Το ιστολόγιο της Αγγελικής Π. Σούλη

Η καταγραφή των αναγνώσεων αυτών ξεκίνησε από την επιθυμία μου να μην ξεχασθούν ιδέες και συναισθήματα που κάποτε με είχαν συγκινήσει.
Γράφοντας συνειδητοποίησα ότι ο χρόνος που αφιέρωνα στην ανάλυση, σύνθεση, αξιολόγηση του έργου, μου χάριζε ένα αίσθημα δημιουργίας.
Η επαγγελματική μου απασχόληση (φιλόλογος) μου έδωσε τα κίνητρα και τα μέσα για αυτές τις αναγνώσεις. Κι έτσι με συνεπήρε το ταξίδι της ανάγνωσης και της γραφής!
Κι ανοίχτηκε μπροστά μου ένας ολόκληρος κόσμος, σχεδόν ανεξερεύνητος,της δημιουργικής ανάγνωσης και γραφής.
"Η ανάγνωση δεν μπορεί να είναι ούτε μία ούτε άπειρες" όπως τονίζει ο Ουμπέρτο Έκο, αφού η υποκειμενική ερμηνεία του γράφοντος πρέπει να δένει με τους περιορισμούς που θέτει το κείμενο.

Και μια διευκρίνιση:
Καμμιά ανάγνωση δεν μπορεί να αντικαταστήσει το ίδιο το βιβλίο αλλά μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο ανάμεσα στον αναγνώστη και στο βιβλίο φωτίζοντας το, κάνοντας το πιο κατανοητό και καλλιεργώντας συγχρόνως τη φιλαναγνωσία.



Πέμπτη, 17 Μαΐου 2012

Ιστορία της Διπλωματίας, Ποτέμκιν, εκδ.Γκοβόστη


             Η ανάλυση της εξωτερικής πολιτικής των ευρωπαϊκών κρατών από την αρχαιότητα ως και τον 19ο αιώνα με όλο το διπλωματικό παρασκήνιο που κρύβεται πίσω από τα ιστορικά γεγονότα παρουσιάζεται στο βιβλίο «Ιστορία της Διπλωματίας», που υπογράφει ο Ρώσος Ποτέμκιν ή καλύτερα που το επιμελείται, αφού πρόκειται για συλλογικό έργο: Πρόκειται για μια παλιά έκδοση του 1974, εξαντλημένη ίσως, που παρουσιάζει τα κίνητρα των ηγεμόνων (οικονομικά, πολιτικά, προσωπικά…), τις μεθοδεύσεις που χρησιμοποίησαν για να πετύχουν τους στόχους τους, τις ασταθείς πολιτικές ισορροπίες μεταξύ των κρατών οι οποίες συχνά διασαλεύονταν, τις Διεθνείς Σχέσεις και την εξέλιξη τους. Έτσι φωτίζονται καλύτερα οι πόλεμοι, οι συμμαχίες, οι συνθήκες ειρήνης, οι Διασκέψεις κι αποκαλύπτονται τα βαθύτερα αίτια πολλών ιστορικών γεγονότων! Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο σχηματισμός για πρώτη φορά στην παγκόσμια ιστορία  του θεσμού των εθνικών κρατών στην Ευρώπη από τον 16ο αιώνα και μετά. Επίσης η δημιουργία του παπικού κράτους και οι διπλωματικές μεθοδεύσεις που επινοούνταν κάθε φορά από διάφορους ηγεμόνες και τις οποίες έχουμε κληρονομήσει μέχρι σήμερα! 
 Το έργο χωρίζεται σε τρεις τόμους:
 1ος τόμος: Η ιστορία της διπλωματίας από την αρχαιότητα ως και το Μεσαίωνα
 2ος   »      : Νεώτεροι χρόνοι: απ’ τον 16ο –18ο αιώνα (δημιουργία των πρώτων εθνικών κρατών:     (Γαλλία, Ισπανία, Πορτογαλία,Ολλανδία, Δανία, Αγγλία, Ρωσία, ΗΠΑ)           
3ος   »      : Νεώτεροι χρόνοι:  19ος αιώνας(νέα εθνικά κράτη: Ελλάδα, Ιταλία, Γερμανία)

Πρώτος τόμος: Αρχαιότητα και Μεσαίωνας
                  Η Διπλωματία, ως τέχνη  για την επίλυση διεθνών πολιτικών προβλημάτων με ειρηνικούς τρόπους κι όχι μέσω πολέμων, εμφανίζεται από τη στιγμή που δημιουργήθηκαν τα πρώτα κράτη στην Ανατολή (Μεσοποταμία, Αίγυπτος…)και είχε κύρια τη μορφή της πολιτικής και στρατιωτικής κατασκοπείας για την απόκτηση ξένων εδαφών.
 Στην αρχαία Ελλάδα όμως χρωστάει την ονομασία της και τη θεσμική της οργάνωση. Η διπλωματία ετυμολογικά προέρχεται από το διπλωμένο έγγραφο>δίπλωμα, που έπαιρναν μαζί τους οι πρέσβεις στη χώρα που στέλνονταν, πάνω στο οποίο αναγραφόταν ο σκοπός και οι οδηγίες- κατευθύνσεις που θα ακολουθούσαν οι πρέσβεις. Επίσης η ονομασία πρέσβης>πρεσβύτερος, αφού ως πρέσβεις εκλέγονταν οι πρεσβύτεροι δηλαδή  ηλικιωμένοι που είχαν σύνεση κι ευφράδεια λόγου. Ακόμα ο πρόξενος σχετίζεται ετυμολογικά  με τον Ξένιο (Δία) και τη φιλοξενία, αφού ως μόνιμος αντιπρόσωπος μιας χώρας σε μια άλλη ξένη, ετύγχανε σεβασμού και φιλοξενίας.(Α, σ.29-32) Οι αρχαίες πόλεις-κράτη οργάνωσαν πανελλήνιους και διεθνείς θεσμούς, όπως ανταλλαγές πρεσβειών, αμφικτιονίες,  συμμαχίες, ομοσπονδίες, συνθήκες ειρήνης, συνέδρια πανελλήνια. Χαρακτηριστικό γνώρισμα της αρχαίας ελληνικής δημοκρατίας ήταν ότι ο πρέσβης εκλέγονταν, δεν διορίζονταν   και μετά το πέρας της αποστολής του λογοδοτούσε στην εκκλησία του Δήμου.
Στην αρχαία Ρώμη οφείλουμε το πληρέστερο «δίκαιο των εθνών», jus gentium, το οποίο γράφτηκε για να ρυθμίσει τις νέες οικονομικές σχέσεις που ανέπτυξε η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία σ’ όλη τη λεκάνη της Μεσογείου. Εδώ οι πρέσβεις της εκλέγονται και λογοδοτούν στην Σύγκλητο -κι όχι στο λαό- που είναι υπεύθυνη για την εξωτερική πολιτική. Η Ρώμη την εποχή της αυτοκρατορίας της ασκεί μια  εσωτερική διπλωματία (Α, 80-83) με τους λαούς που έχει κατακτήσει για να διατηρεί τη συνοχή της Αυτοκρατορίας της και μια εξωτερική διπλωματία με τους λαούς που συνορεύει. Οι Καρχηδόνιοι και οι Έλληνες ήταν οι δυο πιο ισχυροί λαοί, τους οποίους, όταν νίκησε ανοίχτηκε ο δρόμος για την κυριαρχία της στη Μεσόγειο και το μετασχηματισμό της σε αυτοκρατορία. Ενδιαφέρον σημείο στην ιστορία των διεθνών σχέσεων  παρουσιάζει η διπλωματία του Αννίβα και των Ρωμαίων.
 Στην Καρχηδόνα ο Αννίβας (208-201π.Χ) αναζητεί συμμάχους για να αντιμετωπίσει τη Ρώμη, που αναπτύσσεται και  απειλεί την Καρχηδόνα, τη μοναδική ισόπαλη δύναμη μ’ αυτόν, που υπήρχε στη Δυτική Μεσόγειο. Βρίσκει λοιπόν τον κατάλληλο σύμμαχο, τον Φίλιππο Ε!, βασιλιά της Μακεδονίας, ο οποίος φιλοδοξούσε να σχηματίσει το πιο ισχυρό κράτος στην Ανατολική Μεσόγειο, επεκτείνοντας τη Μακεδονία από το Αιγαίο ως την Αδριατική. Το σχέδιο της περικύκλωσης της Ιταλίας ήταν σύλληψη του μεγάλου, όχι μόνο στρατηγού αλλά και διπλωμάτη, Αννίβα. Οι Ρωμαίοι πανικοβάλλονται, όταν μάλιστα ο Αννίβας τόλμησε το πρωτάκουστο, να διέλθει με το στρατό του τις δύσβατες Άλπεις κατευθυνόμενος στη Ρώμη, μαζί με άλλα βαρβαρικά φύλα των περιοχών απ’ όπου διήλθε! Ο στόλος των Μακεδόνων και ο Καρχηδονιακός θα σφυροκοπούσαν τους Ρωμαίους από παντού. Οι Ρωμαίοι, μεγάλοι διπλωμάτες όμως κι αυτοί δημιουργούν έναν αντιμακεδονικό συνασπισμό των ελληνικών κρατών, που ανταγωνίζονταν οικονομικά και πολιτικά τη Μακεδονία (Αιτωλική Συμπολιτεία, Σπάρτη…) και νικούν, με την υποστήριξη βέβαια των Ρωμαίων, τον Φίλιππο Ε! της Μακεδονίας και μετά από λίγα χρόνια και τον Αννίβα, το 202 π.Χ.  Ο Αννίβας όμως παρά την ήττα του δεν παραιτείται αλλά σχεδιάζει έναν μεγαλύτερο συνασπισμό κρατών για την περικύκλωση της Ιταλίας. Οι διαφωνίες Φιλίππου Ε! Μακεδονίας και Αντιόχου, ηγεμόνα του ελληνιστικού βασιλείου της Συρίας αλλά και η ρωμαϊκή διπλωματία του «διαίρει και βασίλευε» συντελούν στην αποτυχία του συνασπισμού κι ο Αννίβας αναγκάζεται να αυτοκτονήσει με δηλητήριο για να μη συλληφθεί  από τους Ρωμαίους.
Τη μέθοδο του «διαίρει και βασίλευε» τους αντιπάλους, σε συνδυασμό με το να διεξαγάγουν πολέμους σε ξένα εδάφη -όχι ιταλικά- χρησιμοποίησαν οι Ρωμαίοι και για την υποδούλωση της  διασπασμένης Ελλάδας (Μακεδονία, Αιτωλική Συμπολιτεία, Αχαϊκή Συμπολιτεία…). Παρά τους αγώνες των δημοκρατικών κομμάτων, τα οποία όταν είχαν την εξουσία έφτασαν μέχρι να απελευθερώσουν και τους δούλους για να πολεμήσουν τους Ρωμαίους,  οι Ρωμαίοι παρουσιάστηκαν ως προστάτες των συμφερόντων της ολιγαρχικής τάξης, η οποία τους καλοδεχόταν  κι έτσι χάρις στη διαίρεση των Ελλήνων ποικιλοτρόπως, οι Ρωμαίοι τους υπέταξαν οριστικά το 146 π.Χ.    
Νέες μεθόδους διπλωματίας εγκαινιάζουν οι Ρωμαίοι κατά τη διάρκεια της αυτοκρατορίας τους, όταν πρέπει να αντιμετωπίσουν τους βαρβάρους που καραδοκούν στα σύνορα της και λεηλατούν τα εδάφη της. Αυτούς τους βαρβάρους, για πέντε περίπου αιώνες, προσπαθούν να τους κρατήσουν έξω από τα σύνορα της, εξαγοράζοντας την απροθυμία τους να επιτεθούν στα εδάφη της, ή  χρησιμοποιώντας τους ως εργατική και στρατιωτική δύναμη ή επιτρέποντας  τους αργότερα να αποικίσουν και στα εδάφη της εκρωμαϊζοντας τους πολλές φορές μέχρι που τελικά οι βάρβαροι κατέλυσαν το Δυτικό τμήμα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας το 476 μ. Χ.

         Η ρωμαϊκή διπλωματία, στη συνέχεια, επηρεάζει τη βυζαντινή διπλωματία, η οποία γίνεται πιο μεγαλόπρεπη στο τυπικό της, πιο έντεχνη αλλά και πιο ραδιούργα. Το βασικό πρόβλημα της βυζαντινής διπλωματίας ήταν οι σχέσεις της με τα βαρβαρικά φύλα, πολλά από τα οποία όμως, τώρα, ισχυροποιούνται και διεκδικούν το σχηματισμό των δικών τους κρατών, στερώντας από το Ανατολικό (Βυζαντινό) τμήμα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας το παλιό ζωτικό της χώρο. Και το Βυζάντιο χρησιμοποίησε πολλούς νέους τρόπους για να έχει καλή γειτνίαση με τα νέα έθνη που εμφανίζονται τότε και να τα κρατά υπό την πολιτιστική επιρροή της. Η διάδοση του χριστιανισμού (στους Μοραβούς, Βουλγάρους, Ρώσους) και η μετάφραση των ιερών βιβλίων στην εθνική γλώσσα κάθε λαού, αφού πρώτα τους βοήθησε να αποκτήσουν γραφή δημιουργώντας το αλφάβητο της μητρικής τους γλώσσας, που μέχρι τότε μιλιόταν μόνο προφορικά – ενώ ο Πάπας της Ρώμης ήθελε τη λατινική ως γλώσσα της εκκλησίας- οι γάμοι βυζαντινών πριγκιπισσών με ηγεμόνες «βάρβαρους», η σύναψη εμπορικών σχέσεων, οι συμμαχίες αλλά και το «διαίρει και βασίλευε» τους γειτονικούς λαούς στρέφοντας τον ένα εναντίον του άλλου ή προκαλώντας εσωτερικές αντιπαλότητες (φιλοβυζαντινά και αντιβυζαντινά κόμματα) κι εμφύλιους καμιά φορά, είναι μερικές απ’ τις μεθόδους της βυζαντινής διπλωματίας. Μεγάλος διπλωμάτης θεωρείται ο Ιουστινιανός, που διοικούσε την απέραντη αυτοκρατορία του από το γραφείο του κι ίσως η σύζυγος του Θεοδώρα συνέβαλε σ’ αυτό, η οποία αναφέρει σε επιστολή της, ότι «ο Αυτοκράτορας δεν επιχειρεί τίποτα χωρίς να με συμβουλευτεί»
 
          Πολλά στοιχεία της ρωμαϊκής διπλωματίας αφομοίωσε και το νεοσύστατο παπικό κράτος, όταν ο Πάπας κατά τον 7ο  αιώνα δημιούργησε το δικό του κοσμικό κράτος που περιελάμβανε τη Ρώμη, τη Ραβέννα, το Ρίμινι…περιοχές που πήρε από τους Λογγοβάρδους ο βασιλιάς των Φράγκων, Πιπίνος ο Μικρός και τις έκανε δωρεάν στον Πάπα. Για αντάλλαγμα ο Πάπας τον στέφει βασιλιά των Φράγκων, σφετεριζόμενος την εξουσία από το νόμιμο διάδοχο, και μάλιστα προσθέτοντας στον τίτλο του «ελέω Θεού βασιλεύς», εγκαινιάζοντας έτσι στην Ευρώπη τη θεόσταλτη βασιλεία, αφού ο βασιλεύς δεν μπορεί πια να θεωρείται θεός ή γιος θεού, όπως παλαιότερα! Επειδή όμως ο Πάπας ήθελε να κατοχυρώσει καλά τη δωρεά εδαφών που του έγινε από τον Πιπίνο, στη συνέχεια συντάσσει τη διασημότερη πλαστογραφία στην Ιστορία, τη γνωστή ως «δωρεά Κωνσταντίνου». Σύμφωνα  με αυτήν ο αυτοκράτορας Κων/νος ο Μέγας, όταν μετέφερε την έδρα του από τη Ρώμη στην Κωνσταντινούπολη χάρισε τα προαναφερθέντα εδάφη στον Πάπα, επειδή όπως ισχυρίστηκε ο ίδιος, αυτός έσωσε τον Μέγα Κωνσταντίνο από ασθένεια, εκ θαύματος! Με αυτή τη διπλωματική πράξη, έστω και πλαστογραφημένη ένας θρησκευτικός ηγέτης, ο Πάπας αποκτά και κοσμική εξουσία! Η πλαστογράφηση κειμένων είναι αγαπημένη μέθοδος της παπικής διπλωματίας, διότι το ίδιο έγινε και κατά τη μετάφραση στα λατινικά των διατάξεων της Α! Οικουμενικής Συνόδου που έδινε τα «πρωτεία» στον Πάπα κι όχι στον Πατριάρχη Κων/λης!
Μεγάλη διπλωματική πράξη αποτελεί και η στέψη του Καρλομάγνου ως αυτοκράτορα των Ρωμαίων από τον Πάπα, στη Ρώμη ανήμερα τα Χριστούγεννα του 800 μ.Χ. Με την πράξη αυτή αφενός ο Καρλομάγνος, ο βασιλεύς των Φράγκων και γιος του Πιπίνου του Μικρού, παρουσιάζεται ως ο κληρονόμος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας θέλοντας έτσι να νομιμοποιήσει τις κτήσεις του σε Ιταλία και Γερμανία  κι αφετέρου ο Πάπας από δω και στο εξής μπορεί να ισχυρίζεται ότι  ο θρησκευτικός ηγέτης είναι ανώτερος από τον κοσμικό ηγέτη, αφού «αυτός που στέφει είναι ανώτερος από αυτόν που δέχεται τη στέψη»! Η διεκδίκηση της κληρονομιάς της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας απεδείχθη μείζον πολιτικό πρόβλημα πρώτα μεταξύ Καρλομάγνου και Βυζαντινών, οι οποίοι θεωρούσαν κι αυτοί τους εαυτούς τους -δικαιωματικά βέβαια- ως κληρονόμους του Κωνσταντίνου Μέγα κι αργότερα μεταξύ Πάπα και Γερμανών, πίσω από τους οποίους κρυβόταν η σύγκρουση της εκκλησιαστικής και της κοσμικής εξουσίας για την κυριαρχία τους στην Ιταλία, στην Ευρώπη και στην Ανατολή (βλέπε Σταυροφορίες για τους Άγιους Τόπους).  Οι Γερμανοί αυτοκράτορες επικεφαλής της αυτοκρατορίας που ίδρυσαν τον 9ο αι.  με τον παράξενο μακροσκελή τίτλο «Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του Γερμανικού Έθνους» για να αποδείξουν την ταυτότητα του νέου  γερμανικού κράτους ως συνεχιστή και κληρονόμου της πάλαι ποτέ ισχυράς Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, από τον 11ο ως τον 14ο αιώνα έκαναν επιδρομές και λεηλατούσαν τις πλούσιες πόλεις της Βορείου Ιταλίας, οι οποίες τότε είχαν μπει σε αστικούς τρόπους οικονομικής ανάπτυξης. Η σύγκρουση αυτή, αφού πέρασε από διάφορες φάσεις, στις οποίες αναδείχτηκαν μεγάλες προσωπικότητες σαν τους Πάπες Γρηγόριο Ζ! και Ιννοκέντιο Γ! κι αυτοκράτορες σαν τον Ερρίκο Δ!, το Φρειδερίκο Α! Βαρβαρόσσα και τον εγγονό του Φρειδερίκο Β! Χοεντζόλερν, έληξε με την πύρρειο νίκη του Πάπα, αφού νίκησε τους Γερμανούς με τη σύμπραξη των Γάλλων όμως. Από τη μια οι πλούσιες ιταλικές πόλεις, που αντιστάθηκαν κατά των Γερμανών επιδρομέων, έκαναν τον Πάπα σύμβολο της ενωμένης αντίστασης τους κι απ’ την άλλη οι Γάλλοι, που εκλήθησαν από τον Πάπα για να βοηθήσουν, εγκαταστάθηκαν μόνιμα στην Κάτω Ιταλία και Σικελία ανακηρύσσοντας εκεί Βασίλειο με βασιλιά τον Κάρολο ντ’ Ανζού, αδελφό του βασιλιά της Γαλλίας.

          Δεύτερος τόμος:  Γέννηση των εθνικών κρατών (16ος-18ος αι)
               Η πολυπόθητη ενοποίηση του κατακερματισμένου φεουδαρχικού κόσμου στην Ευρώπη κατά το Μεσαίωνα δεν έγινε βέβαια ούτε από τον Πάπα ούτε απ’ τους Γερμανούς αυτοκράτορες, οι οποίοι ονειρεύονταν την νεκρανάσταση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και πάσχιζαν -ο καθένας για λογαριασμό του- για την ενοποίηση αυτή που θα ενίσχυε την «παγκόσμια» τότε κυριαρχία τους. Η ενοποίηση σε μικρότερη όμως εδαφική κλίμακα έγινε από τους βασιλιάδες με τη βοήθεια της αναπτυσσόμενης τότε αστικής τάξης. Βασιλιάδες κι αστική τάξη είχαν κοινά συμφέροντα κατά των φεουδαρχών, οι μεν πρώτοι διεκδικώντας μεγαλύτερη πολιτική εξουσία, οι δε δεύτεροι οικονομική εξουσία Αυτοί οι δυο μαζί κατόρθωσαν να ενοποιήσουν τον κατακερματισμένο από τους φεουδάρχες εδαφικό χώρο σε ενιαίες επικράτειες με συγκεκριμένα γεωγραφικά σύνορα μεταξύ τους, τα οποία συχνά συνέπιπταν με μεγάλα φυσικά σύνορα (βουνά, ποτάμια…). Δεύτερον, οι βασιλιάδες δημιούργησαν μια ισχυρή κεντρική εξουσία, με κοινό νόμισμα, κοινή νομοθεσία…προστάτευσαν το εμπόριο και τη ναυτιλία οδηγώντας έτσι στην ανάπτυξη την ανερχόμενη αστική τάξη και στην εδραίωση του καπιταλιστικού συστήματος. Τελικά στο μεταίχμιο του Μεσαίωνα και των Νεώτερων χρόνων, ένας νέος θεσμός αρχίζει να εμφανίζεται στην Ευρώπη, το εθνικό κράτος, που διαφέρει κι απ’ την πόλη-κράτος κι απ’ τις αυτοκρατορίες. Έτσι τα βαρβαρικά φύλα (Γότθοι, Κέλτες, Γαλάτες, Σάξονες...) που εμφανίζονται στα τέλη της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και τελικά την καταλύουν το 476 μ.Χ,  στο διάβα του χρόνου  εκπολιτίζονται σιγά-σιγά κι μετά από αρκετούς αιώνες αρχίζουν οι φυλές αυτές να μεταμορφώνονται στα γνωστά πλέον ευρωπαϊκά έθνη διεκδικώντας κάθε έθνος το δικό του κράτος.
            Η αρχή των εθνοτήτων, η εξυπηρέτηση του κρατικού συμφέροντος -κι όχι πια του δυναστικού- στην εσωτερική κι εξωτερική πολιτική, η πολιτική ισορροπία μεταξύ των εθνικών κρατών, τα φυσικά σύνορα ενός κράτους, η ελευθερία των θαλασσών, το απρόσβλητο της διεθνούς συνθήκης,  είναι μερικές από τις καινούργιες νομικές και διπλωματικές έννοιες που αρχίζουν κι εμφανίζονται, πρώτα από τους πολιτικούς στοχαστές.  Ένας απ΄ αυτούς ήταν κι ο Μακιαβέλι, που με κυνική ειλικρίνεια στο έργο του «Ηγεμόνας» παροτρύνει τον  Μέδικο της Φλωρεντίας να χρησιμοποιήσει οποιοδήποτε μέσον –ακόμα κι αν δεν συμβαδίζει με την ηθική- για να πετύχει το σκοπό του, να σχηματίσει ισχυρό κράτος. Απ’ την άλλη η επιστήμη του Διεθνούς Δικαίου γεννιέται στην Ολλανδία από τον Ούγο Γρότιο ο οποίος εκδίδει το 1625 το «περί του δικαίου του πολέμου και  της ειρήνης» παρουσιάζοντας τις αρχές που πρέπει να διέπουν τις σχέσεις των εθνών (δι-εθνείς). Η διπλωματία περνάει τώρα απ΄ τους φεουδάρχες στα χέρια των απόλυτων μοναρχών, οι οποίοι οργανώνουν τη διπλωματική υπηρεσία ως μια κρατική πια υπηρεσία.
          Αν η Ιταλία θεωρείται από πολλούς η πατρίδα της διπλωματίας, αφού οι πλούσιες ιταλικές πόλεις ανέπτυξαν πλούσιες μεθόδους και τεχνάσματα για τα προασπίζονται τα οικονομικά και πολιτικά τους συμφέροντα με πρώτη διδάξασα τη Βενετία, γενάρχης όμως της σύγχρονης διπλωματίας θεωρείται ο βασιλιάς της Γαλλίας Λουδοβίκος ΙΑ! «Η πονηριά είναι καλύτερη από τη δύναμη» πίστευε ο Λουδοβίκος ΙΑ! Γι’ αυτό προσπαθούσε να λύνει τα προβλήματα του κράτους του με τη διπλωματία παρά με τους πολέμους. Δίπλα στις παλιές μεθόδους του διαίρει και βασίλευε, του χρηματισμού κι άλλων οργάνωσε ένα πλατύ δίκτυο κατασκόπων, δωροδοκώντας ακόμα και υπηρέτες των αντιπάλων του για να μαθαίνει τις συνήθειες και τα μυστικά τους, τα οποία κατέγραφε και φύλασσε σε φακέλους για να τα ανασύρει, όταν θα τα χρειαζόταν. Είναι ο πρώτος που σκέφτηκε το φακέλωμα καταγράφοντας προσωπικά δεδομένα προσώπων που τον ενδιέφεραν. Επίσης προσπάθησε να μετατρέψει τις προσωρινές διπλωματικές αποστολές των πρέσβεων σε μόνιμες, μέσα στις Αυλές των ξένων βασιλέων. Με αυτό τον τρόπο συνδέθηκαν βέβαια περισσότερο μεταξύ τους τα ευρωπαϊκά κράτη απ’ την άλλη όμως οι μόνιμοι πρέσβεις λειτουργούσαν πολλές φορές ως κατάσκοποι στις Αυλές των άλλων βασιλιάδων.

 Τα πρώτα εθνικά κράτη που σχηματίστηκαν στην Ευρώπη είναι η Γαλλία, η Ισπανία, η Πορτογαλία, η Αγγλία, η Ολλανδία, η Δανία και λίγο αργότερα η Ρωσία. Πολύ αργότερα, κατά το 19ο αιώνα σχηματίζουν εθνικά κράτη κατά χρονική σειρά η Ελλάδα, η Ιταλία και η Γερμανία. (Το παρόν βιβλίο δεν αναφέρεται στον 20ο αιώνα, οπότε δεν περιγράφεται ο σχηματισμός του πλήθους των εθνικών κρατών, που σχηματίστηκαν: πρώτα στην Ευρώπη μετά τη λήξη του Α! παγκόσμιου πολέμου και την κατάρρευση των αυτοκρατοριών Αυστροουγγρικής, Ρωσικής, Γερμανικής και Οθωμανικής, δεύτερον στον Τρίτο Κόσμο μετά τον Β! Παγκόσμιο Πόλεμο και τρίτον στην Ανατολική Ευρώπη και Κεντρική Ασία μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης ).
Η Ισπανία κατά το 16ο αιώνα είναι η κυρίαρχη δύναμη παγκόσμια, διότι κατέχει το μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης (Ισπανία και γερμανικά εδάφη Αψβούργων εκ κληρονομιάς, Ολλανδία) και αποικίες στην κεντρική και νότια Αμερική, αφού προηγήθηκε στις Μεγάλες Ανακαλύψεις του 15ου αιώνα. Το χρυσάφι ρέει άφθονο από τις αποικίες της στα ταμεία του  Ισπανού βασιλιά αλλά η φεουδαρχική δομή της οικονομίας της εμπόδισε την ανάπτυξη ισχυρής αστικής τάξης που θα  εκμεταλλευόταν οικονομικά τις  αποικίες που απέκτησαν, γι αυτό τους επόμενους αιώνες τις έχασαν από την Αγγλία, Ολλανδία, Γαλλία.
Η Γαλλία, κατά τον 17ο αιώνα και συγκεκριμένα με τη συνθήκη της Βεστφαλίας (1648) ως νικήτρια του Τριακονταετούς πολέμου γίνεται η κυρίαρχη δύναμη στον κόσμο, διαλύοντας την Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του Γερμανικού Έθνους σε πάρα πολλά μικρά κρατίδια, τα οποία για να ενοποιηθούν σε εθνικό κράτος πέρασαν περίπου 200 χρόνια. Σημειωτέον ότι η συνθήκη της Βεστφαλίας αποτελεί  ορόσημο που σηματοδοτεί τη θεσμοθέτηση των εθνικών κρατών. Στη Γαλλία άξιοι βασιλιάδες και πρωθυπουργοί (Ρισελιέ, Μαζαρίνος, Λουδοβίκοι Θ, ΙΑ, ΙΔ…)κατάφεραν να δημιουργήσουν ένα ενιαίο κράτος με ισχυρή κεντρική εξουσία και οι οποίοι προστάτευσαν την αστική τάξη, το εμπόριο και απέκτησαν πολλές πλούσιες αποικίες στη Βόρεια Αμερική (Καναδάς, περιοχές γύρω από Μισσισιπή ποταμό) και στις Ινδίες. Βέβαια η απολυταρχική εξουσία των Γάλλων βασιλιάδων ενώ στην αρχή λειτούργησε υπέρ του σχηματισμού ενιαίου ισχυρού εθνικού κράτους στη συνέχεια στάθηκε εμπόδιο στην ανάπτυξη της αστικής τάξης οδηγώντας στη γνωστή Γαλλική Επανάσταση, κάτι που απεφεύχθη στην Αγγλία διότι είχαν προλάβει να προβούν σε δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις.
Η Ολλανδία (Κάτω Χώρες) αναδεικνύεται σε μεγάλη ναυτιλιακή κι εμπορική δύναμη του κόσμου κατά τον 17ο αιώνα με αποικίες στις Ινδίες, Ινδονησία, Ν. Αφρική, Αμερική. Υπήρχε εποχή που ο στόλος της αριθμούσε 16.000 πλοία, ενώ την ίδια εποχή η Γαλλία είχε μόνο 1.000 πλοία. Την ευημερία της τη χρωστούσε στις πολλές εμπορικές της πόλεις και στα λιμάνια της που συνεργάζονταν δημοκρατικά μεταξύ τους, χάρις στην Χανσεατική Ένωση που είχαν συμπήξει μεταξύ τους. Γι αυτό η Ολλανδία είναι και το πρώτο κράτος στην Ευρώπη –πριν ακόμα και απ’ την Αγγλία- που η διακυβέρνηση του γινόταν δημοκρατικά! Και η Δανία χάρις στη γεωγραφική της θέση -ανάμεσα στη Βαλτική και στη Βόρεια Θάλασσα, που ήταν πέρασμα για τα εμπορικά καράβια- και στο στόλο της είχε έντονη παρουσία στη Βόρεια Ευρώπη. Επίσης η παρουσία της Σουηδίας -που  είχε κατακτήσει τη σημερινή Νορβηγία- είναι εμφανής στη Βαλτική θάλασσα ως σύμμαχος ή αντίπαλος πότε της Γαλλίας, της Ολλανδίας ή της Ρωσίας.
Αντίθετα χώρες, όπως η Πολωνία και η Γερμανία εξ αιτίας του φεουδαρχικού κατακερματισμού τους και της γειτνίασης τους με ισχυρά κράτη, που εμπόδιζαν τη συνένωση τους, άργησαν πολύ να σχηματίσουν τα δικά τους εθνικά κράτη. Η Αυστρία, κτήση της δυναστείας των Αψβούργων, αγωνίζεται να επεκτείνει διαρκώς την κυριαρχία της στην ηπειρωτική Ευρώπη, κυρίως στα Γερμανικά κρατίδια (όνειρο που θα τη βασανίζει ως το 19ο αιώνα) και στην Βόρεια Ιταλία κυριαρχώντας έτσι στην Αδριατική θάλασσα. Οι φεουδαρχικές δομές όμως της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας την εμπόδισαν για αιώνες να μετεξελιχτεί σ’ ένα σύγχρονο αστικό κράτος.
Η Αγγλία(σ.66-69, 111-113) άργησε λίγο να κάνει  αισθητή την παρουσία της στη διεθνή σκηνή, διότι πρώτα έλυσε  με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τις εσωτερικές αντιθέσεις που την ταλάνιζαν. Πρώτα δημιούργησε ένα ενιαίο κράτος με την Σκωτία, στη συνέχεια σταμάτησε τη διαφθορά που έφτανε ως τα ανώτατα κλιμάκια της εξουσίας (για παράδειγμα μέχρι κι ο Άγγλος βασιλιάς χρηματιζόταν από τον παντοδύναμο τότε Ισπανό μονάρχη), και βαθμιαία προχώρησε σε εκδημοκρατισμό του πολιτεύματος της ( με τη Μάγκνα Χάρτα και τη δημιουργία Κοινοβούλιου). Όλα αυτά συνέβαλαν στη δημιουργία μιας ισχυρής αστικής τάξης, στην οποία είχαν  προσχωρήσει και οι περισσότεροι φεουδάρχες που αστικοποιήθηκαν. Τώρα αισθάνεται αρκετά δυνατή ώστε να    εγκαινιάσει μια πολιτική επέκτασης των αποικιών της.
Πρώτα νίκησε σε ναυμαχία την Ισπανία καταστρέφοντας τη « Μεγάλη Αρμάδα», όπως ονομαζόταν ο στόλος της. Μετά βάλθηκε να εξοντώσει την Ολλανδία. Με τη δικαιολογία ότι είναι κι οι δυο  δημοκρατικές χώρες, αρχικά της προτείνει να συγχωνευτούν σ’ ένα κράτος δηλαδή να υποταχτεί η Ολλανδία με τη θέληση της στην Αγγλία, κι αρνείται βέβαια η Ολλανδία. Τότε η Αγγλία ψηφίζει τη «Ναυτιλιακή Πράξη» σύμφωνα με την οποία απαγορεύεται σε οποιοδήποτε πλοίο που δεν είναι εγγλέζικο να μεταφέρει προϊόντα από ή προς την Αγγλία. Το κτύπημα ήταν καίριο για την Ολλανδική ναυτιλία! Ακολουθεί πολεμική ήττα της Ολλανδίας από τη Αγγλία και το κεφάλαιο κλείνει με την ανακήρυξη σε βασιλέα της Αγγλίας, το 1688, του Γουλιέλμου Γ! της Οράγγης, άξιου κυβερνήτη της Ολλανδίας κι εγγονού εκ μητρός του Καρόλου Α! κι επίσης γαμπρού του Ιακώβου Β! βασιλέων της Αγγλίας, όπου ο τελευταίος(ο πεθερός) αναγκάστηκε να εκθρονιστεί για χάρη του γαμπρού του! Η αγγλική διπλωματία δεν διστάζει μπροστά σε τίποτα, αρκεί να εξυπηρετηθούν καλύτερα τα συμφέροντα της αστικής της τάξης. Τώρα μόνη ανταγωνίστρια της Αγγλίας μένει η Γαλλία. Ολόκληρος ο 18ος αιώνας και οι Ναπολεόντειοι πόλεμοι στις αρχές 19ου αιώνα χαρακτηρίζονται απ’ τον ανταγωνισμό αυτό, όπου η Αγγλία καταφέρνει να θεμελιώσει την αποικιακή της αυτοκρατορία, παίρνοντας από τη Γαλλία τις αποικίες της στις Ινδίες, στον Καναδά και στις περιοχές γύρω από το Μισισιπή ποταμό.
Τέλος η Ρωσία ενοποιείται στο κράτος της Μόσχας κατά τον 16ο αιώνα, όταν ο Ιβάν Δ!, ο Τρομερός ολοκληρώνει την ενοποίηση των διάσπαρτων ηγεμονιών που υπήρχαν στο σημερινό χώρο της Ρωσίας, προσφέροντας τους προστασία (άρα και σύνορα) από τις επιδρομές των Τατάρων. Στη συνέχεια παίρνοντας τον τίτλο του τσάρου Πασών των Ρωσιών εγκαινιάζει τη συγκεντρωτική απολυταρχική κεντρική εξουσία του, την οποία ακολούθησαν όλοι σχεδόν οι τσάροι μετέπειτα. Το μέγα πρόβλημα του ρωσικού κράτους ήταν η έξοδος στη θάλασσα, με δυο πιθανές λύσεις στη Βαλτική και στη Μαύρη θάλασσα. Την έξοδο στη Βαλτική θάλασσα πέτυχε ο Πέτρος ο Μέγας στις αρχές 18ου αιώνα, κτίζοντας την Αγία Πετρούπολη, το 1703, τη νέα παραθαλάσσια κι εξευρωπαϊσμένη πια πρωτεύουσα του κράτους του. Η έξοδος στη Μαύρη θάλασσα έγινε πραγματικότητα το 1774 με τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή κι απαιτούσε συγχρόνως να εξασφαλιστεί η ελεύθερη δίοδος των ρωσικών πλοίων από το Βόσπορο και τα Δαρδανέλια. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα μια σειρά Ρωσοτουρκικών πολέμων και μια πολιτική προστασίας των χριστιανών-υπόδουλων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που ωφέλησε εμάς τους Ελληνες. 

Ανακεφαλαιωτικά ο σχηματισμός των εθνικών κρατών και η επέκταση τους στη συνέχεια έγινε αιτία συγκρούσεων πολεμικών, πολλές από τις οποίες εξελίχτηκαν σε πανευρωπαϊκούς πολέμους, κυριότεροι από τους οποίους ήταν ο Τριακονταετής(1618-1648), οι πόλεμοι για την Ισπανική Διαδοχή(1701-14), για την Αυστριακή Διαδοχή, για την Πολωνική Διαδοχή, ο Επταετής(1756-1763), οι Ναπολεόντειοι πόλεμοι(1797-1815), και οι ρωσοτουρκικοί πόλεμοι. Ανεξάρτητα από τις αφορμές που προφασίζονταν κάθε φορά τα βαθύτερα αίτια των πολέμων αυτών ήταν:
1. ο αγώνας για απόκτηση αποικιών και για την παγκόσμια κυριαρχία.
  Ο αγώνας αυτός ξεκίνησε ως διαμάχη της Αγγλίας-Ισπανίας, μετά Αγγλίας- Ολλανδίας  και στη συνέχεια Αγγλίας-Γαλλίας.
2.Η Αυστροπρωσσική αντιζηλία για την ηγεμονία στην κατακερματισμένη φεουδαρχικά Γερμανία. Στο παιχνίδι αυτό συμμετέχουν με τον τρόπο τους η Ρωσία και η Γαλλία, που δεν ήθελαν μια ισχυρή Γερμανία δίπλα στα σύνορα τους.
3. Ο ανταγωνισμός των βασιλικών δυναστειών Βουρβώνων(Γαλλία) και των Αψβούργων(Αυστρία) για την κυριαρχία στη Β. Ιταλία, Ισπανία, Φλάνδρα (Βέλγιο)
4. Ο ανταγωνισμός για την έξοδο στη Βαλτική θάλασσα, ο οποίος διήρκεσε 3 αιώνες. Η Βαλτική θάλασσα με τα λιμάνια της και τις εμπορικές της πόλεις που αναπτύχθηκαν εκεί, μετά τις μεγάλες Ανακαλύψεις του Νέου Κόσμου τον 15ο αιώνα,  γίνεται το κέντρο του παγκόσμιου εμπορίου, παίρνοντας τα πρωτεία από τη Μεσόγειο.
5.Ο αγώνας της Ρωσίας για έξοδο της στη Μαύρη θάλασσα και συνακόλουθα στη Μεσόγειο σε συνδυασμό με το Ανατολικό ζήτημα, που τότε πρωτοεφανίζεται (απόκτηση ζωνών επιρροής στην Οθωμανική αυτοκρατορία από τις αποικιακές Δυνάμεις)
Η ιστορία της Διπλωματίας  από τον 16ο -18ο αιώνα ερευνά λοιπόν τις σχέσεις των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων που επιδιώκουν να σχηματίσουν ισχυρά εθνικά κράτη εκμεταλλευόμενοι συμμαχίες που θα οδηγήσουν σε νικηφόρους πολέμους, συνθήκες ειρήνης και πολιτικές ισορροπίες, οι οποίες όμως εύκολα αλλάξουν μετά από λίγα χρόνια.

3ος τόμος: Γαλλική Επανάσταση, Ναπολεόντιοι πόλεμοι, κίνημα εθνισμού(19ος αι)
          Στα τέλη όμως του 18ου αιώνα ένα κοσμοϊστορικό γεγονός ταράσσει την απολυταρχική Γαλλία, η Γαλλική Επανάσταση, όπου οι Γάλλοι αστοί έχοντας την οικονομική κυριαρχία διεκδικούν και την πολιτική εξουσία από τους φεουδάρχες, οι οποίοι τους απομυζούν. Η αντεπανάσταση των ευγενών, η στάση του  Γάλλου βασιλιά, οι ακρότητες μιας μερίδας των επαναστατών, η στάση των άλλων ευρωπαϊκών κρατών, ιδιαίτερα μετά την άνοδο του Ναπολέοντα (των φεουδαρχικών και απολυταρχικών Αυστρίας, Ρωσίας και Πρωσίας αλλά και της καπιταλιστικής δημοκρατικής Αγγλίας, που συμβαίνει όμως να είναι ανταγωνίστρια της Γαλλίας για την παγκόσμια κυριαρχία συνθέτουν ένα ενδιαφέρον πολιτικό διπλωματικό κεφάλαιο. Όσον αφορά τον Ναπολέοντα δεν ήταν μόνο ένας μεγάλος στρατηγός αλλά κι ένας μεγάλος διπλωμάτης. Κύρια ήταν δικό του έργο, το πώς αντιμετώπισε νικηφόρα τους συνασπισμούς των ευρωπαϊκών κρατών μέχρι τη Συνθήκη του Τίλσιτ, το 1807, όπου μοιράστηκε την κυριαρχία στην Ευρώπη με τη Ρωσία.
             Βέβαια είχε δίπλα του ως υπουργό Εξωτερικών τον αμφιλεγόμενο ως προσωπικότητα Ταλλεϋράνδο, αυτόν τον διορατικότατο διπλωμάτη αλλά κι αριβίστα πολιτικό, που δεν δίσταζε να αλλάζει στρατόπεδο, μόλις έβλεπε ότι το αφεντικό του άρχιζε να χάνει! Και στη συνάντηση στην Ερφούρτη, (Γ,σ.91) όπου ο Ναπολέοντας συναντήθηκε με τον Τσάρο της Ρωσίας, το φθινόπωρο του 1808, για να διαλύσουν τα σύννεφα που σκίαζαν τη «φιλία» τους, ο Ταλλεϋράνδος πρόδωσε τον Ναπολέοντα. Σε μυστική συνάντηση με τον Τσάρο τον παρότρυνε να μην υπογράψει συμμαχία με τη Γαλλία λέγοντας του «εσείς πρέπει να σώσετε την Ευρώπη». Η παρότρυνση του Ταλεϋράνδου ήρθε να επιβεβαιώσει την απόφαση του Τσάρου να τα διαλύσει με τον Ναπόλεοντα.
        Πολλοί τοποθετούν την αρχή του τέλους του Ναπολέοντα στη διάλυση της Συνθήκης του Τίλσιτ αλλά άλλοι στο διπλωματικό του λάθος να κηρύξει «ηπειρωτικό αποκλεισμό» στα αγγλικά προϊόντα στην Ευρώπη, γεγονός που έβλαψε τα συμφέροντα των φεουδαρχικής τάξης και των μεγαλεμπόρων στη Ρωσία, οι οποίοι μίσησαν τη συμμαχία με τη Γαλλία. Πολλά έχουν λεχτεί για τον Ναπολέοντα, θετικά κι αρνητικά αλλά τελικά μετά απ’ αυτόν και τη δράση του κατέστη όχι απλά δύσκολη αλλά κι απελπιστικά ακατόρθωτη η επιστροφή στο προηγούμενο προεπαναστατικό πολιτικό κι οικονομικό σύστημα (σ.98), όπως βέβαια έδειξε και η τελική αποτυχία της Ιεράς Συμμαχίας. Κι επίσης οι Ναπολεόντειοι πόλεμοι  ανέδειξαν την αγγλική διπλωματία, η οποία βρισκόταν πίσω από κάθε συνασπισμό κρατών κατά του Ναπολέοντα, βάζοντας άλλους να πολεμούν αντί γι αυτήν, κι όχι στα δικά της εδάφη, πληρώνοντας σε χρήμα τους στρατιωτικούς εξοπλισμούς της Πρωσίας, κι προσφέροντας κάθε είδους ανταλλάγματα στην Αυστρία και στη Ρωσία για να τις έχει συμμάχους της, θυμίζοντας με την τακτική της αυτή τους πρώτους διδάξαντες, τους Ρωμαίους! Και η περίοδος αυτή κλείνει με το Συνέδριο της Βιέννης το 1815, το οποίο αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της διπροσωπίας των νικητριών χωρών που το υπέγραψαν. Διπλωματικός συμβιβασμός που δεν μπορούσε να έχει μέλλον! Κατάπνιξη κάθε φιλελεύθερου κινήματος κι «επιστροφή στη νομιμότητα» δηλαδή στα απολυταρχικά καθεστώτα, που υπήρχαν πριν την Γαλλική Επανάσταση.

Η Ελληνική Επανάσταση του 1821 επιφέρει το πρώτο ρήγμα στην εύθραυστη «Ιερά Συμμαχία» της Αγγλίας, Αυστρίας, Ρωσίας, Πρωσίας, αφού η καπιταλιστική Αγγλία και η τσαρική Ρωσία καλόβλεπαν την ελληνική Επανάσταση, η καθεμιά βέβαια για τους δικούς της λόγους. Και τα δυο αυτά κράτη μετά από λίγο συνεννοούνται να την υποστηρίξουν, και για να μη μείνει έξω από το χορό και η Γαλλία  συμπράττει μαζί τους. Ο ανταγωνισμός των Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής εκείνης γύρω από το λεγόμενο Ανατολικό Ζήτημα δηλαδή τη διανομή εδαφών-ζώνων επιρροής, που δημιουργούνταν από την κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οδήγησε σε έντονο διπλωματικό παρασκήνιο, σύναψη Πρωτοκόλλων και Συνθηκών ακόμα και συγκρούσεων(ναυμαχία Ναυαρίνου, ρωσοτουρκικός πόλεμος) με τελικό αποτέλεσμα τη δημιουργία ελληνικού εθνικού κράτους με τρείς όμως Προστάτιδες Δυνάμεις!
         Το 19ο αιώνα το κίνημα του εθνικισμού εξαπλώνεται στην Ευρώπη. Η Ιταλία ήταν διαιρεμένη στις πόλεις-κράτη του Βορρά και της Κεντρικής Ιταλίας, στο παπικό κράτος που εκτεινόταν σε αρκετές περιοχές γύρω από τη Ρώμη και στο Βασίλειο της Νάπολης και της Σικελίας, το οποίο κατακτήθηκε διαδοχικά από τους Νορμανδούς (που έδιωξαν τους Βυζαντινούς κατά τον 9ο αι.), τους Γερμανούς, τους Ισπανούς και τους Γάλλους. Αν και οι αστικές καπιταλιστικές δομές πρωτοεμφανίστηκαν στις πόλεις-κράτη της Ιταλίας, εν τούτοις άργησαν περίπου έξι αιώνες να ενωθούν σε ενιαίο κράτος, διότι καμιά απ΄ τις πόλεις αυτές δεν ήταν τόσο ισχυρή, ώστε να ηγηθεί της συνένωσης κι απ’ την άλλη ο Πάπας εμπόδιζε τη συνένωση, διότι θα συρρικνωνόταν ίσως το παπικό του κράτος (όπως κι έγινε αργότερα).
Της ενοποίησης  ηγήθηκε ο βασιλιάς της Σαρδηνίας Βίκτορας Εμμανουήλ Β! και ο πρωθυπουργός του, ο Καβούρ, οι οποίοι ήλθαν σε συμφωνία με τον αυτοκράτορα της Γαλλίας Ναπολέοντα Γ! το 1859 να πολεμήσουν μαζί εναντίον των Αυστριακών για να τους εκδιώξουν από τη Βόρεια Ιταλία και Βενετία και οι περιοχές αυτές να ενωθούν με τη Σαρδηνία και περιέλθουν στο νεοσύστατο βασίλειο της  Ιταλίας. Για αντάλλαγμα ο Βίκτορας Εμμανουήλ παραχωρούσε στη Γαλλία τη Σαβοϊα και τη Νίκαια. Ο Ναπολέων Γ! μόλις πήρε τις περιοχές αυτές από τους Ιταλούς τους εγκατέλειψε (διότι δεν ήθελε ισχυρό κράτος δίπλα στα σύνορα του και ήθελε να τα έχει καλά και με τον Πάπα). Ευτυχώς όμως ο ιταλικός λαός   με στρατιωτικό ηγέτη τον Γαριβάλδη πήρε την υπόθεση στα χέρια του και εκδιώχνοντας τους τοπικούς ηγέτες της Τοσκάνης, Πάρμας, Μοδένας και το Γάλλο βασιλιά της Νάπολης ολοκληρώνουν τη συνένωση της Ιταλίας σ’ ένα ενιαίο εθνικό κράτος, χωρίς όμως τη Ρώμη, αφού ο βασιλιάς της Ιταλίας εμπόδισε[1] το Γαριβάλδη να επιτεθεί με τα όπλα και να την καταλάβει απ’ τον Πάπα!

                  Για την ενοποίηση των γερμανικών κρατιδίων σ΄ ένα κράτος υπήρχαν δυο σχέδια (Γ, σ.207): Το «Μεγάλο Γερμανικό» σχέδιο σύμφωνα με το οποίο η ενοποίηση θα γινόταν από την Αυστρία, το οποίο σήμαινε επέκταση της Αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας των Αψβούργων στα γερμανικά κρατίδια. Το «Μικρό Γερμανικό» σχέδιο, προέβλεπε η ενοποίηση να γίνει με πρωτοβουλίες της Πρωσίας και δεν θα περιελάμβανε την Αυστρία. Η Πρωσία ήταν ένα από τα πολλά γερμανικά κρατίδια, το οποίο τον τελευταίο αιώνα είχε αποκτήσει μεγάλη δύναμη, υπό τη δυναστεία των Χοεντζόλερν, με πρωτεύουσα το Βερολίνο.  Τελικά η ενοποίηση της Γερμανίας οφείλεται στον Βίσμαρκ,  ικανότατο πολιτικό και μέγα διπλωμάτη της Πρωσίας, ο οποίος κατανόησε ότι χωρίς πόλεμο ήταν αδύνατη η ενοποίηση της Γερμανίας, «δια πυρός και σιδήρου», όπως χαρακτηριστικά έλεγε. Αντιλαμβανόταν το δυσμενές διεθνές κλίμα που επικρατούσε και με τις κατάλληλες διπλωματικές κινήσεις προσπάθησε να το στρέψει υπέρ της Πρωσίας. Πρώτα η Αυστρία δεν θα παρατιόταν εύκολα από το «Μεγάλο Σχέδιο», το οποίο την συνέφερε. Έπειτα η Αγγλία, η Γαλλία, η Ρωσία δεν επιθυμούσαν να δημιουργηθεί ένα ισχυρό κράτος στο κέντρο της Ευρώπης, ανταγωνιστικό στο μέλλον με αυτές.
Πώς τα κατάφερε ο Βίσμαρκ κι εξουδετέρωσε τις αντιδράσεις τους; Δεν βιαζόταν αλλά ήξερε να περιμένει την κατάλληλη ώρα για να δράσει, δημιουργώντας αυτός πολλές απ’ τις εξελίξεις,  φρόντιζε να χωρίζει τους αντιπάλους του για να μην είναι ενωμένοι εναντίον του, προσποιούνταν δηλ. άλλα έλεγε κι άλλα ήθελε, εκμεταλλευόταν τα λάθη του αντιπάλου του… και τον βοήθησε κι η τύχη. Αστειευόμενος έλεγε στο στενό του κύκλο «η Θεία Πρόνοια φρόντισε να γεννηθώ πρωταπριλιά»
1. Δοθείσης λοιπόν της κατάλληλης ευκαιρίας (θάνατος βασιλιά Δανίας), ο Βίσμαρκ προσποιείται ότι δεν διεκδικεί τις περιοχές Σλέβιγκ και Χολστάϊν από τη Δανία, περιοχές τις οποίες όμως επιθυμούσε διακαώς για τα λιμάνια της στη Βόρεια και στη Βαλτική θάλασσα. Έτσι καθησυχάζει τη θαλασσοκράτειρα Αγγλία και την ανταγωνίστρια Αυστρία. Η Αυστρία μη θέλοντας να αφήσει την πρωτοβουλία των κινήσεων στην Πρωσία συνάπτει συμμαχία μαζί της -και με αφορμή τη λανθασμένη κίνηση του Δανού βασιλιά να προκηρύξει νέο Σύνταγμα που θα κατοχύρωνε στη Δανία το Σλεβιγκ- οι δυο χώρες κηρύσσουν τον πόλεμο κατά της Δανίας, τη νικούν και αποκτούν το Σλέβιγκ-Χολστάϊν από κοινού, προσωρινά βέβαια. Απ’ την άλλη, ωστόσο, ήταν τυχεροί που η Αγγλία και η Γαλλία δεν ριψοκινδύνευσαν τελικά  να τους επιτεθούν, αν και το σκέπτονταν.
2. Το δεύτερο μεγάλο κι αποφασιστικό βήμα ήταν ο Αυστροπρωσικός πόλεμος, που ξέσπασε κατά τη μοιρασιά των περιοχών, που κατείχαν από κοινού οι δυο χώρες, των Σλέβιγκ-Χολστάϊν. Το πρόβλημα για τον Βίσμαρκ ήταν πως θα νικήσει την Αυστρία, γεγονός που θα σηματοδοτούσε και την παραίτηση της από το «Μεγάλο Γερμανικό» σχέδιο και τα γερμανικά κρατίδια. Έπρεπε λοιπόν να εξασφαλίσει την ουδετερότητα της Ρωσίας και της Γαλλίας και να αναγκάσει τον τεράστιο αυστριακό στρατό να χωριστεί στα δυο, πολεμώντας στο βορρά με τους Πρώσους και στο νότο με τους Ιταλούς Αρχίζει λοιπόν τις διπλωματικές κινήσεις και εξασφαλίζει σχετικά εύκολα την ουδετερότητα του Τσάρου. Όσον αφορά τη Γαλλία τα πράγματα ήταν πιο περίπλοκα. Ο Ναπολέων Γ! ευχαρίστως δεν θα ανακατευόταν στον επικείμενο πόλεμο, αν έπαιρνε το Βέλγιο. Ο Βίσμαρκ άφησε το θέμα αναπάντητο, ενώ κανονικά διαφωνούσε φοβούμενος το δυνάμωμα της Γαλλίας. Ο Ναπολέων Γ! όμως ήλπιζε ότι  κατά τη διάρκεια του αυστροπρωσικού πολέμου, που τον προέβλεπε μακροχρόνιο και καταστρεπτικό –καθότι ήταν και οι δυο ισχυροί στρατιωτικά- θα του δινόταν ευκαιρία να πάρει το Βέλγιο, γι αυτό δεν έφερε αντίρρηση στον Βίσμαρκ. Ο Βίσμαρκ όμως είχε άλλα σχέδια στο μυαλό του. Σχεδιάζει ο πόλεμος με την Αυστρία να είναι σύντομος, γι’ αυτό προσπαθεί αφενός να της κάνει αντιπερισπασμό με την επίθεση στο νότο απ’ τους Ιταλούς. Συνάπτει λοιπόν συμμαχία με τους Ιταλούς και πολεμά στο πλευρό τους, τους εγκαταλείπει όμως αργότερα, όταν συνήψε συνθήκη ειρήνης με τους Αυστριακούς, όταν τους νίκησε. Αφετέρου για να αναγκάσει την Αυστρία να τελειώσει τον πόλεμο γρήγορα και να δεχτεί την ειρήνη, δεν διεκδικεί εδαφικές και χρηματικές αποζημιώσεις από την ηττημένη Αυστρία αλλά της θέτει μόνο έναν όρο: να παραιτηθεί από κάθε ανάμιξη στις γερμανικές υποθέσεις από τώρα και στο εξής,. Η Αυστρία αναγκάστηκε δέχτηκε!
Σύμφωνα με την Συνθήκη Ειρήνης (1866) ο Βίσμαρκ συνένωσε σ’ ένα  ομοσπονδιακό κράτος τα Γερμανικά κρατίδια που βρίσκονταν βόρεια του ποταμού Μάϊν. Τα κρατίδια όμως που βρίσκονταν στο Νότο (Βαυαρία, Σαξονία, Αννόβερο, Βυρτεμβέργη, Βάδη, Έσση, Νασσάου, Φραγκφούρτη) ήταν λιγότερο βιομηχανικά από τα βόρεια κι αρκούνταν σε συμμαχίες μαζί του, γιατί δεν ενδιαφέρονταν για μια παγγερμανική αγορά με στόλο κι αποικίες, όπως ονειρευόταν, αν και φεουδάρχης, ο κόμης Βίσμαρκ. Ο Βίσμαρκ όμως ήθελε να μεταμορφώσει τη Γερμανική Ομοσπονδία σε Γερμανική Αυτοκρατορία. Εν τω μεταξύ ο Ναπολέων Γ! της Γαλλίας επανήλθε ζητώντας από τον Βίσμαρκ ανταλλάγματα για την ουδετερότητα που κράτησε στον αυστροπρωσικό πόλεμο(στην πραγματικότητα χολωμένος γιατί δεν πρόλαβε να πάρει το Βέλγιο), θέλοντας να προσαρτήσει πότε το Λουξεμβούργο, πότε το Βέλγιο. Ο Βίσμαρκ ούτε αρνείται, ούτε συναινεί αλλά του ζητά εμπιστευτικά μια γραπτή έκθεση με τις ακριβείς απαιτήσεις του, το οποίο παίρνει… και την κατάλληλη στιγμή, πριν την κήρυξη του γαλλοπρωσικού πολέμου, το κοινοποιεί στην Αγγλία και Ρωσία, οι οποίες εξαγριώνονται και η Γαλλία βρίσκεται απομονωμένη διπλωματικά. Βέβαια  πριν την κήρυξη του πολέμου είχε προηγηθεί ολόκληρο διπλωματικό παρασκήνιο, που η Γαλλία διαπράττοντας διπλωματικά λάθη βρέθηκε και ουσιαστικά απομονωμένη από τις άλλες ευρωπαϊκές δυνάμεις κι επιπλέον η αποτυχία του ιμπεριαλιστικού πολέμου που διεξήγαγε στο Μεξικό βάρυνε περισσότερο τη θέση της.
3. Έτσι κηρύσσεται τρίτος πόλεμος, ο γαλλοπρωσικός πόλεμος(1870-71) που τελειώνει με νικητή την Πρωσία, η οποία προσαρτά στο νεοϊδρυθέν Γερμανικό κράτος και τα γερμανικά κρατίδια του Νότου. Μεγάλη αποτυχία για τη Γαλλία, η οποία αποκτά κατά μήκος των βορειοανατολικών συνόρων της ένα ισχυρό πια κράτος στη θέση των αδύναμων κρατιδίων που υπήρχαν προηγουμένως και η οποία χάνει και την Αλσατία και τη Λωρραίνη, τις οποίες άρπαξε, άδικα, ο Βίσμαρκ. Περιοχές που εξασφάλιζαν καλύτερα τα γερμανικά σύνορα αλλά και αρπαγή που θα αποτελέσει μια από τις αφορμές του Α! Παγκοσμίου πολέμου, 43 χρόνια αργότερα. Η ενοποίηση της Γερμανίας σ’ ένα ισχυρό εθνικό κράτος είναι πια γεγονός. Ένα κράτος όμως που οι αστικές του δομές συγχέονται με τις φεουδαρχικές και το οποίο στηρίζει την ισχύ του περισσότερο στην στρατιωτική του ανάπτυξη.[2] Ο Βίσμαρκ, μέσα από τη διπλωματία που εφάρμοσε, αναδεικνύει πως οι πολιτικοί στόχοι για να υλοποιηθούν χρειάζονται διπλωματική μεθόδευση, η οποία πάλι απαιτεί επαγρύπνηση, καλή γνώση της διεθνούς κατάστασης και των δυνατοτήτων μιας χώρας, απόκτηση συμμάχων ή έστω εξασφάλιση της ουδετερότητας τους κι επιμονή στους στόχους που θέτεις ως πολιτικός κάθε φορά.
            Επίσης στο βιβλίο αυτό αναφορά γίνεται και στον αμερικανικό εμφύλιο πόλεμο μεταξύ  των  Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής (1861-5), όπου συγκρούστηκαν δυο διαφορετικές κοινωνικοοικονομικές τάξεις, οι ιδιοκτήτες δούλων των Νότιων Πολιτειών με τις απέραντες εύφορες φυτείες και η αστική τάξη του Βορρά, που η οικονομία της στηριζόταν στο εμπόριο και τη βιομηχανία. Οι Νότιοι με την τεράστια οικονομική τους δύναμη επέμεναν να καθορίζουν και την εξωτερική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών κι έτσι οι ενωμένες πολιτείες έγιναν διχασμένες, όπως τις αποκαλούσαν. Οι Νότιοι, αν και αριθμητικά μειονεκτούσαν σε σύγκριση με τους Βόρειους, είχαν όμως την υποστήριξη της Αγγλίας και Γαλλίας και πίεζαν την ευρωπαϊκή αγορά με την έλλειψη μπαμπακιού, που δεν εξήγαγαν. Οι Βόρειοι, με πρόεδρο τον Αβραάμ Λίνκολ αποφασίζουν να καταργήσουν τη δουλεία, το 1863, στις πολιτείες του Βορρά ξεσηκώνοντας κύματα συμπάθειας σ’ όλο τον κόσμο. Από τη στιγμή εκείνη η κατάσταση αρχίζει να αλλάζει υπέρ των Βορείων, οι πολεμικές νίκες διαδέχονται η μια την άλλη, Η Αγγλία και Γαλλία δεν επεμβαίνουν υπέρ των Νοτίων και ο πόλεμος λήγει με νικητή τις Βόρειες πολιτείες.   

Με τη σύντομη αυτή παρουσίαση της «Ιστορίας της Διπλωματίας» έγινε προσπάθεια να αποτυπωθούν τα κυριότερα σημεία του ογκώδους αυτού έργου, κι ας μου συγχωρεθούν τυχόν παραλείψεις. Το έργο αυτό τελικά μας πρόσφερε ένα πανόραμα της διπλωματικής ιστορίας. Προσωπικά με προβλημάτισε για το ρόλο των εθνικών κρατών ως ενός νέου ιστορικού θεσμού, που αφενός λειτούργησε ως η δύναμη που οργάνωσε κι ανέπτυξε το καπιταλιστικό σύστημα κι αφετέρου οι εθνικοί ανταγωνισμοί τους συχνά εξελίχτηκαν σε καταστροφικούς πανευρωπαϊκούς πολέμους που εμπόδισαν την ενοποίηση της ευρωπαϊκής ηπείρου μέχρι βέβαια το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, οπότε εμφανίστηκε το όραμα της Ευρωπαϊκής Ιδέας με στόχο την ενοποίηση των εθνικών ευρωπαϊκών κρατών! Η Ευρώπη που γέννησε τα εθνικά κράτη μετά τέσσερις αιώνες περίπου προχωρά σε νέους πολιτικούς σχηματισμούς υπέρβασης των εθνικών κρατών χωρίς όμως να τα καταργεί χάριν της ειρήνης και της ευμερίας των λαών. Το μέλλον όπερ δείξαι!                                                                              Σούλη Αγγελική                                                                                                                                                                                                                               


[1] Ο βασιλιάς της Ιταλίας, που ηγήθηκε της Ένωσης της Ιταλίας, πιεζόταν από το Γάλλο αυτοκράτορα Ναπολέοντα Γ! τομος Γ, σ..211
[2] Κι όταν πια θα θελήσει να αποκτήσει κι αυτό αποικιακή επεκτατική πολιτική σε συνδυασμό με τη στρατιωτική του ισχύ θα έλθει σε σύγκρουση με τις άλλες αποικιακές δυνάμεις, με αποτέλεσμα τον Α! Παγκόσμιο πόλεμο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου