανισμούς αυτούς κι ακόμα τραγικότερο ότι είναι αναγκασμένος να παίζει, αν και δεν του αρέσουν οι κανόνες του παιχνιδιού, οι οποίοι του έχουν επιβληθεί! Οι όποιες εναλλακτικές λύσεις που προβάλλονται είναι εξ ίσου κακές για τον άνθρωπο, ακόμα και η παραίτηση του από το παιχνίδι δηλαδή από τη ζωή! Κι ο Κοττ φέρνει το παράδειγμα με τον άνθρωπο που παίζει σκάκι με έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή, στον οποίο έχουν ενσωματωθεί όλες οι πιθανές κινήσεις που μπορεί να επιλέξει ο άνθρωπος, με αποτέλεσμα πάντα ο άνθρωπος να χάνει. Από την αρχή δηλαδή είχε καθοριστεί -από τον ίδιο τον άνθρωπο που έφτιαξε τη μηχανή- να μη μπορεί να κερδίσει! Αυτός ο παράλογος μηχανισμός είναι μια παγίδα που την έστησε ο άνθρωπος κι έπεσε μέσα της. Τότε ο άνθρωπος αυτός δεν είναι τραγικός ήρωας αλλά γκροτέσκο αυτουργός! Δεν υπάρχει κάθαρση, ούτε παρηγοριά, το γκροτέσκο είναι χειρότερο ακόμα κι από το τραγικό!
Ο Κοττ λοιπόν διακρίνει πίσω από την τραγωδία «Βασιλιάς Ληρ» παρόμοιες ανθρώπινες καταστάσεις με το γκροτέσκο του νέου θεάτρου του 20ου  αιώνα, οι οποίες είχαν εγκλωβίσει το βασιλιά Ληρ και τον άρχοντα του Γκλόστερ και τους οδήγησαν στην πτώση τους σωματική, ψυχολογική, ιδεολογική, δείχνοντας έτσι την έσχατη κατάντια στην οποία μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος
. Όσον αφορά την υπόθεση του έργου ο Κοττ πιστεύει ότι το κύριο θέμα είναι η παρακμή και η πτώση του κόσμου, η οποία παρουσιάζεται σε δύο επίπεδα, σε δύο μεγάλες σκηνές, ας πούμε. Η πρώτη σκηνή, που του θυμίζει τα εγκλήματα του Μάκβεθ, παρουσιάζει τον Ληρ να μοιράζει το βασίλειο του μόνο στις δυο κόρες του, που του δήλωσαν ότι τον υπεραγαπούσαν, αποκληρώνοντας την τρίτη που δεν καταδέχτηκε να δηλώσει στον πατέρα της με μεγαλόστομα λόγια την αυτονόητη αγάπη της. Στη συνέχεια όμως οι δυο κληρονόμες αποδείχτηκαν αχάριστες κι άκαρδες προς το γέρο πατέρα τους και με τον τρόπο τους τον έδιωξαν από το παλάτι. Ο γέρο βασιλιάς περιπλανάται μέσα στην άγρια νύχτα ενώ καταιγίδες και θύελλες λυσσομανούν γύρω του, συνοδευόμενος από το γελωτοποιό του και τον πιστό του δούκα του Κεντ, μεταμφιεσμένο όμως σε υπηρέτη. Εν τω μεταξύ οι δυο αδελφές-κληρονόμοι έρχονται σε εμφύλιο πόλεμο μεταξύ τους, ενώ ο Γάλλος βασιλιάς –που είχε παντρευτεί την τρίτη αποκληρωμένη κόρη του- εισβάλλει στην Αγγλία. Στο τέλος δεν απομένει τίποτα όρθιο από το βασίλειο, οι δυο κόρες αλληλοσφάζονται, η τρίτη ξεψυχά στην αγκαλιά του πατέρα της, οποίος χάνει τα λογικά του. Όλοι οι δεσμοί καταλύονται, η οικογένεια, η κοινωνική τάξη, οι νόμοι οι θεϊκοί και οι ανθρώπινοι, το βασίλειο καταρρέει.
Σε δεύτερο επίπεδο, που ο Κοττ το ονομάζει η σκηνή του Ιώβ, πιστεύει ότι η τραγωδία εστιάζεται  στην πτώση του ανθρώπου, που ακολουθεί την παρακμή του βασιλείου, της οικογένειας, της τάξης, των νόμων και των αξιών. Ο άνθρωπος κατρακυλά τόσο χαμηλά, στα έσχατα της ανθρώπινης δυστυχίας, ώστε μένει πια η σκιά του παλιού εαυτού του. Οι τίτλοι, οι θέσεις τα ονόματα, η προσωπικότητα χάνονται και το κυριότερο ακρωτηριάζεται ο άνθρωπος ηθικά και σωματικά, χάνοντας λογική ή αισθήσεις. Η σκηνή με του 4 εναπομείναντες μετά την καταιγίδα, το Βασιλιά (Ληρ), τον Παλιάτσο (γελωτοποιό) τον Τυφλό (Γκλώστερ), και τον υποδυόμενο τον Τρελό (Ένγκαρ) και ο στυφός διάλογος μεταξύ τους είναι ενδεικτικά της ανθρώπινης πτώσης και δυστυχίας! Ο τυφλός που είδε, όταν έχασε το φως του και ο τρελός ή αυτός που προσποιείται τον τρελό για να μπορεί να σαρκάζει τον κόσμο που έχει εκτροχιαστεί  είναι αγαπημένοι ρόλοι στον Σαίξπηρ για να ειπωθούν κάποια πράγματα με το όνομα τους, όταν άλλοι δεν τολμούν να τα πουν.
   
 Ο Κοττ στη συνέχεια συγκρίνει τα έργα «Βασιλιάς Ληρ» και «Το τέλος του παιχνιδιού» του Μπέκετ, βρίσκοντας αντιστοιχίες και στα δυο έργα, όπως το παράλογο ανθρωπίνων καταστάσεων, το αδιέξοδο, την πτώση του ανθρώπου μέσα σε έναν κόσμο που παρακμάζει. Τότε ήταν ο αναγεννησιακός κόσμος με το αισιόδοξο πνεύμα του που διαψεύστηκε στις αρχές του 17ου αιώνα, τώρα είναι ο σύγχρονος κόσμος  μετά την εμπειρία δύο παγκοσμίων πολέμων. (δεν πρόλαβαν ούτε ο Μπέκετ ούτε ο Κοττ να ζήσουν την παγκόσμια κι ευρωπαϊκή οικονομική κρίση του 2008!) Ο Μπέκετ λοιπόν κρατώντας μόνο την ουσία των σκέψεων που κάνουν οι 4 ήρωες του -που βρίσκονται κλεισμένοι μέσα σε ένα άδειο δωμάτιο με δυο μικρά παράθυρα που βλέπουν έξω τον κατεστραμμένο κόσμο- ο Χαμ ένας τυφλός πάνω σε αναπηρικό καρότσι κι ο Κλοβ που τον υπηρετεί σε ό,τι του πει χωρίς να έχει δική του γνώμη και οι γονείς του Χαμ που τους έχει πετάξει σε σκουπιδοτενεκέ, καταφέρνει μόνο με τις λέξεις του να ζωντανεύει όλο το θεατρικό σύμπαν.
Έτσι κι ο Σαίξπηρ χρησιμοποιώντας μόνο μερικές λέξεις κατόρθωνε να μεταμορφώνει τη σκηνή: πότε σε δρόμο του Λονδίνου, πότε σε δάσος, πότε σε παλάτι, πότε σε καράβι, δίνοντας τις περιγραφές όλων αυτών των εικόνων που κινητοποιούσαν τη φαντασία του θεατή. Έτσι κι ο Μπέκετ χρησιμοποιώντας μόνο λέξεις, απλές, καθημερινές, με μεγάλη ακρίβεια όμως , ζωντανεύει σκηνικά, κουστούμια, χειρονομίες χωρίς να αισθάνεται την ανάγκη να καταφεύγει σε περίτεχνα εξωτερικά στολίδια της παράστασης και συγχρόνως αποδίδει το βάθος της ανθρώπινης σκέψης και τα αδιέξοδα της. Οι λέξεις για τον Μπέκετ είναι το παν, γίνονται φορέας νοημάτων, σκηνικών, χειρονομιών…
Αυτή τη δυνατότητα της γλώσσας να κινητοποιεί τη φαντασία του θεατή εκμεταλλεύτηκε και το λεγόμενο θέατρο της παντομίμας. Για παράδειγμα η σκηνή με τον τυφλό Γκλόστερ που τον οδηγεί ο γιος του Έντγκαρ στα βράχια του Ντόβερ, γιατί επιμένει να ριχτεί από κει στο γκρεμό της θάλασσας, η μέθοδος της παντομίμας τη ζωντάνεψε με τις ακριβείς κινήσεις στο περπάτημα του τυφλού Γκλόστερ. Ο γιος του περιγράφει με λέξεις ακριβώς το τοπίο και τις λεπτομέρειες του κι έτσι καθοδηγεί προσεκτικά τις κινήσεις των ποδιών του πατέρα του. Από το ύψος του βράχου η θάλασσα δεν ακούγεται αλλά αναφέρεται τα βουητό της, ούτε ο κορυδαλλός ακούγεται αλλά αναφέρεται το κελάηδημα του. Έτσι το χωρίς σκηνικά θέατρο της παντομίμας γεμίζει με τα ψηλά βράχια του Ντόβερ, τους ήχους των πτηνών και το βουητό της θάλασσας! 
Ο Σαίξπηρ γονιμοποιεί το νέο θέατρο του 20ου αιώνα και το νέο θέατρο προσφέρει νέες οπτικές στις σαιξπηρικές παραστάσεις. Για άλλη μια φορά ο Σαίξπηρ αποδεικνύεται σύγχρονος μας!

«ΟΘΕΛΛΟΣ»
είναι μια πασίγνωστη επίσης τραγωδία του Σαίξπηρ, για την οποία ο Γιαν Κοττ μας πληροφορεί ότι η τραγωδία αυτή ερμηνεύθηκε ως τραγωδία της ζήλιας (από το ρομαντικό θέατρο) ή και ως τραγωδία της προδομένης εμπιστοσύνης ( από το ρωσικό θέατρο), κι ακόμα παρουσιάστηκε κι ως μελόδραμα για όπερα, τη μουσική της οποίας έγραψε ο Βέρντι το 1887. Ακόμα διασκευάστηκε σε μυθιστόρημα από τον Δουμά και ανέβηκε κι ως παράσταση όπου τονίστηκαν τα ιστορικά της στοιχεία με σκηνικά από τους χώρους της Βενετίας και της Κύπρου και κουστούμια εποχής.
Ο Κοττ όμως πιστεύει ότι όπως όλες οι σαιξπηρικές  τραγωδίες έτσι κι ο Οθέλλος εκτυλίσσονται πάνω στην πραγματικότητα της ελισαβετιανής εποχής-σκηνής, που δεν είναι τίποτα άλλο από το Theatrum Mundi (όλος ο Κόσμος είναι ένα Θέατρο). Σ’ αυτή την ελισαβετιανή σκηνή ο κόσμος έχει ξεχαρβαλωθεί, το χάος ξαναγυρίζει και απειλείται η φυσική τάξη των πραγμάτων. Ο φεουδαρχικός μεσαίωνας με τις αξίες του δεν πείθει πια αλλά ούτε κι η Αναγέννηση με τη φυσική τάξη που πρεσβεύει έχει πείσει εντελώς.

Ο Οθέλλος ένας γενναίος Μαυριτανός αξιωματικός της Βενετίας και η όμορφη Δυσδαιμόνα, κόρη Βενετού άρχοντα, ερωτεύονται παράφορα και παντρεύονται, παρά τη θέληση του πατέρα της που δεν μπορεί να κατανοήσει πώς η κόρη του θέλησε να κάνει άντρα της έναν Μαύρο. Ο Οθέλλος στέλνεται στην Κύπρο για να πολεμήσει τους Τούρκους. Τον ακολουθεί η ερωτευμένη Δυσδαιμόνα, ο υπασπιστής του Κάσσιος και ο σημαιοφόρος Ιάγος οποίος για να εκδικηθεί τον Οθέλλο που δεν προήγαγε αυτόν σε υπασπιστή του, κατηγορεί την Δυσδαιμόνα ότι τον απατά με τον Κάσσιο, φέρνοντας του ως αποδεικτικό στοιχείο ένα μαντηλάκι της που βρήκε δήθεν εκεί που βρισκόταν ο Κάσιος. Ο ερωτευμένος Οθέλλος, ο λογικός, ο γενναίος, ο τρυφερός τυφλώνεται από τη ζήλια του σκοτώνει τον Κάσιο και μετά την Δυσδαίμονα το πιο πολύτιμο που αγαπούσε. Από δω και πέρα οι ψυχικές και οι συνειδησιακές μεταπτώσεις του Οθέλλου κυριαρχούν, ενώ ο διαβολικός Ιάγος χαίρει με την επιτυχία των σχεδίων του, μέχρι που τα τραγικά γεγονότα ακολουθούν το ένα το άλλο, αυτοκτονώντας ο Οθέλλος ενώ ο μοχθηρός Ιάγος και η γυναίκα του, πιστή ακόλουθος της Δυσδαίμονας βρίσκουν κι αυτοί το θάνατο.  

Ο Οθέλλος είναι τίμιος, γενναίος πιστεύει ότι ο κόσμος είναι ωραίος, οι άνθρωποι ευγενικοί κι ότι υπάρχει έρωτας και πίστη. Προέρχεται από έναν άλλο κόσμο, γεμάτο εξωτισμό, αυτόν που συναντούσαν στα ταξίδια τους οι μεγάλοι εξερευνητές του 16ου αιώνα. Οι αφηγήσεις του για ταξίδια, τα ηρωϊκά κατορθώματα του, ο δυνατός χαρακτήρας του ΄καναν τη Δυσδαιμόνα να τον ερωτευτεί. Γιατί όμως τόσο εύκολα πίστεψε τον Ιάγο; Ο Κοττ αναφέρει για τα δυο παράδοξα που συναντώνται μέσα στο έργο που έκαναν. κατά τη γνώμη μου, τον Οθέλλο να τυφλωθεί από το ερωτικό του πάθος και να προβεί στο έγκλημα.
Η Δυσδαιμόνα είναι η πιο αισθησιακή απ’ όλες τις γυναικείες μορφές του σαιξπηρικού κόσμου. Αυτός ο ερωτισμός της, μέρος της φύσης κι αυτός, φοβίζει τον Οθέλλο. «Όσο πιο φλογερή παραδίδεται στον έρωτα του, τόσο πιο πόρνη φαίνεται στα μάτια του και τόσο πιο εύκολα πιστεύει ότι μπορεί να τον πρόδωσε….ο έρωτας της γίνεται μάρτυρας κατηγορίας εναντίον της κι όχι μάρτυρας υπεράσπισης της για την αγάπη της». Αυτό είναι το ένα παράδοξο της τραγωδίας «Οθέλλος» τονίζει ο συγγραφέας, που εκπλήσσει τον αναγνώστη ως κάτι απίστευτο κι ασυνήθιστο.
Το άλλο παράδοξο σχετίζεται με τον Ιάγο, αυτό το δαιμονικό και μοχθηρό πρόσωπο που οργάνωσε όλη αυτή την πλεκτάνη σε βάρος του ερωτευμένου ζευγαριού από εκδίκηση, ενώ από την άλλη κατάφερε να γίνει  ο έμπιστος του Οθέλλου. Ο Ιάγος, αυτός ο διπρόσωπος, ο σκοτεινός, ο μακιαβελικός, που πιστεύει στη δύναμη της θέλησης κι ότι ο κόσμος αποτελείται από αχρείους κι ηλίθιους, από εκείνους που καταβροχθίζουν κι από εκείνους που καταβροχθίζονται», τελικά κατάφερε να αποδείξει ότι έχει δίκιο. Κατάστρεψε τους πάντες γύρω του ακόμα και τον ίδιο του τον εαυτό, αν και πίστευε ότι αυτός είναι στο απυρόβλητο. Απέδειξε ότι δεν αξίζουν κανένα οίκτο ούτε ο κόσμος ούτε ο ίδιος. Και η πίστη του ότι είχε δίκιο τον κατέστρεψε. Αυτό είναι το άλλο παράδοξο του έργου.
 Στο ζευγάρι Οθέλος-Δυσδαιμόνα,, η αντίθεση στο χρώμα  της φυλής τους «μαύρος-λευκή» είναι καθοριστική για την εξέλιξη της σχέσης τους. Αν κι ο έρωτας τους κάνει να ξεπεράσουν την αντίθεση αυτή, ούτε η κοινωνία, ούτε ο πατέρας της την αποδέχονται και τελικά ίσως ούτε κι ο ίδιος ο Οθέλος. Ίσως δεν έχει πειστεί εντελώς για το ότι έχει κατακτήσει αυτός ένας μαύρος στρατηγός μια νέα λευκή αρχοντοπούλα  και έτσι γίνεται επιρρεπής στις συκοφαντίες του Ιάγου. Το μαύρο δέρμα του κάνει τη ζωή του δύσκολη από τη στιγμή που ερωτεύτηκε μια λευκή γυναίκα, κόντρα στα στερεότυπα της εποχής. 
Η ηθική και ψυχολογική πτώση του Οθέλου μας θυμίζει την πτώση του Βασιλιά Ληρ. Ενδεικτικός είναι ο τρόπος που χρησιμοποιεί τώρα τη γλώσσα. Δεν είναι η ποιητική γλώσσα του πρώτου μέρους πριν το έγκλημα αλλά μια γλώσσα παρόμοια με αυτή του Ιάγου, όπου οι παρομοιώσεις και οι μεταφορές από τον κόσμο των ερπετών και των ζώων προκαλεί αποτροπιασμό στον αναγνώστη δείχνοντας του όμως ότι έτσι πια αντιλαμβάνεται τον κόσμο γύρω του.
Κλείνοντας παραθέτω ένα απόσπασμα του Βίκτωρος Ουγκώ, το οποίο αρέσει στον Κόττ,  παρά την αφόρητη ρητορεία του, όπως ομολογεί.
«τι είναι ο Οθέλλος; Είναι η νύχτα, πελώρια μοιραία μορφή. Η νύχτα είναι ερωτευμένη με την ημέρα. Το σκοτάδι αγαπάει την αυγή. Ο Αφρικανός λατρεύει τη λευκή. Η Δυσδαιμόνα είναι για τον Οθέλλο φως και φρενίτις. Κι έτσι πόσο εύκολη του είναι η ζήλεια! Είναι μεγάλος, είναι σεβαστός, στέκει πάνω απ’ όλα τα κεφάλια, ακόλουθοι του είναι η γενναιότητα, τα σαλπίσματα, οι παντιέρες, η φήμη, η δόξα. Έχει την ακτινοβολία από είκοσι νίκες, είναι γεμάτος αστέρια…αλλά είναι μαύρος! Κι έτσι πόσο γρήγορα, σαν ζηλεύει ο ήρωας γίνεται τέρας. Πόσο γρήγορα η νύχτα έγνεψε στο θάνατο!»

«ΜΑΚΒΕΘ»  
Η πιο μικρή σε έκταση τραγωδία του Σαίξπηρ, χαρακτηριζόμενη κι ως «σκωτσέζικη τραγωδία». Ο Μάκβεθ, στρατηγός του βασιλιά της Σκωτίας Ντόνκαν επιστρέφοντας νικητής από μια επανάσταση που κατέπνιξε, συναντά στο δρόμο τρεις μάγισσες που προφητεύουν σε σ’ αυτόν και στο συστράτηγο του…ότι θα βασιλεύσουν στη Σκωτία. Η φιλοδοξία  του Μάκβεθ και ιδίως της γυναίκας του της λαίδης Μάκβεθ, οπλίζουν το χέρι του άλλοτε πιστού στρατηγού να δολοφονήσει το βασιλιά του Ντόνκαν. Αυτή ήταν όμως η πρώτη δολοφονία που διέπραξε. «Ύστερα δολοφονεί τους μάρτυρες της δολοφονίας κι όσους υποψιάζονταν το έγκλημα. Επίσης πρέπει να δολοφονήσει τους γιους και τους φίλους εκείνων που δολοφόνησε. Αργότερα πρέπει να σκοτώσει (αν μπορούσε) τον κόσμο όλον, γιατί ο κόσμος είναι εναντίον του […] ο φόνος, η σκέψη του φόνου, ο φόβος του φόνου διαποτίζουν τα πάντα», γράφει ο Κοττ. Ο «Μάκβεθ» είναι το πιο εφιαλτικό έργο απ’ όσα έγραψε ο Σαίξπηρ και δεν είναι τυχαία η φράση «οι μολυσμένοι από τον θάνατο» που δίνει ο Κοττ στον τίτλο του κεφαλαίου για το ζεύγος Μάκβεθ. 
Ο Μάκβεθ σκότωσε όχι μόνο για να γίνει βασιλιάς αλλά και για να αποδείξει στη λαίδη Μάκβεθ που τον πίεζε για να γίνει βασίλισσα, ότι είναι ικανός να σκοτώσει, ότι είναι άντρας που δεν φοβάται. Πολύ πετυχημένη και η παραίσθηση της λαίδης Μάκβεθ, που παραπέμπει στις τύψεις συνείδησης αυτής της ραδιούργας,  όταν από τις παλάμες των χεριών της «βλέπει» να τρέχουν αίματα, τα αίματα των φόνων που προκάλεσε! Στον «Μάκβεθ» ο Μεγάλος Μηχανισμός της ιστορίας λειτουργεί τελείως απογυμνωμένος με τη μορφή του εφιάλτη που παραλύει και τρομάζει, συνεχίζει ο Κοττ. Ο Σαίξπηρ χρησιμοποιεί την πετυχημένη μεταφορά της σκάλας της εξουσίας για να δείξει ότι ο Μάκβεθ ανέβηκε όλα τα σκαλιά της, βάφοντας τα με αίμα. Όταν όμως έφτασε στην κορφή της, έπεσε από κει στην άβυσσο, αφού η ζωή του είχε γίνει πια αβίωτη μέχρι που σκοτώθηκε κι ο ίδιος. Ο Μάκβεθ όμως βιώνει διαφορετικά τα εγκλήματα του από τον Ριχάρδο Γ!. Ενώ ο Ριχάρδος Γ! αποδέχεται τα εγκλήματα που διέπραξε ως ιστορική αναγκαιότητα για να ανέλθει στο θρόνο, ο Μάκβεθ βασανίζεται και δεν μπορεί να βρει ησυχία πουθενά. Ονειρεύεται κάθε φορά το τελευταίο έγκλημα που θα διαπράξει για να σταματήσει έτσι τον κύκλο των φόνων που άρχισε. Αυτός όμως ο τελευταίος φόνος δεν μπορεί να είναι παρά μόνο ο δικός του θάνατος, πράγμα το οποίο όμως δεν μπορεί εύκολα να αποδεχτεί !
Κλείνοντας θα πρόσθετα μια άλλη άποψη του Γιανκέλεβιτς που μου άρεσε και η οποία αναφέρεται από τη θεατρολόγο Μαρία Καλτάκη στο Διαδίκτυο « ο πόνος του Μάκβεθ είναι ο μεγάλος απελπισμένος πόνος, ο πιο αθεράπευτος που εμποδίζει το Μάκβεθ να προσευχηθεί, να φάει το ψωμί του, να πει Αμήν. Πώς αυτή η τρέλα της βούλησης μας θα μάς συγχωρεθεί!» βάζει ο Γιανκέλεβιτς να αναρωτιέται  ο Μάκβεθ, όταν συνειδητοποιεί το αδιέξοδο στο οποίο ο ίδιος έμπλεξε τον εαυτό του!

«ΚΟΡΙΟΛΑΝΟΣ»
Ο «Κοριολανός» είναι μια τραγωδία διαφορετική από τις άλλες, εμπνευσμένη από την αρχαία Ρώμη και συγκεκριμένα από το έργο «Παράλληλοι Βίοι» του Πλουτάρχου, όταν αυτό μεταφράστηκε στα αγγλικά από τον Τόμας Νορθ το 1579.». Ο Κοριολανός σύμφωνα με ένα ρωμαϊκό θρύλο -που διέσωσε ο Πλούταρχος- ήταν Ρωμαίος στρατηγός που ονομάστηκε έτσι, επειδή κυρίεψε την Κοριόλη, την πόλη των Βόλσκων, μιας αρχαίας φυλής που απειλούσε τη Ρώμη.
Το έργο αυτό παίζεται πολύ σπάνια, έχει λίγους θαυμαστές αλλά σπουδαίους σαν τους Μπρεχτ, Σίλλερ, Κόλριτζ. Στο ευρύ κοινό δεν αρέσει διότι δεν έχει ποιητική μαγεία, υπέροχους εραστές, ουράνια μουσική, αντίθετα από τις 29 σκηνές του έργου, στις 25 συμμετέχει το πλήθος και οι περισσότερες  εκτυλίσσονται σε πεδία μαχών και στους δρόμους της Ρώμης. Οι πραγματικοί λόγοι αυτής της απαρέσκειας κατά τον Κοττ, οφείλονται στην πολλαπλότητα των πολιτικών κι ηθικών εκδοχών του που δύσκολα αφομοιώνονται. Με άλλα λόγια δεν μπορούσε να ικανοποιήσει ολότελα ούτε τους αριστοκράτες, ούτε τους δημοκρατικούς, ούτε αυτούς που υπερασπίζονται το λαό ούτε αυτούς που τον περιφρονούν.  Στο έργο αυτό ο Σαίξπηρ εισάγει νέα στοιχεία στη θεώρηση της Ιστορίας. Δεν μιλάει για το Μεγάλο Μηχανισμό της Ιστορίας και δεν χρησιμοποιεί τη μεταφορά της σκάλας της εξουσίας που ανέβαιναν κι από κει έπεφταν στην άβυσσο οι βασιλιάδες των ιστορικών δραμάτων του. Εδώ εστιάζει το θέμα του στη (Ρωμαϊκή) Δημοκρατία και στην ταξική διαίρεση της κοινωνίας κι αναμφίβολα  προβληματίζεται για τη λειτουργία της και με την εμπειρία που του προσφέρει το τέλος της Αναγέννησης επιβεβαιώνει για άλλη μια φορά την απαισιόδοξη θεώρηση του για την Ιστορία.
       Στο πρώτο μέρος του έργου κυριαρχούν από τη μια η γενναιότητα του Κοριολανού, ο οποίος έσωσε τη Ρώμη από τους Βόλσκους και στη συνέχεια  κυρίεψε τη πόλη τους Κοριόλη. Απ’ την άλλη έχουμε τις συγκρούσεις του πατρίκιου στην καταγωγή Κοριολανού με τους πληβείους της Ρώμης. Ο Κοριολανός σιχαίνεται το λαό και ο λαός τον μισεί με αποτέλεσμα η πόλη να πληρώνει αυτή τη διάσταση πολιτών κι ηγέτη.  Η άρνηση του πρώτου να μειωθεί η τιμή του σταριού που έγινε δυσβάσταχτη για τους πληβείους, στη συνέχεια η άρνηση των πληβείων να ψηφίσουν τον Κοριολανό ως Ύπατο, η άρνηση του Κοριολανού να μιλήσει στα πλήθη για να εγκρίνουν την υποψηφιότητα του, και η απαίτηση του να μην έχουν οι πληβείοι το δικαίωμα να εκλέγουν τους δημάρχους τους, αναγκάζουν τους πατρίκιους να εξορίσουν ισόβια από τη Ρώμη τον Κοριολανό. Και τότε αυτός καταφεύγει στους πρώην εχθρούς της πατρίδας του, τους Βόλσκους για να εκδικηθεί τους συμπατριώτες του Ρωμαίους!
Στο δεύτερο μέρος ο Κοριολανός επικεφαλής του στρατού των Βόλσκων βρίσκεται προ των πυλών της Ρώμης, η οποία βρίσκεται ανυπεράσπιστη χωρίς ικανή ηγεσία. Οι πατρίκιοι και οι πληβείοι αλληλοκατηγορούνται που εξόρισαν τον Κοριολανό και στέλνουν τη μητέρα και τη γυναίκα του να τον πείσουν να κλείσουν ειρήνη.  Δυο επίλογοι έχουν διασωθεί. Ο ένας αναφέρει ότι ο Κοριολανός δέχτηκε την ειρήνη και οι πατριώτες του τον τίμησαν φτιάχνοντας το άγαλμα του. Ο άλλος αναφέρει ότι ο Κοριολανός δεν μπορούσε να δεχτεί την ειρήνη, γιατί τότε θα πρόδιδε τους Βόλσκους και τους όρκους που τους είχε δώσει. Όπως και να εξελίχτηκε η κατάσταση ο Κοριολανός βρέθηκε παγιδευμένος εξαιτίας των δικών του επιλογών, γεγονός που τον καθιστά τραγικό πρόσωπο.
Τελικά ποιος είναι ο Κοριολανός; Τι εκπροσωπεί;  Το γενναίο στρατηγό, τον μεγάλο άντρα, το επίδοξο δικτάτορα, τον προδότη της πατρίδας του; Ποιες ικανότητες απαιτούνται για να γίνει κάποιος από στρατηγός Ύπατος; Σε μια κοινωνία διαφοροποιημένη σε τάξεις (πατρικίοι-πληβείοι) ποιες αντιφάσεις υπάρχουν και πώς οφείλει ο κάθε Κοριολανός να τις διαχειριστεί;
           Ήδη από την πρώτη σκηνή οι επαναστατημένοι πληβείοι ζητούν μείωση της τιμής του σιταριού γιατί πεινάνε κι εκθέτουν τα επιχειρήματα τους προς τη Σύγκλητο  που στηρίζονται σε 3 αντιφάσεις που υπάρχουν μέσα στην κοινωνία: άλλοι εργάζονται σκληρά χωρίς να τους φτάνουν να φάνε κι άλλοι τρέφονται πλουσιοπάροχα. Άλλοι είναι πλούσιοι κι άλλοι φτωχοί. Άλλοι βρίσκονται στα χαμηλά και πρέπει να υπακούνε κι άλλοι βρίσκονται ψηλά και κυβερνούν. Ο πατρίκιος Αγρίππας παίρνει το λόγο κι απαντά: Αναγνωρίζει ότι υπάρχουν φτωχοί αλλά έτσι είναι φτιαγμένος ο κόσμος και κανείς δεν μπορεί να αλλάξει την αιώνια τάξη. Η δε φτώχεια είναι σταλμένη από το θεό. Κλείνει την ομιλία του με το γνωστό μύθο για τα μέλη του σώματος που επαναστάτησαν κατά του στομαχιού (τα μέλη εργάζονται ενώ το στομάχι θέλει να τρώει) για να τους εξηγήσει ότι, όπως υπάρχει αλληλεξάρτηση μεταξύ των μελών και στομαχιού σώματος, έτσι υπάρχει και μεταξύ των κοινωνικών τάξεων. Αυτές οι δυο θεωρήσεις για τις κοινωνικές τάξεις υπάρχουν από την αρχαιότητα κι έχουν πολλάκις επαναληφθεί ολίγον παραλλαγμένες από πολιτικούς, φιλοσόφους, κοινωνιολόγους. Η μια θεώρηση τονίζει την ανταγωνιστικότητα μεταξύ των τάξεων, ενώ η άλλη την αλληλεξάρτηση τους.
Ο Κορολιανός όμως προχωρά κι άλλο, προσδίδοντας στις τάξεις χαρακτηρισμούς αρνητικούς για τους πληβείους και θετικούς για τους πατρίκιους. Οι μεν είναι ευγενείς ενώ οι άλλοι χυδαίοι και κτήνη, οι μεν είναι σώφρονες ενώ οι άλλοι ηλίθιοι. Και συνεχίζει «κι αν τους αφήσεις (τους πληβείους) να αποθρασυνθούν και να χορτάσουν, θα χυμήξουν  στους ανθρώπους. Τα ποντίκια (οι πληβείοι) θα καταβροχθίσουν την πόλη». Θεωρεί ανέντιμο για τον εαυτό του κάθε συμβιβασμό κι υποχώρηση στα αιτήματα των πληβείων. Κι όταν η μητέρα του τον παρακαλεί να μιλήσει στα συγκεντρωμένα πλήθη για να τα κατευνάσει για να τον εγκρίνουν ως ύπατο αυτός αρνιέται. Για να αναγνωρίσουν την αξία του, αρκεί μόνο το γεγονός ότι έσωσε τη Ρώμη από τους Βόλσκους και οι 27 πληγές που φέρει στο σώμα του από μάχες για την πατρίδα, απαντά. Από τη μια ο ηγέτης  κι απ’ την άλλη η πόλη, μια άλλη αντίφαση μέσα στις πολιτικές κοινωνίες και πώς αυτή τελικά μπορεί να επιλυθεί;
Πολλά μπορεί κάποιος να πει ακόμα για το ευμετάβολο της κοινής γνώμης, για την ευθύνη των πατρικίων, για το οξύθυμο του χαρακτήρα του Κοριολανού κι άλλα. Κι ο Κοττ καταλήγει «οι αντιφάσεις δεν λύθηκαν και δεν υπάρχει σύστημα αξιών κοινό για την πόλη και το άτομο».

ΤΡΩΙΛΟΣ ΚΑΙ ΧΡΥΣΙΔΑ 
Μια κωμικοτραγωδία εμπνευσμένη από τον Τρωϊκό πόλεμο, την οποία ο Γιαν Κοττ ξεχωρίζει και της αφιερώνει λίγες σελίδες για να μιλήσει για το χαμένο νόημα του έρωτα και του ηρωϊσμού στον πόλεμο. Βρισκόμαστε στον έβδομο χρόνο του Τρωϊκού πολέμου. Ο πρίγκιπας της Τροίας και γιος του Πριάμου έχει ερωτευθεί τη 17χρονη Χρυσίδα και καταφέρνει για ένα βράδυ να σμίξουν ερωτικά, διότι την επομένη η Χρυσίδα στέλνεται στο στρατόπεδο των Ελλήνων προκειμένου να ξαναγυρίσει πίσω ένας Τρώας αιχμάλωτος. Η νύχτα αυτή όμως ήταν αρκετή για να σημαδέψει τη Χρυσίδα, διότι την έκανε να γνωρίσει τον αληθινό έρωτα στο πρόσωπο του Τρωίλου και συγχρόνως να τον απαρνηθεί για πάντα. Ο πόλεμος χωρίζει αυτούς τους εραστές των πολεμικών καιρών. Η Χρυσίδα περιζήτητη για την ομορφιά της περνά διαδοχικά από τα κρεβάτια των Ελλήνων στρατηγών.
 Κι αυτό το τρυφερό, ευαίσθητο κι ερωτευμένο κορίτσι τότε σκοτώνει ό,τι ομορφότερο κρύβει μέσα του για να μπορέσει να αντέξει τη μοίρα της. Δεν θέλει να θυμάται, ξέρει ότι θα γίνει πόρνη, η γλυκιά ανάμνηση του Τρωίλου και του έρωτα τους την σκοτώνει. Γίνεται κυνική και σαρκάζει τα πάντα, τους έρωτες και τους μεγάλους στρατηγούς που γνωρίζει τώρα κάτω από μια άλλη οπτική. Καυχησιάρηδες, αλαζονικοί, όλο ίντριγκες και λαγνεία, φοβητσιάρηδες…οι ήρωες του πολέμου απομυθοποιούνται και ο πόλεμος γελιοποιείται γιατί είναι παράλογος, όλος σφαγή κι υποκρισία. Ο πόλεμος αυτός «γίνεται για έναν κερατά (Μενέλαος) και για μια τσούλα (Ελένη)» χαρακτηριστικά αναφέρεται. Όμως πρέπει να αποκτήσει ένα σκοπό για να σωθεί το νόημα του κόσμου και η ηθική τάξη. Ακόμα κι ο Έκτορας, αν και γνωρίζει την αλήθεια, επιλέγει αντίθετα από τα λογικά επιχειρήματα και το προσωπικό του συμφέρον και πάει να πολεμήσει για να δώσει νόημα στον παράλογο πόλεμο.
Στο έργο αυτό δεν υπάρχει κάθαρση, η ηθική τάξη δεν αποκαθίσταται και το γκροτέσκο δηλαδή το κακό και το άσχημο δοσμένο μέσα από την τρομακτική μορφή του έρχεται να αντικαταστήσει το τραγικό.  Στο γκροτέσκο δεν υπάρχει σωτηρία για τον άνθρωπο πια!

ΚΩΜΩΔΙΕΣ
Ο Σαίξπηρ αποδεικνύει ότι μπορεί να γράφει εξίσου καλά κωμωδίες όσο και τραγωδίες. Μια από τις πολύ γνωστές και αγαπητές κωμωδίες του Σαίξπηρ είναι το «Όνειρο θερινής ή καλοκαιρινής νυκτός».

«ΟΝΕΙΡΟ ΘΕΡΙΝΗΣ ΝΥΧΤΟΣ» 
Το «Όνειρο…» είναι μια κωμωδία για τον έρωτα, που διαδραματίζεται μια φεγγαρόλουστη καλοκαιρινή νύχτα του Ιούνη μέσα σε ένα  ειδυλλιακό δάσος κάπου στην αρχαία Αθήνα, αλλά που παραπέμπει στο δάσος του Άρντεν έξω από το Λονδίνο. Τέσσερις νέοι η Ελένη που αγαπάει τον Δημήτρη, και η Ερμία που αγαπάει τον Λύσανδρο κι αυτός την αγαπά, βρίσκονται μια νύχτα στο δάσος. Τη νύχτα όμως στο δάσος παρευρίσκονται και τα ξωτικά με τη βασίλισσα τους την  Τιτάνια και τον άντρα της τον Όμπερον καθώς ο Πουκ ένα «διαβολάκι» παρμένο από τις λαϊκές παραδόσεις των Αγγλοσαξώνων. Επίσης ένας λαϊκός θίασος ερασιτεχνών ηθοποιών έχει φτάσει στο δάσος για να κάνουν πρόβες, τα χαράματα, του έργου που σχεδιάζουν να ανεβάσουν. Τη νύχτα αυτή μέσα στο δάσος συμβαίνουν διάφορα πράγματα γύρω από τον έρωτα, που δεν θέλει κανείς να θυμάται την άλλη μέρα, διότι ντρέπονται για πολλά απ’ αυτά που συνέβησαν, οπότε οι ήρωες της κωμωδίας «πίστεψαν» ότι όλα αυτά τα ονειρεύτηκαν! Μήπως όμως στον έρωτα οι άνθρωποι ονειρεύονται και καταστάσεις που θα ήθελαν να ζήσουν αλλά οι κοινωνικές συμβάσεις τους εμποδίζουν; Έτσι ο τίτλος της κωμωδίας, με το πέρασμα του χρόνου, απέκτησε και την αξία μιας ρήσης για καθετί που ονειρεύεται ο άνθρωπος αλλά ντρέπεται να το ομολογήσει και δεν το αποκτά.
Το έργο πρωτοπαίχτηκε στους γάμους της εκλαμπρότατης μητέρας του κόμη του Σαουθάμπτον -που κατείχε μια από τις μεγαλύτερες περιουσίες της Αγγλίας, φίλου του Σαίξπηρ και υποστηρικτή των Τεχνών και των Γραμμάτων- στην αυλή του υστερογοτθικού μεγάρου της οικογένειας, που έβλεπε μπροστά σε ένα μεγάλο κήπο θαυμάσιο για περίπατο!
Ο διαβολάκος Πουκ στάζει λοιπόν στα βλέφαρα των τεσσάρων νέων αλλά και στη βασίλισσα των ξωτικών Τιτάνια ένα μαγικό υγρό, το οποίο τους έκανε να ερωτεύονται όποιον έβλεπαν μπροστά τους, και στη συνέχεια μεταμορφώνει το κεφάλι ενός ερασιτέχνη ηθοποιού σε κεφαλή γαϊδάρου. Και τότε μια ασυνήθιστη ελευθεριότητα στα ήθη αρχίζει να επικρατεί, οι τέσσερις νέοι με ευκολία ανταλλάσσουν ερωτικούς συντρόφους, ενώ δεν αργούν να απελευθερωθούν και τα ζωώδη ένστικτα του ανθρώπου προσφέροντας σκηνές βίας και κτηνωδίας, όπως όταν η βασίλισσα των ξωτικών Τιτάνια αγκαλιάζει τη γαϊδουροκεφαλή, κι εκστασιάζεται, εξ ου κι ο τίτλος του κεφαλαίου «η Τιτάνια και η γαϊδουροκεφαλή»! Ο έρωτας που διακωμωδείται, δεν είναι ο έρωτας που γεννιέται από το Κάλλος κι ολοκληρώνεται με τη σαρκική ηδονή όπως δίδασκε ο νεοπλατωνισμός, αλλά ο τυφλός έρωτας που γεννιέται από τον πόθο κι ολοκληρώνεται με την τρέλα., αφού το ένστικτο ξεχύνεται στα τυφλά. «τι φτερωτός κι αόμματος (ο έρωτας) θα ειπεί στραβή βιασύνη (Α,1) κι αλλού   «σε πράγματα χυδαία και μικρά
             η αγάπη δίνει αξία κι ανάστημα
             η αγάπη δεν βλέπει με τα μάτια παρά με το νου
             γι αυτό και το Ερωτόπουλο στραβό το ζωγραφίζουν. (Α,1)
Αυτός όμως που κατεξοχήν διακωμωδείται είναι ο ζωώδης έρωτας, διότι ο σαρκικός έρωτας κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις μπορεί να καταντήσει ζωώδης. Με τη χρήση της γλώσσας που από τις γνωστές λυρικές μεταφορές του έρωτα που λαβώνει με το τα βέλη του τις καρδιές των ανθρώπων κλπ περνά σε ένα λεξιλόγιο με ζώα σιχαμερά, φαρμακερά σαν τον αρρωστημένο έρωτα ή σε ένα λεξιλόγιο με ζώα όπως κάπρος, λύγγας που συμβολίζουν την τεράστια γενετήσια ικανότητα τους και την ακολασία ακόμα με τα έκλυτα ήθη. Ο Κοττ αναφέρει ότι η θεατρική παράδοση του «Ονειρο…»σκηνοθετήθηκε σαν παραμύθι εξαφανίζοντας από τη σκηνή αυτή τη βιαιότητα και κτηνωδία των καταστάσεων και διαλόγων και πιστεύει ότι μόνο το σύγχρονο θέατρο με την εμπειρία του σουρεαλισμού θα μπορούσε να αποδώσει όλο το πνεύμα αυτής της κωμωδίας.   

Δεν είναι τυχαίο ότι όλη αυτή η ονειροφαντασία ξετυλίγεται μέσα σε ένα δάσος, δηλαδή έχοντας για σκηνικό τη Φύση, όπου εκεί όλα λειτουργούν φυσικά μακριά από τον πολιτισμό.. Φύση όμως είναι και τα ένστικτα μας που είναι το ίδιο τρελά όσο κι ο κόσμος[…] τρελός όμως είναι κι ο έρωτας! Κι ο Κοττ ερμηνεύοντας τον Σαίξπηρ καταλήγει  ότι σε αυτήν την καθολική τρέλα της Φύσης και της Ιστορίας σύντομες είναι οι στιγμές της ευτυχίας, η οποία είναι
              Αχνή σαν ίσκιος, σύντομη σαν όλα τα όνειρα,
              Γοργή σαν αστραπή σε νύχτα σκοτεινή…(Α,1)



ΠΟΙΗΣΗ
 
ΣΟΝΕΤΑ
Ο Σαίξπηρ έγραψε και ποίηση, 154 σονέτα, τα οποία μαζί με την «Τρικυμία» θεωρούνται το πιο προσωπικό έργο του, επειδή παρέχουν το κλειδί για να αποκρυπτογραφήσουμε πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία για τη ζωή του. Τα πρώτα 126 σονέτα απευθύνονται στον κόμη του Σαουθάμπτον, που ήταν 10 χρόνια μικρότερος από τον Σαίξπηρ, στο αρχοντικό του οποίου σύχναζε η διανόηση της ελισαβετιανής Αγγλίας κι επιζητούσε την εύνοια του νεαρού άρχοντα καθώς και της εκκεντρικής μητέρας του, καθότι είχαν αναδειχθεί σε Μαικήνες των Τεχνών και των Γραμμάτων. Τα υπόλοιπα σονέτα απευθύνονται σε μια Μελαψή Κυρία, όπως την αποκαλεί, για την οποία δεν γνωρίζουμε περισσότερα.
Τα σονέτα δημιουργήθηκαν από τον Πετράρχη τον 14ο αιώνα στην αναγεννησιακή Ιταλία μέσα από τα οποία έψαλλε τον έρωτα του στην αγαπημένη του τη Λάουρα κι αποτελούνται από 14 στίχους, κατανεμημένους σε δυο τετράστιχες στροφές και δυο τρίστιχες. Ο Σαίξπηρ συνεχίζει την παράδοση των ερωτικών σονέτων προσδίδει νέα μορφή σε αυτά κατανέμοντας τους 14 στίχους σε τρεις τετράστιχες στροφές και ένα καταληκτικό δίστιχο κι εμπλουτίζει τη γλώσσα με νέους τολμηρούς συνδυασμούς λέξεων διαφοροποιούμενος από τον Πετράρχη.
Τα σονέτα του Σαίξπηρ μπορούν να ερμηνευθούν ως δράμα, διότι έχουν δράση και ήρωες. Η δράση τους απαρτίζεται από λυρικές ενότητες-αλληλουχίες, ενώ οι ήρωες του είναι τρία πρόσωπα: ένας άντρας, μια γυναίκα κι ένας νέος, τα οποία εξαντλούν κάθε δυνατότητα απιστίας, σαν ένα είδος ερωτικού τριγώνου, ώστε να περνούν από τον ουρανό και την κόλαση. Πάνω απ’ όλα όμως στέκεται ο Χρόνος, ο αδηφάγος που καταβροχθίζει τα πάντα, ομορφιά και συναισθήματα. Η ποίηση με την αντοχή της στο χρόνο και ο έρωτας ως μέσον δημιουργίας απογόνων και συνέχειας του ανθρώπου προσπαθούν να αντισταθούν στον παμφάγο χρόνο. Γράφει ο Κοττ «η παράταση της ζωής στους απογόνους είναι η άρνηση του φυσικού θανάτου. Η ιδέα της δόξας είναι η άρνηση της λήθης.
Ο ερωτικός σύντροφος στον οποίο απευθύνεται ο ποιητής είναι πραγματικός, γήϊνος και ταυτόχρονα φανταστικός, αφού ο πόθος τον μεταμορφώνει μέσα στο νου και στην ψυχή του ερωτευμένου κι έτσι τον εξιδανικεύει. Έτσι τα όρια ανάμεσα στα δυο αυτά πρόσωπα γίνονται δυσδιάκριτα. Αξίζει να σημειωθεί ότι η εξωτερική μορφή του νέου παραπέμπει σε πρόσωπα της ιταλικής Αναγέννησης, όπως τα έπλασαν ή τα ζωγράφισαν μεγάλοι καλλιτέχνες της, όπου τα θηλυκά ή αρσενικά χαρακτηριστικά τους δεν είχαν ακόμα τονιστεί στα άγουρα ακόμα νιάτα τους. ο Κοττ αναφέρει ότι πολλοί μελετητές συσχετίζουν τις μορφές αυτές με το μύθο του ανδρόγυνου, που αναφέρει ο Πλάτωνας, όταν τα δυο φύλα δεν είχαν ακόμα διαχωριστεί αλλά επειδή είχαν μεγάλη δύναμη μαζί ο Δίας τα ξεχώρισε.

Διαβάζουμε μερικούς στίχους 
«και των μελλόντων οι φωνές για σένα θα μιλάνε» (LXXXI)

ή «και στο δρεπάνι του Χρόνου τίποτα δεν μπορεί να αντισταθεί
εξόν μια γέννα, για να τον αψηφήσεις σαν έρθει να σε πάρει» (LXXI)

ή «Είσαι της μάνας σου ο καθρέπτης, κι όπως βλέπει εκείνη
σε σένα τον γλυκόν Απρίλη της δικιάς της νιότης». ( III)

Γενικότερα, η αντοχή των σονέτων στο χρόνο και η γοητεία που ασκούν μπορούν να ερμηνευθούν  όχι μόνο από το ερωτικό περιεχόμενο και το λυρισμό τους αλλά κι από την αυτοτέλεια που έχουν, αφού ο ποιητής γνωρίζει εκ των προτέρων ότι πρέπει να ολοκληρώσει ό,τι έχει να πει, μέσα μόνο σε 14 στίχους. Λυρικά, περιεκτικά, πλήρη αν κι ολιγόστιχα λοιπόν, έκτοτε τα επέλεξαν πολλοί ποιητές στη διάρκεια των αιώνων για να εκφράσουν τα συναισθήματα τους και κυρίως το ερωτικό!  

«ΤΡΙΚΥΜΙΑ»
Η «Τρικυμία» θεωρείται το τελευταίο έργο του Σαίξπηρ, γραμμένο το 1611 και «πολλές γενιές μελετητών και κριτικών είδαν σ’ αυτό μια ποιητική διαθήκη, ένα αποχαιρετισμό στο θέατρο, μια φιλοσοφική και καλλιτεχνική αυτοβιογραφία του ποιητή, ο οποίος στη μορφή του Πρόσπερου έβαλε τον εαυτό του […]μέχρι σήμερα η «Τρικυμία» με το αίσιο τέλος της θεωρείται το έργο της συγγνώμης και της συνδιαλλαγής με τον κόσμο». Γύρω στα 1608 σημειώνεται μια αλλαγή στη συγγραφή των έργων του, όπου ο ώριμος πια Σαίξπηρ γράφει παραμύθια-δράματα, κωμωδίες, όπου οι παλιοί εχθροί φιλιώνουν κι αισθήματα γαλήνης, συγγνώμης κι εσωτερικής ισορροπίας αρχίζουν να επικρατούν. Πηγή έμπνευσης του έργου ήταν ένα πραγματικό ναυάγιο αγγλικού πλοίου τα 1609, που είχε σταλεί στην Αμερική στην αποικία τους στη Βιρτζίνια. Οι αφηγήσεις κάποιου ναυαγού, που σώθηκε σε ένα ερημονήσι κάπου στα νησιά των Βερμούδων, είχαν εξάψει τη λαϊκή φαντασία. Ο Σαίξπηρ λοιπόν εμπνέεται την «Τρικυμία» ως μια αλληγορία στη νεοεμφανιζόμενη αποικιοκρατία, στην αντίθεση φύσης-πολιτισμού, στη σύλληψη μιας ουτοπικής κοινωνίας ή ως μια ονειροφαντασία; καθώς οι ερμηνείες για το έργο διίστανται.
Λίγα για την υπόθεση του έργου.
Ο Πρόσπερος, δούκας του Μιλάνου, που τον ελκύει πολύ η μαγεία κι ασχολείται μαζί της, εφησυχάζοντας ότι ο αδελφός του Αντώνιος τον αναπληρώνει στη διαχείριση κρατικών υποθέσεων, τελικά χάνει το δουκάτο του από τον αδελφό του, τον οποίον βοήθησε ο βασιλιάς της Νάπολης Αλόνσο. Ο Πρόσπερος καταφεύγει σε ένα ερημονήσι έχοντας μαζί του τη μικρή κόρη του Μιράντα. Ζώντας εκεί 12 χρόνια ο Πρόσπερος έχει εξελιχτεί σε μεγάλο μάγο ελέγχοντας στοιχεία της φύσης και ξωτικά, όπως το αγαθό πνεύμα Άριελ. Υπηρέτης του Πρόσπερου είναι κι ο Κάλιμπαν, ιθαγενής του νησιού ο οποίος αντιστέκεται στο αφεντικό του που θέλει να τον εκπολιτίσει.   
Μια μέρα αυτοί που του πήραν την εξουσία έτυχε να διέρχονται με τα καράβια τους έξω από το ερημονήσι. Ο Πρόσπερος τότε με τα μαγικά του προκαλεί μεγάλη Τρικυμία στη θάλασσα, ώστε οι εχθροί του να βρεθούν ναυαγοί στο ερημονήσι του. Στη συνέχεια με τη βοήθεια του Αριελ σκηνοθετεί τη δοκιμασία της τρέλας των ναυαγών, οι οποίοι όντας χαμένοι, και ταλαιπωρημένοι, πέφτουν σε παραισθήσεις χάρη στα μαγικά του Πρόσπερου, μέχρι να αντιληφθούν ότι υφίστανται όλα αυτά τα βάσανα γιατί παλιότερα είχαν αδικήσει τον Πρόσπερο. Μετανιώνουν για όσα του έκαναν και ζητούν συγχώρεση. Ο Πρόσπερος επιστρέφει στο Δουκάτο του, αφού πρώτα αποκηρύσσει τη μαγεία, απελευθερώνει τον Άριελ, ενώ η Μιράντα αρραβωνιάζεται τον αγαπημένο της Φερδινάνδο, γιο του μετανοημένου Αλόνσο.

     Βασικό στοιχείο που προβάλλεται μέσα στο έργο είναι η μαγεία  η οποία συμβολίζεται με το ραβδί που κρατά ο Πρόσπερος και τον Άριελ, ένα καλοκάγαθο πνεύμα που υπηρετεί τον Πρόσπερο υπακούοντας στις διαταγές του. Ο Άριελ σηκώνει τρικυμία, απελευθερώνει ανέμους, οδηγεί τους ναυαγούς, τραγουδά και μαγεύει τους ανθρώπους, προλαμβάνει  συμφορές…Αν στη μορφή του Πρόσπερου κρύβεται ο Σαίξπηρ, όπως ειπώθηκε, τότε η μαγεία είναι το συγγραφικό έργο του που μαγεύει με το περιεχόμενο και τον τρόπο έκφρασης του. Μαγεία είναι η τέχνη του λόγου, μαγεία είναι η τέχνη η θεατρική, μαγεία είναι τα διανοήματα που συγκινούν κι η μουσική που τα συνοδεύει! Η μαγεία ήταν η αιτία που ο Πρόσπερος έχασε το δουκάτο του και για να ξαναγυρίσει σε αυτό παραιτείται από τη μαγεία, πετάει το μαγικό ραβδί του κι απελευθερώνει τον Άριελ. Το να αφιερωθείς στην απόκτηση της εκείνης της ιδιαίτερης γνώσης να μαγεύεις τον κόσμο, κατά τη γνώμη μου, χάνεις κάτι άλλο πολύτιμο από τη ζωή σου, αλλά όταν την αποκτήσεις γνωρίζεις πια καλά τα όρια που προσφέρει αυτή η γνώση και πού και πότε πρέπει να τη χρησιμοποιείς.        

Από τις μορφές που ξεχωρίζουν μέσα στο έργο είναι αυτή, του Κάλιμπαν. Γιος μιας μάγισσας και του διαβόλου, έχει δυο μεγάλα πτερύγια αντί για χέρια, μυρίζει ψάρι, έρχεται από την αρχέγονη εποχή τότε που η ζωή πρωτόβγαινε απ’ το νερό, μιλάει όμως και σκέπτεται σαν τον άνθρωπο. Μια τερατώδης σύλληψη και συγχρόνως θαυμάσια για να εκφραστεί το πρωτόγονο και το κακό, που ποθεί όμως να εμψυχωθεί κι όταν δεν τα καταφέρνει γίνεται χυδαίος κι εκδικητικός. Αντίθετα ο Άριελ είναι το πνεύμα του αγαθού, δεν έχει συγκεκριμένη μορφή και μπορεί να παίρνει χιλιάδες σχήματα. Είναι γοργό, ανάλαφρο, χαριτωμένο, διαπερνά τον αέρα και η διάθεση των ανθρώπων φτιάχνει, τραγουδά γλυκά και οι άνθρωποι μαγεύονται.
       Ποιο είναι το μαγεμένο νησί, εκεί που συμβαίνουν όλα αυτά τα θαυμάσια; Κάποιοι προσπάθησαν να το εντοπίσουν δίνοντας του συγκεκριμένο γεωγραφικό στίγμα στο χάρτη  αλλά τελικά δεν προσδιορίζεται γιατί ο Σαίξπηρ έπλασε με τη φαντασία και την ποιητική του τέχνη το δικό του γοητευτικό  χωρόχρονο.  Η οργιώδης βλάστηση του νησιού παραπέμπει σε επιρροές που δέχτηκε ο Σαίξπηρ από το φιλοσοφικό και λογοτεχνικό κίνημα του αρκαδισμού, που άνθησε στην Ευρώπη κατά τον 16ο  και 17ο αιώνα. Η αξία της Φύσης που είχε ξεχαστεί στα σκοτεινά χρόνια του Μεσαίωνα  γίνεται η αναγκαία συνθήκη για να ευτυχήσει ο άνθρωπος. Η μαγευτική φύση της Αρκαδίας που έψαλαν κατά την αρχαιότητα, έγινε το σύμβολο της αγνής Φύσης που ο άνθρωπος ζώντας εκεί μέσα εξαγνίζεται η ψυχή του, κάτι σαν τον χαμένο παράδεισο τόσων μύθων και παραδόσεων. Βέβαια το ξεκίνημα της αποικιοκρατίας, η επαφή με εξωτικά νησιά και πρωτόγονους ιθαγενείς έπαιξαν το ρόλο τους στη σύλληψη αυτού του παράξενου νησιού. Και η αποδοχή από τον Πρόσπερο ότι δεν κατόρθωσε να «εκπολιτίσει» τον Κάλιμπαν επιβεβαιώνει την άποψη αυτή. «το πλάσμα αυτό του σκοταδιού, δέχομαι, είναι δικό μου» μονολογεί. στο τέλος.   
 Το θέμα της εξουσίας  επανέρχεται και στο έργο αυτό, με τη διαφορά όμως ότι οι σφετεριστές της εξουσίας ο Αντόνιο και ο Αλόνσο μετανοούν για την αδικία που έπραξαν και γι αυτό δεν τιμωρούνται εκδικητικά αλλά τυγχάνουν της συγνώμης του Πρόσπερου, ο οποίος αρκείται ότι ξαναπήρε το δουκάτο του κι ότι η κόρη του είναι ευτυχισμένη με το γιο του πρώην εχθρού του. Η ηθική και η τιμιότητα δεν έχουν χαθεί εξ ολοκλήρου από τον κόσμο. Έτσι θέλησε ο ώριμος πια Σαίξπηρ από την «Τρικυμία» να αναδύεται το μήνυμα της υπέρτατης γαλήνης, πολιτικής και προσωπικής! Και η Μιράντα στον επίλογο του έργου αντικρίζοντας όλους μαζί μονιασμένους τον πατέρα της, με τους πρώην εχθρούς του αναφωνεί χαρούμενη
«ω θάμα/ τι πολλά όμορφα πλάσματα είναι εδώ! Τι ωραία που είναι η ανθρωπότης! Ω, εξαίσιος νέος κόσμος/ που μέσα του έχει τέτοιον λαό./
 για να απαντήσει ο πατέρας της με όλη την πικρή γνώση του «είναι νέος για σένα», κρατώντας κάποιες επιφυλάξεις για το μέλλον, φαίνεται!

Κλείνω με μερικούς στίχους από τον ωραιότατο και συγκινητικό μονόλογο που απαγγέλλει ο ηθοποιός-Πρόσπερος, προτού φύγουν οι θεατές από το θέατρο και με τον οποίο ο Πρόσπερος-Σαίξπηρ τώρα αποχαιρετά την τέχνη του με την οποία μάγευε το κοινό του.
…ο σκοπός μου…
ήτανε ν’ αρέσω. Τώρα πια δεν έχω/
πνεύματα να βιάζω, τέχνη να γητεύω/
και τελειώνοντας με πιάνει απελπισία.
Ακόμα  ζητά συγνώμη απ’ το κοινό του, που έπαιξε μαζί τους παρουσιάζοντας την αληθινή ζωή μέσα από το ψέμα της θεατρικής παράστασης, που ο ίδιος καθόριζε ποιο είναι το καλό και ποιο το κακό και πώς αυτά συγκρούονται μεταξύ τους,
«όπως συγχώρεση θα θέλατε κι εσείς,
 καλόκαρδα ας ελευθερώσετε και μένα».

Κι από τον μεγάλο δραματουργό και γνώστη της ανθρώπινης φύσης  κρατάμε ακόμα αυτούς τους λίγους φημισμένους στίχους του, που ακούστηκαν στην «Τρικυμία»
 …(οι άνθρωποι) είμαστε απ’ την ύλη
 που ‘ναι φτιαγμένα τα όνειρα, και τη ζωούλα μας
την περιβάλλει ολόγυρα ύπνος»!

                                                                                                   Αγγελική Σούλη
                                                                                              Αθήνα, 1 Ιουλίου 2016

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου