Το ιστολόγιο της Αγγελικής Π. Σούλη

Η καταγραφή των αναγνώσεων αυτών ξεκίνησε από την επιθυμία μου να μην ξεχασθούν ιδέες και συναισθήματα που κάποτε με είχαν συγκινήσει.
Γράφοντας συνειδητοποίησα ότι ο χρόνος που αφιέρωνα στην ανάλυση, σύνθεση, αξιολόγηση του έργου, μου χάριζε ένα αίσθημα δημιουργίας.
Η επαγγελματική μου απασχόληση (φιλόλογος) μου έδωσε τα κίνητρα και τα μέσα για αυτές τις αναγνώσεις. Κι έτσι με συνεπήρε το ταξίδι της ανάγνωσης και της γραφής!
Κι ανοίχτηκε μπροστά μου ένας ολόκληρος κόσμος, σχεδόν ανεξερεύνητος,της δημιουργικής ανάγνωσης και γραφής.
"Η ανάγνωση δεν μπορεί να είναι ούτε μία ούτε άπειρες" όπως τονίζει ο Ουμπέρτο Έκο, αφού η υποκειμενική ερμηνεία του γράφοντος πρέπει να δένει με τους περιορισμούς που θέτει το κείμενο.

Και μια διευκρίνιση:
Καμμιά ανάγνωση δεν μπορεί να αντικαταστήσει το ίδιο το βιβλίο αλλά μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο ανάμεσα στον αναγνώστη και στο βιβλίο φωτίζοντας το, κάνοντας το πιο κατανοητό και καλλιεργώντας συγχρόνως τη φιλαναγνωσία.



Τρίτη, 15 Μαρτίου 2011

Βασίλειος Μαρκεζίνης: Μέρος Γ!


Ο ΝΕΟΣ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ

Μια νέα αντίληψη περί πατριωτισμού άρχισε να αναδύεται στις ΗΠΑ κατά τη δεκαετία του 1980, όταν με την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης οι ΗΠΑ παρέμειναν η μοναδική υπερδύναμη στον κόσμο. Αυτός ο αμερικάνικος εθνικισμός, μεσσιανικού τύπου, έφτασε στην κορύφωση του επί Μπους του νεότερου. Ο νέος αμερικάνικος εθνικισμός έκφραζε κυρίως τα συντηρητικά τμήματα της αμερικάνικης κοινωνίας αλλά είχε και υποστηρικτές από το δημοκρατικό χώρο και πίστευε ότι είχε ιερή αποστολή για την ανθρωπότητα να εξάγει στο εξωτερικό το αμερικάνικο πολίτευμα και τον πολιτισμό του, επειδή ήταν τα τελειότερα που εμφανίστηκαν επί γης. «Εμείς αποτελούμε το παράδειγμα για τον κόσμο, το οποίο πρέπει οι άλλοι να ακολουθήσουν» τονίζει ο πρόεδρος Ρήγκαν. Η στρατιωτική και τεχνολογική υπεροχή των ΗΠΑ ήταν το μέσον που τη βοηθούσε να επιβάλλει τον μεσσιανικού τύπου εθνικισμό της διεξάγοντας υπερπόντιους πολέμους. Μάλιστα υπερηφανευόταν, στον καιρό της παγκόσμιας μονοκρατορίας της, ότι μπορούσε να διεξάγει συγχρόνως δυο και μισούς υπερπόντιους πολέμους.
Αυτό το νέο αμερικάνικο δόγμα φρόντισε να αποκτήσει και τους θεωρητικούς του, νεοσυντηρητικούς φιλοσόφους και ιστορικούς, που του παρείχαν ιδεολογική κάλυψη. Πρώτος ο Ίρβινγκ Κρίστολ παρουσίασε την ανάγκη μετάβασης των ΗΠΑ από έναν «παθητικό» εθνικισμό σ’ έναν «ενεργητικό», που έθετε ως καθήκον της Αμερικής τη διάδοση των ιδεών κι αξιών της στους «βαρβάρους»(2Ο βιβλίο, σ.398). Στη συνέχεια ο Φουκουγιάμα έγραψε το έργο το «Τέλος της Ιστορίας», εκμεταλλευόμενος την άποψη του Γερμανού φιλόσοφου του 19ου αιώνα Έγελου, ότι η ιστορία της ανθρώπινης σκέψης(ιδεολογίας) και κατά συνέπεια των ανθρωπίνων κοινωνιών δεν είναι απεριόριστη αλλά θα τερματιστεί κάποτε, όταν η ανθρώπινη κοινωνία θα έχει εκπληρώσει τις βαθύτερες και βασικότερες επιθυμίες της.

Στο έργο αυτό ο Φουκουγιάμα ισχυρίζεται ότι η στιγμή αυτή έφτασε στις μέρες μας χάρις στη  φιλελεύθερη δημοκρατία, αμερικάνικου τύπου, που σηματοδοτεί το τέλος της εξελικτικής πορείας των πολιτικών συστημάτων. Μάλιστα φρόντισαν η έκδοση του έργου αυτού να συμπέσει χρονικά με την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, για να γίνουν πιο πιστευτοί!
Ακόμα ο Χάντινγκτον με το έργο του «Σύγκρουση πολιτισμών» προβάλλει τις διαφορές φυλετικές, θρησκευτικές των λαών ως αιτία των συγκρούσεων τους κι απαλλάσσει το δυτικό πολιτισμό απ’ την κατηγορία ότι αυτός έχει προκαλέσει τις περισσότερες συγκρούσεις λαών παγκόσμια. Αυτές οι ακαδημαϊκές θεωρίες, τονίζει ο συγγραφέας, έχουν προσαρμοστεί κατά το δοκούν για να δικαιολογούν συγκεκριμένα γεωπολιτικά γεγονότα και να νομιμοποιούν τις αμερικάνικες στρατηγικές αντί να ομογενοποιούν διαφορετικές πολιτισμικές απόψεις. Έτσι προκάλεσαν την αντίδραση πολλών διανοουμένων παγκόσμια, κυρίως όμως Τούρκων κι Ιρανών πανεπιστημιακών, που αντιτίθενται στην αμερικάνικη ηγεμονική κοσμοαντίληψη. Πίσω όμως από την επιθυμία των Αμερικανών να εξάγουν το πολίτευμα τους στους άλλους κρύβονται οι παγκοσμιοποιημένες φιλοδοξίες των μεγαλοεπιχειρηματιών και του αμερικάνικου κράτους να ελέγχουν τις ενεργειακές πηγές του κόσμου.
 Αυτή  η αντίληψη να βλέπουν τους εαυτούς τους ως μόνη ηγέτιδα δύναμη ενός μονοπολικού κόσμου είχε αρνητικές συνέπειες για την παγκόσμια ισορροπία, αφού  έγιναν επιθετικοί κι επικίνδυνοι για τ’ άλλα έθνη. Πιο συγκεκριμένα μετάλλαξαν κι υπονόμευσαν βασικές έννοιες του Διεθνούς Δικαίου, όπως «εθνική κυριαρχία» που κατείχε κεντρική θέση στην ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή από τη Συνθήκη της Βεστφαλίας (1648) επιδιώκοντας την αλλαγή του διεθνούς συστήματος για να ενισχύσουν τη δική τους ασφάλεια. Εξαιρούσαν τους εαυτούς τους απ’ το πλαίσιο των Διεθνών Συνθηκών, το σεβασμό των οποίων, κατά το παρελθόν, συνιστούσαν προς τους άλλους λαούς. Δημιούργησαν νέες έννοιες, όπως προληπτικός ή ανθρωπιστικός πόλεμος, διαστρεβλώνοντας το νόημα των λέξεων για να δικαιολογήσουν τις αποτρόπαιες πράξεις τους. Λέει χαρακτηριστικά ο πρόεδρος Μπούς, ο νεώτερος «Δεν με νοιάζει τι λένε οι ειδικοί του διεθνούς δικαίου: θα τους πατήσουμε…» Γράφει η Φίλις Σλάφλι, μια ηγετική μορφή της χριστιανικής Δεξιάς (2Ο β, σ.152) «Οι Διεθνείς Συνθήκες και Διασκέψεις αποτελούν άμεση απειλή για τον αμερικανό πολίτη […]διότι θα μείωναν τα δικαιώματα μας, την ελευθερία και την κυριαρχία μας. Εμείς οι Αμερικανοί έχουμε μια συνταγματική δημοκρατία τόσο μοναδική, τόσο πολύτιμη και τόσο επιτυχημένη, ώστε θα ήταν παράλογο να βάλουμε το κεφάλι μας στον ίδιο ζυγό με οποιαδήποτε άλλη χώρα». Δυστυχώς σήμερα η ακροδεξιά, παρ’ όλες τις προσπάθειες του νέου προέδρου Ομπάμα, συνεχίζει να έχει δύναμη στην Αμερική. Τα «πάρτι τσαγιού» που διοργανώνουν είναι ένα δείγμα της παρουσίας τους.
Πίσω απ’ τους «προληπτικούς» πολέμους που διεξήγαγε η Αμερική κρυβόταν κι ο φόβος που είχαν κατά βάθος για την ασφάλεια τους –παρ’ όλο που παρουσιάζονταν ως μονοκράτορες- Αυτός ο φόβος τούς ωθούσε να σκέπτονται πως θα εξουδετερώσουν πιθανούς εχθρούς τους στο μέλλον, με το να θέλουν να εξαλείψουν τα καθεστώτα που διαφωνούσαν με το αμερικανικό. Γι αυτό οι υπερπόντιοι πόλεμοι αυξήθηκαν την περίοδο του επιθετικού εθνικισμού τους κάνοντας την τεχνολογική τους υπεροχή κεντρικό στοιχείο της αμερικάνικης στρατηγικής σκέψης (2ο, σ.41). Για παράδειγμα κτυπούσαν το στόχο τους με τις λεγόμενες «έξυπνες βόμβες», οι οποίες σημάδευαν από πολύ μακριά με χειρουργική ακρίβεια το σημείο που ήθελαν να κτυπήσουν ή χρησιμοποιούσαν τη βόμβα «Μαργαριτοκόφτης»(σ.41), η οποία απορροφούσε όλο το οξυγόνο του περιβάλλοντος, εκεί όπου έπεφτε, προκαλώντας τεράστιες καταστροφές!! Από την άλλη γιατί αυτοί οι μονοκράτορες ήθελαν να εξασφαλίζουν συμμάχους στις υπερπόντιες εκστρατείες τους, όπως Αγγλία, Ισπανία στον πόλεμο κατά του Αφγανιστάν ή η επίθεση Σερβίας έγινε με τις ευλογίες του ΝΑΤΟ; Το πιο πιθανόν για να νομιμοποιούν τις επιθέσεις τους παίρνοντας την έγκριση διεθνών οργανισμών, ΟΗΕ, ΝΑΤΟ ή δείχνοντας ότι οι πόλεμοι είναι αποτέλεσμα κοινής απόφασης κάποιων λαών.
Τελικά οι ΗΠΑ για πρώτη φορά μετά το τέλος του Β! Παγκοσμίου πολέμου περνάει σήμερα κρίση διεθνούς νομιμότητας, αφού αμφισβητείται η Νέα Παγκόσμια Τάξη,  όπως την ονομάζει, και την οποία θέλει να επιβάλλει. Η οικονομική κρίση του 2008, έδειξε ότι για τον καπιταλισμό, αμερικάνικου τύπου, δεν μπορούμε να είμαστε αισιόδοξοι, ο οποίος στηρίζεται στο νεοφιλελεύθερο μοντέλο οικονομίας, ή αλλιώς στον χρηματοπιστωτικό καπιταλισμό της άυλης οικονομίας. Οι ΗΠΑ  εξακολουθεί να είναι μια παγκόσμια δύναμη αλλά όχι αυτή που ήταν τις προηγούμενες δεκαετίες.



                                                 Η ΡΩΣΙΑ


Η Ρωσία είναι μια χώρα που προβληματίζει πολύ τον συγγραφέα, γι αυτό πολλά δοκίμια του έχουν ως θέμα είτε το οικονομικό της σύστημα(ενδεικτικά: 2ο βιβλίο,σ.93-101) είτε τη γεωπολιτική στρατηγική της (2ο, 346-359), είτε τα πλεονεκτήματα μιας πιθανής στο μέλλον ρωσο-ευρωπαϊκής συνεργασίας( 2ο , 230-4) είτε τη σύγκριση της αμερικάνικης και ρωσικής οικονομίας(1ο , 3ο κεφ) με τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα της καθεμιάς, είτε τη μάχη της για τους αγωγούς μεταφοράς ενέργειας (1ο, 7ο κεφ) κι ακόμα τη σκιαγράφηση της προσωπικότητας του Πούτιν (1ο , 9ο κεφ). Ο συγγραφέας πιστεύει ότι αξίζει να ασχοληθεί με τη Ρωσία, διότι η γειτνίαση της με την Ευρώπη κι ο τρόπος που αντιμετωπίζει τις προκλήσεις του σήμερα την καθιστούν βασικό παίκτη στο διεθνές πολιτικό παιχνίδι.
Όσον αφορά το οικονομικό της σύστημα ακολουθεί ένα μοντέλο ανάπτυξης λιγότερο φιλελεύθερο απ’ ότι οι ΗΠΑ, αφού οι ζωτικοί τομείς της οικονομίας της ελέγχονται από κρατικούς οργανισμούς και κρατικές βιομηχανίες, όπως η ενέργεια (Gazprom, Yukos) οι μεταφορές (Αεροφλότ, σιδηρόδρομοι), η πολεμική βιομηχανία. Μάλιστα δόθηκε και δίνεται ακόμα και σήμερα μάχη με τους λεγόμενους ολιγάρχες, που δημιούργησε η οικονομική πολιτική του Γιέλτσιν κυρίως, όταν τέτοιοι βασικοί τομείς της οικονομίας πέρασαν στα χέρια ιδιωτών. Ο Πούτιν   προσπαθεί να ανακόψει το ρεύμα αυτό και συχνά έχει συγκρουστεί με πανίσχυρους οικονομικά ολιγάρχες ξεκαθαρίζοντας τους ότι δεν προτίθεται να ξεπουλήσει βασικούς τομείς της οικονομίας κάνοντας αποκρατικοποιήσεις. Επίσης τους τονίζει οι δραστηριότητες τους να μένουν εκτός πολιτικής και να πληρώνουν τους φόρους τους. Μάλιστα τον πρώην διευθυντή του πετρελαϊκού κολοσσού Yukos, τον Χοντορκόφσκι, επειδή υπερέβη τα όρια που είχαν τεθεί, τον «έστειλε» στη Σιβηρία, θέτοντας υπό κρατικό έλεγχο την Υukos.
 Η ανάκαμψη της ρωσικής οικονομίας –μετά την κατάρρευση της επί Γιέλτσιν, τον καιρό του μετασχηματισμού της από κομμουνιστική σε καπιταλιστική- οφείλεται κατά πολύ και στην ισχυρή προσωπικότητα του Πούτιν, στο πρόσωπο του οποίου η Ρωσία ευτύχησε να βρει τον άξιο ηγέτη, που την έβγαλε από την κρίση. Ο συγγραφέας συμπεριλαμβάνει τον Πούτιν ανάμεσα στους ηγέτες παγκοσμίως που θαυμάζει (ενδεικτικά: Ντελόρ, Ερντογάν, Πέρες), κι εύχεται μακάρι κι η Ελλάδα να βρει έναν αντίστοιχο ηγέτη στις δύσκολες ώρες που περνά.
O ορυκτός πλούτος της Ρωσίας αποτελεί το ισχυρό σημείο της βιομηχανίας της. Η Ρωσία έρχεται πρώτη στον κόσμο στα κοιτάσματα φυσικού αερίου και δεύτερη στην εξαγωγή πετρελαίου μετά τη Σαουδική Αραβία. Δεύτερη επίσης έρχεται στα κοιτάσματα άνθρακα που διαθέτει. Ακόμα έχει πλούσια μεταλλεύματα σε αλουμίνιο, χάλυβα αλλά και ουράνιο κι οξείδια του ουρανίου για την κατασκευή πυρηνικών. Οι μεγάλες ποσότητες ξυλείας συμπληρώνουν τα κύρια εξαγώγιμα προϊόντα σε αντίθεση με τις ΗΠΑ, οι οποίες εξάγουν κυρίως βιομηχανικά προϊόντα αλλά γεωργικά.
Πρέπει όμως να σημειωθεί ότι η ανάκαμψη της ρωσικής οικονομίας οφείλεται επίσης   και στα δάνεια από δυτικές τράπεζες, που συνέρευσαν στη Ρωσία μέχρι την οικονομική κρίση του 2008, περίπου μισό τρις δολάρια, και που επενδύθηκαν σε τηλεπικοινωνίες, αυτοκίνητα, τράπεζες, βιομηχανίες. Προτιμήθηκε ο δανεισμός από τράπεζες αντί των ιδιωτών επενδυτών που θα γίνονταν συνέταιροι τους. Έτσι σήμερα η Ρωσία διαθέτει αποθέματα σε ευρώ και δολάρια, τα οποία δεν χρησιμοποίησε για να σώσει τις τράπεζες της από την οικονομική κρίση του 2008 –εξάλλου θα έσωζε 50 μόνο από τις 1100 που υπάρχουν στη Ρωσία- αλλά προτιμάει το χρήμα αυτό να το χρησιμοποιεί για γεωπολιτικούς, στρατηγικούς στόχους. Με πιο απλά λόγια η Ρωσία προτίμησε να υποτιμήσει το εθνικό της νόμισμα, το ρούβλι, στηρίζοντας πιο πολύ την κρατική οικονομία της παρά τους ιδιώτες επιχειρηματίες. Οι κρατικές αποταμιεύσεις της το 2008 ανέρχονταν στα 400δις δολάρια, ενώ της Αμερικής ήταν 340δις και τα φημολογούμενα της Κίνας 2,5 τρις δολάρια.
 Οι Ρώσοι έχουν συνηθίσει σε μια πιο αυταρχική διακυβέρνηση, αρχής γενομένης από το τσαρικό καθεστώς και στη συνέχεια από το κομμουνιστικό, γεγονός που δικαιολογεί και το ισχυρό κράτος που θέλει να οικοδομήσει ο Πούτιν, σε αντίθεση με την Αμερική που έχει συνηθίσει σε πιο φιλελεύθερο καθεστώς. Η νοοτροπία αυτή περνά και στη συμπεριφορά της εργατικής της τάξης, που δεν έχουν συνηθίσει σε απεργίες και διαδηλώσεις, που τόσο συχνά γίνονται στη Δύση. Επίσης ο Τύπος και η Εκκλησία στηρίζουν κατά βάθος την κρατική εξουσία. Άλλη κουλτούρα λοιπόν έχουν οι Ρώσοι, που επηρεάζει την οργάνωση της οικονομίας τους.
 Το ερώτημα που θέτει η προβλεπτική γεωπολιτική είναι: η Ρωσία κατά πόσο είναι διατεθειμένη να μετακινηθεί στο μέλλον προς ένα καθεστώς περισσότερο φιλελεύθερο για να προσελκύσει έτσι δυτικές επενδύσεις, κύρια από την Ευρώπη; Αν προχωρήσει η φιλελευθεροποίηση αυτή οι πολιτικές ισορροπίες της Δύσης με το Κρεμλίνο θα μείνουν ανεπηρέαστες; Ο συγγραφέας υποθέτει ότι η Ρωσία θα μπορούσε να συνεργαστεί με τη Δύση, εάν το ΝΑΤΟ και η ΕΕ σταματούσαν να απειλούν ζωτικά συμφέροντα της στην άμεση περιφέρεια της (Ουκρανία, χώρες Βαλτικής, Μολδαβία, Πολωνία, Γεωργία).

Ως προς τις υποδομές όμως η Ρωσία υστερεί έναντι των ΗΠΑ, οι οποίες διαθέτουν τρία απ’ τα καλύτερα φυσικά λιμάνια του κόσμου (Νέας Υόρκης, Σαν Φραγκίσκο, Τσέζαπικ), ένα έξοχο σύστημα συνδεόμενων πλωτών ποταμών, κι άριστο οδικό δίκτυο. Αντίθετα η Ρωσία έχει αντίξοο κλίμα, που δυσχεραίνει την ανάπτυξη της γεωργίας και την κατασκευή και συντήρηση του συστήματος μεταφορών της, το οποίο απαιτεί υψηλές δαπάνες.  Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να μην μπορούν να αναπτυχθούν ακμαίες εσωτερικές αγορές, και γενικότερα το εμπόριο κι επιπλέον να μετακινηθούν τα στρατεύματα. Μάλιστα οι σιδηροδρομικές της γραμμές έχουν μεγαλύτερο πλάτος από τις ευρωπαϊκές, οπότε αναγκάζονται να κάνουν μεταφόρτωση των εμπορευμάτων στα σύνορα με την Ευρώπη. Ακόμα η Αμερική και η Ρωσία έχουν μακρόχρονη παράδοση στην εκπαίδευση, επιστήμες, βιομηχανία αλλά η αμερικάνικη τεχνογνωσία στις βιομηχανικές τεχνικές κατέχει την κορυφαία θέση παγκοσμίως.
Η γεωγραφική της έκταση είναι το μεγάλο πλεονέκτημα της Ρωσίας, αφού εκτείνεται από τον Ατλαντικό (Βαλτική θάλασσα) ως τον Ειρηνικό ωκεανό (Βλαδιβοστόκ Σιβηρίας), γεγονός που, εκτός των πλουσιότατων πρώτων υλών που της χαρίζει, την κάνει να καταλαμβάνει πολλή μεγάλη έκταση δυο ηπείρων, της Ευρώπης κι Ασίας. Αυτό συνειδητοποίησε ο Αμερικανός  Spykman[1] και στη γεωπολιτική θεωρία του τόνισε ότι καμιά χώρα στον κόσμο δεν μπορεί να έχει την παγκόσμια κυριαρχία, αν δεν ελέγχει την ενδοχώρα(=Ρωσία) αυτής της κεντρικής ηπείρου του πλανήτη μας(Ευρωασίας). Ο «γίγαντας των στεπών»την χαρακτηρίζει ο Νταβούτογλου, με μειονέκτημα όμως την αραιοκατοίκηση της, όπου συγκριτικά με την Κίνα και τις Ινδίες υστερεί σε πληθυσμό.
Η γεωγραφική της θέση όμως δεν είναι τόσο πλεονεκτική, διότι βρίσκεται «στριμωγμένη» στα βάθη της Ευρωασίας, χωρίς πρόσβαση στις θερμές θάλασσες, που δεν παγώνουν ποτέ. Συγκριτικά οι ΗΠΑ είναι πιο ευνοημένη από την τύχη, διότι βρίσκεται μεταξύ δυο ωκεανών, Ατλαντικού κι Ειρηνικού, που δυσκολεύουν την από την θάλασσα επίθεση της. Για τις επιθέσεις όμως που εξαπολύει η ίδια στις μακρινές γι αυτήν ηπείρους ανέπτυξε την πολεμική τεχνολογική υπεροχή της (πχ αεροπλανοφόρα πλοία)[2]. Επίσης η Ρωσία δεν έχει φυσικά γεωγραφικά σύνορα (μεγάλους ποταμούς, ψηλά βουνά) από την πλευρά της Ευρώπης, που θα την προστάτευαν από μια πιθανή εισβολή στα εδάφη της, από την πλευρά εκείνη. Γι αυτό αναγκάζεται να δημιουργεί προστατευτικές ζώνες γύρω της, προσπαθώντας να κρατά υπό την επιρροή της τις χώρες με τις οποίες συνορεύει στην Ευρώπη.
Ο ρωσο-αμερικάνικος ανταγωνισμός όμως που διεξάγεται, σήμερα, για τις σφαίρες επιρροής τους στα ευρωπαϊκά εδάφη δημιουργεί προβλήματα στην ΕΕ, η οποία επιθυμεί ειρήνη κι ασφάλεια με τη γείτονα Ρωσία. Κάποιες από τις ευρωπαϊκές χώρες, που βρίσκονται πάνω στο γεωπολιτικό κενό που δημιουργήθηκε με την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης,  έχουν φροντίσει οι ΗΠΑ να τις πάρουν υπό την κηδεμονία τους (Πολωνία, Μολδαβία, χώρες Βαλτικής, Γεωργία)  ενώ άλλες όπως η Ουκρανία επέστρεψαν στη ρωσική επιρροή. Ο έλεγχος της Ουκρανίας από τη Ρωσία είναι επιτακτικός για πολλούς λόγους. Πρώτον της διασφαλίζει την έξοδο της στον Εύξεινο Πόντο κι από κει στη Μεσόγειο, δεύτερον είναι ο σιτοβολώνας της Ρωσίας, τρίτον την αισθάνεται φυλετικά κοντά της, αφού το κράτος του Κιέβου θεωρείται η κοιτίδα των Ρώσων, τέταρτον της προσφέρει μία από τις καλύτερες διαδρομές προς τον Καύκασο και πέμπτον κατοικούν εκεί 15.000.000 άτομα ρωσικής καταγωγής.
Ο ρωσο-αμερικάνικος όμως ανταγωνισμός -που έχει ξεκινήσει από την εποχή του Ψυχρού πολέμου, όταν οι ΗΠΑ συμπεριέλαβαν στο γεωπολιτικό σχεδιασμό τους την περικύκλωση της Ρωσίας, σύμφωνα με τη θεωρία του Spykman- συνεχίζεται ακόμα και σήμερα στον Καύκασο και στις χώρες της Κεντρικής Ασίας, που ανήκαν κάποτε στην πρώην Σοβιετική Ένωση, αλλά και στο Αφγανιστάν, κι Ιράν. Η Αμερική θέλει να ελέγχει τις χώρες αυτές, όχι μόνο για τον ορυκτό πλούτο τους αλλά και για να ελέγχει την αχανή ενδοχώρα (= Ρωσία) της μεγαλύτερης σε έκταση ηπείρου στον κόσμο, διότι μόνο τότε δεν θα μπορεί καμιά χώρα να αμφισβητήσει την παγκόσμια ηγεμονία της.
Στον 21ο όμως αιώνα, που αναπτύσσονται οι πολυπληθείς  Κίνα και Ινδία, πως θα εξελιχτεί το γεωπολιτικό παιχνίδι παγκόσμια; Ποιες καινούργιες συμμαχίες μπορεί να προκύψουν; Ο συγγραφέας, που αρέσκεται στη προβλεπτική γεωπολιτική, την οποία παρομοιάζει με μια συναρπαστική παρτίδα σκάκι, φαντάζεται να επικρατεί ένα τριπολικό παγκόσμιο σύστημα (Αμερική, Ρωσία, Κίνα) ή μια παραλλαγή του παλαιού διπολικού, χωρίς να το κατονομάζει. Κι ο αναγνώστης δεν μπορεί να μη σκεφτεί τότε: Αμερική κατά Ρωσίας, με στρατηγικούς συμμάχους, ποιους; μάλλον την Κίνα δίπλα στην Αμερική και την Ευρώπη δίπλα στη Ρωσία; Εκεί μάλλον οδηγεί ο ζήλος του συγγραφέα για μια Ευρώπη ισχυρή –που μόνο μέσα από την ολοκλήρωση της ενοποίησης της θα το πετύχει και με τη Ρωσία δίπλα της που έτσι κι αλλιώς εκ φύσεως (γεωγραφικά) είναι δεμένες μαζί. «Ο χρόνος, όπερ δείξαι», που έλεγαν και οι αρχαίοι ημων πρόγονοι!
Υ.Γ
Η πολιτική της Ρωσίας για τους αγωγούς μεταφοράς πετρελαίου και φυσικού αερίου στην Ευρώπη καθώς και τα αίτια που καθιστούν αναγκαία τη προσέγγιση Ευρωπαϊκής ένωσης και Ρωσίας (ευρωσιατισμός) περιγράφονται στο κεφάλαιο για την νέα εξωτερική πολιτική της Ελλάδας.
  
                                                                                      Σούλη Αγγελική,
                                                                                      Αθήνα 8/02/2011
                                            ΤΕΛΟΣ

[1] Νταβούτογλου, Το στρατηγικό βάθος
[2] Νταβούτογλου, Το στρατηγικό βάθος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου