Το ιστολόγιο της Αγγελικής Π. Σούλη

Η καταγραφή των αναγνώσεων αυτών ξεκίνησε από την επιθυμία μου να μην ξεχασθούν ιδέες και συναισθήματα που κάποτε με είχαν συγκινήσει.
Γράφοντας συνειδητοποίησα ότι ο χρόνος που αφιέρωνα στην ανάλυση, σύνθεση, αξιολόγηση του έργου, μου χάριζε ένα αίσθημα δημιουργίας.
Η επαγγελματική μου απασχόληση (φιλόλογος) μου έδωσε τα κίνητρα και τα μέσα για αυτές τις αναγνώσεις. Κι έτσι με συνεπήρε το ταξίδι της ανάγνωσης και της γραφής!
Κι ανοίχτηκε μπροστά μου ένας ολόκληρος κόσμος, σχεδόν ανεξερεύνητος,της δημιουργικής ανάγνωσης και γραφής.
"Η ανάγνωση δεν μπορεί να είναι ούτε μία ούτε άπειρες" όπως τονίζει ο Ουμπέρτο Έκο, αφού η υποκειμενική ερμηνεία του γράφοντος πρέπει να δένει με τους περιορισμούς που θέτει το κείμενο.

Και μια διευκρίνιση:
Καμμιά ανάγνωση δεν μπορεί να αντικαταστήσει το ίδιο το βιβλίο αλλά μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο ανάμεσα στον αναγνώστη και στο βιβλίο φωτίζοντας το, κάνοντας το πιο κατανοητό και καλλιεργώντας συγχρόνως τη φιλαναγνωσία.



Τετάρτη, 6 Ιανουαρίου 2016

«Το μαύρο βιβλίο», Ορχάν Παμούκ, Ωκεανίδα, 1997



Ο Ορχάν Παμούκ σύγχρονος Τούρκος συγγραφέας, τιμηθείς με το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας το 2006, με το μυθιστόρημα του «Το μαύρο βιβλίο» που μεταφράστηκε σε περισσότερες από 20 χώρες, μας εξέπληξε. Το μυθιστόρημα αυτό που προσφέρεται για πολλαπλές αναγνώσεις μας γοήτευσε όχι μόνο για την ιστορία της Πόλης και της Τουρκίας γενικότερα αλλά και για το γκρέμισμα μύθων και στερεοτύπων σχετικά με την ιστορία της γείτονος χώρας. Ένα έργο που συμφιλιώνει την παράδοση της χώρας του με το μοντερνισμό ως κίνημα λογοτεχνικό και που συνεπαίρνει τον αναγνώστη σ’ ένα ταξίδι αναζήτησης της ταυτότητας της σύγχρονης Τουρκίας και του νοήματος της ζωής και του κόσμου. Ο Ορχάν Παμούκ είναι «ένας δυτικός ανατολίτης» κατά έναν εύστοχο χαρακτηρισμό, που του έχει αποδοθεί, ενώ η σουηδική Ακαδημία. τον τίμησε γιατί ανακάλυψε νέα σύμβολα για να περιγράψει τη σύγκρουση αλλά και τη σύνδεση διαφορετικών πολιτισμών.

Πιο συγκεκριμένα σε πρώτο επίπεδο, αυτό του μύθου του έργου, ο Γκαλίπ αναζητεί τη γυναίκα του Ρουγιά και τον ετεροθαλή αδελφό της και πρώτο εξάδελφο δικό του, τον Τζελάλ, μεγαλοδημοσιογράφο που έχουν εξαφανιστεί. Αναζητώντας τους μέσα στην Πόλη απαθανατίζει το παρόν της Κωνσταντινούπολης με την τοπογραφία της και την τρέχουσα καθημερινότητα της, το ιστορικό κέντρο της Πόλης με τις συνοικίες της, τα δαιδαλώδη σοκάκια της, τα ιστορικά της μνημεία, τις γέφυρες της στον Κεράτιο κόλπο και τη λεωφόρο Μπέλιογλου, γίνονται το βασικό σκηνικό πάνω στο οποίο εκτυλίσσεται η φτώχεια των λαϊκών στρωμάτων με τη ζεστασιά της γειτονιάς, αλλά και η μίμηση του δυτικού τρόπου ζωής που έχει εισχωρήσει στην Πόλη. Πολλοί αντιπροσωπευτικοί τύποι της σημερινής Τουρκίας παρελάσουν, όπως ο καλοκάγαθος εμποράκος Αλλαντίν, η καλή και λίγο περίεργη θεία Χαλέ, ο απονήρευτος θυρωρός, οι καιροσκόποι αλλά και οι διανοούμενοι δημοσιογράφοι.
Σε δεύτερο επίπεδο παρουσιάζεται ο οδυνηρός διχασμός της τουρκικής κοινωνίας ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση. Η σύγκρουση ισλαμικών κι ευρωπαϊκών αξιών, η οποία προκλήθηκε κύρια μετά την πτώση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας με την επικράτηση του κεμαλισμού δημιούργησε σύγχυση στην εθνική συνείδηση πολλών Τούρκων. Καθώς ο Γκαλίπ λοιπόν αναζητεί μέσα στην Πόλη τη Ρουγιά και τον Τζελάλ, του αποκαλύπτεται σιγά-σιγά το παρελθόν της Κωνσταντινούπολης  μέσα από τα «σημάδια» που του στέλνει κάθε γωνιά της, σημάδια μιας μυστηριακής ζωής 2000 χρόνων ιστορίας, τόπος συνάντησης και σύγκρουσης δύο κόσμων, Ανατολής και Δύσης. Αυτά τα σημάδια είναι το κλειδί για την αποκρυπτογράφηση του νοήματος του μυθιστορήματος. Σημάδια μπορούν να γίνουν οποιαδήποτε στοιχεία όπως γράμματα, κείμενα, αντικείμενα, πρόσωπα, εικόνες της πόλης, διάφορες ιστορίες παλιές και νέες που αφηγούνται την ομορφιά αλλά και τον πόνο της ζωής! Όταν κάποιος  τα ακούει ή τα βλέπει κατανοεί τις πρώτες έννοιες αυτών, πίσω όμως από αυτές κάποιοι ανακαλύπτουν και δεύτερες έννοιες των πραγμάτων και λίγοι μπορούν να συλλαμβάνουν ακόμα και τρίτες έννοιες, αναφέρει ο συγγραφέας. Όλοι οι άνθρωποι όμως δεν αναζητούν τις βαθύτερες έννοιες που σηματοδοτούν τα πράγματα γύρω τους, διότι «η κρυφή γνώση κοιμάται στα βάθη της μνήμης». Ο Γκαλίπ γίνεται έτσι το alter ego του συγγραφέα, ο οποίος αφορμώμενος από τα σημάδια αυτά με τη  δημιουργική του φαντασία, ενώνει παρόν και παρελθόν και πλάθει ένα μαγικό μυθιστορηματικό σύμπαν με παράξενες ιστορίες, παραμύθια με δήμιους που κλαίνε, μεταμφιεσμένους σουλτάνους σε στρατιωτικούς, ανεξιχνίαστα εγκλήματα, «πολυπρισματικούς» καθρέπτες, έρωτες, μυστήρια και μυστικά, που τελικά όλα αυτά δείχνουν το δρόμο για τη λύση των μυστηρίων, όχι μόνο της αναζήτησης των Ρουγιά Τζελάλ αλλά και της αναζήτησης   της αληθινής ταυτότητας του εαυτού του και  της σύγχρονης Τουρκίας.
Πιο συγκεκριμένα διαβάζοντας τα σημάδια ο Γκαλίπ διαπιστώνει το βίαιο εξευρωπαϊσμό των Τούρκων στην ενδυμασία, στη συμπεριφορά, στη γραφή τους με την υιοθέτηση του λατινικού αλφαβήτου. Διαπιστώνει την εκπόρνευση της Τουρκίας από τις Ιρανοαγγλικές πολιτικές ίντριγκες. Διαπιστώνει ακόμα το μεγάλο ιστορικό παρελθόν της Πόλης (αρχαίο Ελληνικό, Ρωμαϊκό, Βυζαντινό, Φράγκικο, Ισλαμικό)  που ωραιότατα το παρομοιάζει με την ύπαρξη μιας δεύτερης υπόγειας πολιτείας που βρίσκεται κρυμμένη κάτω από την επίγεια σημερινή πολιτεία. Το παρελθόν λοιπόν το χαρακτηρίζει πετυχημένα ως μια υπόγεια πολιτεία και για έναν ακόμα λόγο, επειδή είναι  χωμένο στα βάθη της μνήμης μας. Και ο συγγραφέας σε άλλο σημείο συγκινείται εξ ίσου και με την πονεμένη ιστορία της Μαρίας Παλαιολογίνας αλλά και της Σουλτάνας Χαντάν που έπαιζε ευτυχισμένη με τις φίλες της στα ίδια εκείνα τα ιστορικά μέρη! Το συγγραφέα τον συγκινεί λοιπόν ο άνθρωπος χωρίς διακρίσεις φυλής και θρησκείας, και το πρόσκαιρο πέρασμα του από μέρη φορτισμένα με τόση ιστορία αιώνων!
Τα σημάδια ακόμα του αποκαλύπτουν ότι η πραγματική τούρκικη ιστορία αποσιωπάται κι αυτή που φθάνει στους πολλούς, διαστρεβλώνεται. Μας αποκαλύπτει λοιπόν ο Παμούκ ότι οι πρώτοι Τούρκοι, η φυλή των Χαζάρων είχε ασπαστεί τον ιουδαϊσμό, πριν 20 αιώνες. Στη συνέχεια συνδέει την ανάπτυξη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, πριν 700 χρόνια, με το τάγμα των Μπεκτζήδων. Κάθε γενίτσαρος ήταν ένας Μπεκτζί και στους τεκέδες τους συντηρούσαν την ψυχική τους ενότητα. Ο διωγμός τους το 1826 λόγω των δυτικόφερνων μεταρρυθμίσεων συνέπεσε με το διωγμό λίγο αργότερα του τάγματος του Νακσιμπεντί  και γενικά την απαγόρευση όλων των ταγμάτων επί Κεμάλ Ατατούρκ πριν 80 χρόνια. Αξιοπρόσεκτος είναι ο τρόπος χρονολόγησης των ιστορικών γεγονότων, που όλα χρονολογούνται «τόσα χρόνια από σήμερα». Με αυτόν τον τρόπο απευθύνεται σε κάθε αναγνώστη είτε ακολουθεί το μουσουλμανικό ή το χριστιανικό ημερολόγιο, τα οποία διαφέρουν κατά 622 χρόνια,  το έτος Εγίρας των μουσουλμάνων, και συγχρόνως κάνει πιο ζωντανή την χρονική απόσταση συνδέοντας τη με το σήμερα.
Όσον αφορά την πνευματική παράδοση της σημερινής Τουρκίας ο Γκαλίπ, προσωπείο του συγγραφέα, διαπιστώνει ότι αυτή κυριαρχείται από το μυστικισμό, τον ισλαμισμό και τη σύγκρουση Ανατολής και Δύσης. Το κίνημα του Χουρουφισμού, οπαδοί των οποίων ήταν και οι Μπεκτσήδες, χαρακτηρίστηκε ως αιρετικό, επειδή έβλεπε κι άλλο νόημα  στο Κοράνι εκτός του επίσημα αποδεκτού. Έδιναν δηλαδή κι άλλο γνώρισμα στο Θεό τους, το μυστήριο, το οποίο έβλεπαν να αντανακλάται σε όλον τον κόσμο. Ο Χουρουφισμός ήλθε στην Τουρκία από την Περσία με τον ποιητή Νεσιμί και τα ποιήματα του που τα είχε κλεισμένα μέσα σε ένα πράσινο κιβώτιο. Στη συνέχεια ο μυστικιστής ποιητής Τζελαλετίν Ρουμή Μεβλάνα έγραψε το ποίημα «Μεσνεβί», μια σύνθεση ασύνδετων εν μέρει, ατελείωτων ιστοριών «για να τις ακούν όλοι οι δυστυχισμένοι και να ξεφεύγουν απ’ τα πνιγερά κορμιά και τις ψυχές τους» αναφέρεται.  Στη συνέχεια ο Φ.Μ.Ουτσουνζού  εκλογικεύει το μυστικισμό του Χουρουφισμού συνδέοντας το μυστήριο του με το νόημα ύπαρξης που του προσδίδουν οι άνθρωποι και οι διάφοροι πολιτισμοί. Αν και επίσημα απορριπτέος ο Χουρουφισμός, πάντοτε   είχε κρυφούς οπαδούς στα ανώτατα κλιμάκια της εξουσίας. Όσον αφορά τη θρησκεία ο συγγραφέας τη θεωρεί μια αυτάρκη, κλειστή, πελώρια οντότητα που μπορεί να σημαίνει για κάθε  άνθρωπο ανάλογα  τα πάντα ή και τίποτα.
Στη λογοτεχνία η σύγκρουση Ανατολής –Δύσης εκφράστηκε είτε ως μίμηση της Δύσης είτε ως απόρριψη της, ποτέ όμως ως ισάξιες λογοτεχνίες. Για τον Παμούκ κάθε εθνική λογοτεχνία έχει την αυτοτέλεια της και καθοριστικό δεν είναι ο χρόνος εμφάνισης της καθεμιάς αλλά η ωρίμανση του ιδίου πράγματος μέσα από διαφορετικούς μύθους. Έτσι μας λέει ότι και το Ισλάμ έχει παραπλήσιους προβληματισμούς με τους χριστιανούς, αφού και οι δυο έχουν τις ίδιες ανησυχίες ως άνθρωποι.  Συγκρίνοντας μάλιστα την ισλαμική και χριστιανική λογοτεχνία και φιλοσοφία φέρνει πολλά παραδείγματα που επιβεβαιώνουν την παραπάνω θέση του. Ο  ποιητής Ίμπν Αραμπή, το 1198 έγραψε για την περιοδεία του Μωάμεθ στους επτά ουρανούς θυμίζοντας μας σε πολλά τη «Θεία Kωμωδία» του Δάντη ή ο Ανδαλουσιανός φιλόσοφος Ιμπν Τουφέιλ γράφει τον 11ο αιώνα ένα βιβλίο για ένα παιδί που εγκαταλείφθηκε σε ένα έρημο νησί κι έζησε μόνο του μέσα στη φύση θυμίζοντας μας  το «Ροβινσώνα Κρούσο» του Ντεφώ. Ο δε  φιλόσοφος  Χατζή-Βελιγιουττίν το 1761 μίλησε για τα 12 συρτάρια που έχει το μυαλό μας μέσα στα οποία αποθηκεύουμε χωριστά το χρόνο, το χώρο, τους αριθμούς, τις αιτίες, τα αποτελέσματα… θυμίζοντας μας τις 12 κατηγορίες για τις οποίες μιλά ο Κάντ στον «Καθαρό Λόγο» του. Η συνείδηση όμως της αλήθειας και η παραδοχή της μακριά από εγωϊσμούς και συμπλέγματα κατωτερότητας ή και ανωτερότητας θεμελιώνει τη νέα εξελισσόμενη ταυτότητα της σύγχρονης Τουρκίας. Σχετικά με την Τέχνη πιστεύει ότι αυτή αντανακλά την πραγματικότητα, τον έρωτα, την ομορφιά … σαν τον καθρέπτη μέσα στον οποίο αντικαθρεπτίζονται.

           Ο Ορχάν Παμούκ, ως άνθρωπος διανοούμενος μέσα από τις συγκρίσεις αυτές και τους προβληματισμούς προχωρά κι άλλο κι αναρωτιέται ποιο είναι τελικά το νόημα του κόσμου. Τα σημάδια του φανερώνουν λοιπόν και τρίτες έννοιες πίσω από τις δεύτερες. Σε τρίτο επίπεδο του αποκαλύπτεται ότι ο κόσμος αποκτά νόημα, όταν εμείς οι ίδιοι τον δούμε ως μυστήριο και προσπαθήσουμε να αναζητήσουμε το μυστικό του. Είναι δύσκολο όμως να βρεθεί ο δρόμος που οδηγεί στο μυστήριο του κόσμου και στο μυστικό που κρύβει, διότι υπάρχουν μια θάλασσα στοιχεία που θα μπορούσαν να είναι σημάδια. Το μυστήριο του κόσμου εκφράζεται μέσα στις ιστορίες (αφηγήσεις) που δημιουργεί ο άνθρωπος με βάση τις μνήμες του. «οι ιστορίες κρατούν όρθιους τους ανθρώπους και τον κόσμο» και πιο κάτω αναφέρει «ό,τι επιθυμούμε το κάνουμε ιστορία για να αντέξουμε την πίκρα και την ατέλεια της επίγειας ζωής μας». Μόνο στηριζόμενοι πάνω στα Γράμματα και τα σημάδια που περιέχουν θα μπορέσουμε να υψώσουμε τη δική μας φωνή απέναντι στις φωνές των βιβλίων και στις φωνές των άλλων που τα έγραψαν. Για να συμβεί όμως αυτό θα πρέπει αφού τα μελετήσουμε σε βάθος, να απορρίψουμε στοιχεία απ’ αυτά και να συνθέσουμε κάτι καινούργιο προσθέτοντας νέα στοιχεία από την εποχή μας κι εμάς τους ίδιους. Είναι αναγκαίο δηλαδή «να γίνουμε πρώτα ο εαυτός μας» για να αρθρώσουμε «τη δική μας φωνή». Να αισθανόμαστε πλήρεις με τις δικές μας σκέψεις και τα αποτελέσματα της αποφασιστικότητας και θέλησης μας. Τότε μόνο θα μπορέσουμε να ξαναγράψουμε από την αρχή τις παλιές ιστορίες –που επαναλαμβάνονται αλλαγμένες όμως-  και να αναστήσουμε έτσι το χαμένο μυστήριο του κόσμου που μας περιβάλλει. 

Η φιλοσοφία αυτή είναι που εμπνέει το συγγραφέα  να γράψει λοιπόν τη δική του ιστορία "Το μαύρο βιβλίο», ως μια καινούργια αφήγηση μιας παλιάς ιστορίας της πατρίδας του και του κόσμου, τα οποία ενώ αλλάζουν συνεχώς, συγχρόνως παραμένουν τα ίδια, ανθρώπινα! Η νέα οπτική επεκτείνεται τώρα όχι μόνο στο περιεχόμενο της αφήγησης αλλά και στον τρόπο που αποφασίζει να αφηγηθεί την ιστορία του. Κι ο τρόπος αυτός είναι παρμένος από το ευρωπαϊκό κίνημα του μοντερνισμού, ο οποίος καταργεί τη παραδοσιακή λογική συνοχή του κειμένου και τη θέση της παίρνει ο συνειρμός και η χρήση συμβόλων, τα οποία πάντα σημαίνουν και κάτι άλλο απ’ αυτό που δηλώνουν σε πρώτη ανάγνωση. Για παράδειγμα τα ονόματα που δίνει στους ήρωες του πυροδοτούν τη φαντασία του αναγνώστη να κάνει διάφορους συνειρμούς. Στα τουρκικά Γκαλίπ σημαίνει νικητής ενώ Ρουγιά σημαίνει όνειρο! Ο ρόλος του δημοσιογράφου, που επιλέγει για τον Τζελάλ, επιτρέπει στο συγγραφέα να εκφράζει όλες τις υπάρχουσες τάσεις της κοινής γνώμης στη χώρα του. Ο Τζελάλ συμβολίζει τη φωνή της Τουρκίας με όλες τις αντιφάσεις της: το μικροαστισμό, την αγρυπνούσα συνείδηση που διαμαρτύρεται και καυτηριάζει τα κακώς κείμενα, το μυστικισμό, το μεσσιανισμό, τις αμαρτίες και το μεγαλείο μιας κοινωνίας!

Ο συγγραφέας πλάθει πλήθος ιστοριών ερωτικών, πολιτικών, κοινωνικών που σημαίνουν πάντα και κάτι άλλο. Ο ίδιος έχει δηλώσει σε συνέντευξη του ότι τις ιστορίες αυτές τις εμπνέεται από τις παραδοσιακές ιστορίες Σούφι που κυκλοφορούν ακόμα και σήμερα ανάμεσα στον ισλαμικό κόσμο.  Χαρακτηριστικές είναι η ιστορία του Βόσπορου που στερεύει από τα νερά του, για να μας επισημάνει τον κίνδυνο να στερέψει η ζωή και η χαρά απ’ τις φρικαλεότητες που διαπράττει ο σύγχρονος άνθρωπος ή η ιστορία του μεταμφιεσμένου αξιωματικού σε Πασά για να μας δείξει ότι ο απολυταρχισμός τώρα στην Τουρκία ασκείται από άλλον φορέα εξουσίας, το στρατό ή οι διπλοί αντικριστοί καθρέπτες στην είσοδο του νυχτερινού κέντρου που αντανακλούν σε πολλαπλά επίπεδα την εικόνα του επισκέπτη που έμπαινε μέσα, θυμίζοντας μας έτσι το μαγικό παιχνίδι που μας παίζει η ζωή συχνά! Επίσης καθώς προχωρά το έργο του συναντάμε τον υπνοβάτη οποίος περπατά ανάμεσα στο όνειρο και στην πραγματικότητα, κι ο οποίος γι αυτό ακριβώς το λόγο συμβολίζει τους ανθρώπους εκείνους στους οποίους μόνο μπορούν να φανερωθούν τα σημάδια  που του στέλνει το περιβάλλον του.

Ποιος είναι ο Γκαλίπ όμως; Ο ξάδελφος του Τζελάλ που ανδρώθηκε μέσα στο ίδιο περιβάλλον με αυτόν και κάτω απ’ την επίδραση του κι είναι πάντα ερωτευμένος με τη Ρουγιά, το Όνειρο. Ο Γκαλίπ διαβάζει τα άρθρα του Τζελάλ στην εφημερίδα κι αυτό τον βοηθά να αποκρυπτογραφήσει τα σημάδια που έκρυβαν και να φτάσει στην άκρη του νήματος για τη λύση του μυστηρίου της εξαφάνισης των δυο αγαπημένων του προσώπων αλλά και του μυστηρίου που κρύβει η αγαπημένη του Πόλη και του μυστηρίου του κόσμου. Όταν δε ο Γκαλίπ παίρνει τη θέση του εξαφανισθέντος και τελικά δολοφονηθέντος δημοσιογράφου και δημοσιεύει άρθρα αντ’ αυτού, τότε τα δυο πρόσωπα ταυτίζονται. Ο Γκαλίπ ωριμάζει πια, κι αποφασίζει να δημοσιεύσει τις σκέψεις του εκφράζοντας τη συνείδηση της Πόλης και της Τουρκίας και σαν υπνοβάτης μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας προσπαθεί να γράψει «Το Μαύρο βιβλίο».  Η ωρίμανση λοιπόν της Τουρκίας μήπως περνά μέσα από την αναζήτηση της ταυτότητας της, η οποία δεν θα περιορίζεται μόνο σε συγγραφείς αλλά θα γίνει και η φωνή της σύγχρονης Τουρκίας;

Ποια είναι η Ρουγιά; Το όνειρο του κάθε Γκαλίπ που αναζητά το νόημα της ιστορίας κάθε λαού και της ζωής του κάθε ανθρώπου, η αγαπημένη όλων. Τι να περιγράψεις απ’ το Όνειρο εκτός απ’ την ομορφιά της και την αγάπη της για τα μυστήρια που κρύβουν τα αστυνομικά μυθιστορήματα που τόσο αγαπά! Ο συγγραφέας αναφέρεται σε αυτήν πάντα με ένα αίσθημα νοσταλγίας, όπως όταν κάποιος θυμάται την παλιά του ευτυχία. Ετεροθαλή αδελφή του Τζελάλ για να υποδηλώνει τα κοινά τους σημεία «άρεσε και στους δυο να διηγούνται ιστορίες ο ένας στον άλλον». Το όνειρο εμπνέεται από τη φωνή της Τουρκίας αλλά και η φωνή από το Όνειρο. Ο χωρισμός της από τον αριστεριστή πρώτο της άντρα, μήπως  υποδηλώνει και το οριστικό διαζύγιο Αριστεράς και Ονείρου; Σύντροφος του Γκαλίπ τώρα συντροφεύει πάντα αυτόν που αναζητά τα μυστικά του κόσμου αλλά δίνει την εντύπωση ότι είναι πάντα φευγάτη κι άπιαστη, γι αυτό ο Γκαλίπ την νοσταλγεί διαρκώς, κι όταν είναι κοντά του κι όταν δεν είναι.

Γιατί «Μαύρο βιβλίο»; Τα χρώματα στον Ορχάν Παμούκ παίζουν σημαντικό ρόλο γι αυτό τα χρησιμοποιεί ως τίτλους και σε άλλα βιβλία του, όπως «με λένε Κόκκινο», «το λευκό κάστρο», «Άλλα χρώματα»…πέρα από τους συμβολισμούς που περιέχουν, ίσως η αγάπη του για τη ζωγραφική να εξηγούν την προτίμηση του αυτή. Το  μαύρο βιβλίο το έγραψε ένας άνθρωπος που νιώθει ότι βρίσκεται σε αδιέξοδο, όταν συνειδητοποεί ότι το όνειρο του, η Ρουγιά δολοφονήθηκε και για παρηγοριά γράφει το βιβλίο αυτό. Και τότε το όνειρο του χρωματίζεται μαύρο σε αντίθεση με το κάτασπρο όνειρο της κάτασπρης Κάντιλακ που διασχίζει τη λεωφόρο Μπέγιογλου έχοντας μέσα το Μωάμεθ και τον πρώτο άντρα της Ρουγιά και τα δυο εγγόνια του Μωάμεθ ντυμένα κάτασπρα. Με την ιστορία αυτή προς το τέλος του μυθιστορήματος ο συγγραφέας μας στέλνει πλήθος σημάδια και συμβολισμών! Το Άσπρο βιβλίο, ίσως γραφεί από κάποιον άλλον μόνο κι όταν δει να γίνεται πραγματικότητα το κάτασπρο όνειρο του.

Τελικά το «το Μαύρο βιβλίο» μας διηγήθηκε παλιές ιστορίες που είναι συγχρόνως και καινούργιες. Ούτε αισιόδοξο, ούτε κι απαισιόδοξο, όπως είναι και η ζωή. Με συναισθηματική φόρτιση αλλά και στοχασμό.  Με στοιχεία αστυνομικού αλλά και ιστορικού μυθιστορήματος. Πιστό στην παράδοση αλλά και ανοιχτό σε σύγχρονους  προβληματισμούς συνεπαίρνει τον αναγνώστη σ’ ένα ταξίδι αναζήτησης και τον έλληνα αναγνώστη σ’ ένα ταξίδι στην Πόλη των πόλεων, το χαμένο του Όνειρο, που μέσα στους κήπους της συλλογικής μνήμης που σεργιανά, το ταξίδι αυτό γίνεται μαγικό και διαπιστώνει ότι η Πόλη του «Λεωνή» του Θεοτοκά και της «Λωξάνδρας» της Ιορδανίδου είναι και η Πόλη του Γκαλίπ του Παμούκ και παρηγοριέται με τη σκέψη ότι κι αυτός την αγαπά και τη σέβεται  και διαπιστώνει ακόμα πόσες ομοιότητες υπάρχουν ανάμεσα στους δυο λαούς και συγκινείται κι αυτός όχι μόνο για τη δικιά του Μαρία Παλαιολογίνα αλλά και για τον Τούρκο «δήμιο με το κλαμένο πρόσωπο» και διαπιστώνει ότι στην αντίπερα όχθη του Αιγαίου υπάρχουν άνθρωποι που σκέπτονται και γκρεμίζουν στερεότυπα και προκαταλήψεις αιώνων κι ελπίζει… Έτσι γεμίζει τις υπόλοιπες σελίδες του Μαύρου Βιβλίου κάποια ελληνίδα αναγνώστρια με τις δικές της μνήμες, όπως άλλωστε θα το ήθελε κι ο ίδιος ο Ορχάν Παμούκ, όταν προτρέπει τον αναγνώστη γι αυτό μέσα από τις σελίδες του Μαύρου Βιβλίου του.
Ένα βιβλίο που έχει χαρακτηριστεί ως σύγχρονο έπος του κόσμου της εγγύς Ανατολής κι ορόσημο στο συγγραφικό έργο του Ορχάν Παμούκ σηματοδώντας έτσι την αρχή της ώριμης περιόδου του, σύμφωνα με κριτικούς. 
                                                                                                            Σούλη Αγγελική 
                                                                                                    καταγραφή ανάγνωσης το 1998,
                                                                                   που ανανεώθηκε το 2015 για τους αναγνώστες μου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου