Το ιστολόγιο της Αγγελικής Π. Σούλη

Η καταγραφή των αναγνώσεων αυτών ξεκίνησε από την επιθυμία μου να μην ξεχασθούν ιδέες και συναισθήματα που κάποτε με είχαν συγκινήσει.
Γράφοντας συνειδητοποίησα ότι ο χρόνος που αφιέρωνα στην ανάλυση, σύνθεση, αξιολόγηση του έργου, μου χάριζε ένα αίσθημα δημιουργίας.
Η επαγγελματική μου απασχόληση (φιλόλογος) μου έδωσε τα κίνητρα και τα μέσα για αυτές τις αναγνώσεις. Κι έτσι με συνεπήρε το ταξίδι της ανάγνωσης και της γραφής!
Κι ανοίχτηκε μπροστά μου ένας ολόκληρος κόσμος, σχεδόν ανεξερεύνητος,της δημιουργικής ανάγνωσης και γραφής.
"Η ανάγνωση δεν μπορεί να είναι ούτε μία ούτε άπειρες" όπως τονίζει ο Ουμπέρτο Έκο, αφού η υποκειμενική ερμηνεία του γράφοντος πρέπει να δένει με τους περιορισμούς που θέτει το κείμενο.

Και μια διευκρίνιση:
Καμμιά ανάγνωση δεν μπορεί να αντικαταστήσει το ίδιο το βιβλίο αλλά μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο ανάμεσα στον αναγνώστη και στο βιβλίο φωτίζοντας το, κάνοντας το πιο κατανοητό και καλλιεργώντας συγχρόνως τη φιλαναγνωσία.



Τρίτη 22 Δεκεμβρίου 2020

THE DREAM , Σκιές στην Αθήνα , Μίμη Ανδρουλάκη, Εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα,1994

Μια παλιά ανάρτηση μου, που άπτεται ενός επίκαιρου θέματος της δυσκολίας άσκησης δημοκρατικής πολιτικής κι όχι  απλώς διαχείρισης των κοινών στη σύγχρονη εποχή   -την οποία κατά λάθος  είχα κατεβάσει- τη δημοσιοποιώ ξανά κατ΄ απαίτηση φίλων που επιθυμούν να τη διαβάσουν.

       Ένα από τα πρώτα βιβλία του Μίμη Ανδρουλάκη,  γνωστού για την πολιτική του δράση στην ευρύτερη Αριστερά, που έκανε αίσθηση όταν εκδόθηκε,  ήταν  το  «THE DREAM"  με υπότιτλο «Σκιές στην Αθήνα».  Ο συγγραφέας στο βιβλίο αυτό έχοντας υπόψη του την κρίση που διέρχεται ο πολιτισμός μας με έμφαση στην αδυναμία άσκησης ουσιαστικής πολιτικής στα τέλη του 20ου αιώνα,   διαπιστώνει την τεράστια απόκλιση της σημερινής πραγματικότητας από τις θεωρίες τριών μεγάλων διανοητών, Φρόιντ,  Μαρξ και Νίτσε, που οραματίστηκαν αλλιώς το μέλλον της ανθρωπότητας πριν περίπου 100 χρόνια, όσον αφορά την «Τέχνη του Ευ Ζην και του Πολιτεύεσθαι». Ο συγγραφέας  πιστεύει, ότι οι διανοητές αυτοί ήταν από τα πιο ριζοσπαστικά πνεύματα της ανθρωπότητας, διότι αποκάλυψαν το αιώνιο παράλογο του πολιτισμού μας, ο οποίος δημιουργήθηκε καταπιέζοντας τριπλά τον άνθρωπο, μέσα από την εργασία του, μέσα από τις ηθικές αρχές που πρέπει να τηρεί, και μέσα από την καταστολή των επιθυμιών του. Μια τριπλή λοιπόν καταπίεση οικονομική, ηθική, ψυχική βρίσκεται στη βάση του ανθρώπινου πολιτισμού. Με τις θεωρίες τους οι τρεις αυτοί διανοητές άνοιξαν τους ασκούς του Αιόλου προσφέροντας επιχειρήματα –λογικά και λογικοφανή- στο σύγχρονο άνθρωπο ώστε να αμφισβητήσει πολλά απ’ όσα οι πρόγονοι τους θεωρούσαν απαγορευμένα ή αδύνατα να γίνουν. 

Έτσι οι σημερινοί άνθρωποι, έγιναν Α-ν-έστιοι, χωρίς εστία, δηλαδή το καταφύγιο εκείνο που προσφέρει προστασία και γαλήνη στο νου και στην ψυχή τους και Α- πάτορες δηλαδή αποκομμένοι απ’ τους προγόνους τους. Ναυαγοί λοιπόν του σύγχρονου καιρού συνομιλούν με τις σκιές των στοχαστών αυτών αναζητώντας λύσεις κι απαντήσεις  στην «Τέχνη του Ευ Ζην και του Πολιτεύεσθαι». «Ο άνθρωπος εδώ και χιλιάδες χρόνια έμαθε να ζει μέσα στα όνειρα του με τις σκιές των πεθαμένων γενιών»  αναφέρει ο συγγραφέας, ο οποίος γι αυτό επιλέγει τον τίτλο «the dream» και τον υπότιτλο «Σκιές στην Αθήνα» που αντανακλούν το σκεπτικό του. Κοινό σημείο έκφρασης των τριών αυτών διανοητών είναι η αναφορά τους σε αρχαίους ελληνικούς μύθους ή φιλοσόφους για να περιγράψουν τις θεωρίες τους. Ο πατροκτόνος Οιδίποδας, το οιδιπόδειο σύμπλεγμα, η Αντιγόνη, ο θεός Διόνυσος με τους Σατύρους του, ο κυνισμός, ο Προμηθέας κι άλλα πρόσωπα και φιλοσοφικές θεωρίες επανέρχονται μέσα στο έργο συμβολίζοντας ή συγκρίνοντας καταστάσεις.

Το βιβλίο αποτελείται από 10 κεφάλαια, όπου στο πρώτο με τίτλο «ο Ναυαγός» αναφέρεται στην ταυτότητα του σύγχρονου ανθρώπου, του ανέστιου κι απάτορα. Στα επόμενα  τέσσερα κεφάλαια παραθέτει τις θεωρίες των διανοητών Φρόιντ (κεφ. ο Πατροκτόνος), Μαρξ (κεφ. ο Ερωτικός), Νίτσε ( κεφ. ο Υπεράνθρωπος & ο Άγιος Σάτυρος). Στα  υπόλοιπα με τίτλους  "ο Μοναχικός" μιλά για την ανέλπιστη κυκλοφορία των βιβλίων τους μετά το θάνατο τους και την απήχηση που είχαν. Στα υπόλοιπα κεφάλαια "ο Τεμπέλης", ο "τελευταίος Υπνοβάτης"  διαπιστώνει τη μεγάλη απόκλιση ανάμεσα σε αυτά που οραματίστηκαν  για το μέλλον της ανθρωπότητας οι τρεις διανοητές και στη σημερινή πραγματικότητα που τους διαψεύδει οικτρά! Η αλλοτρίωση του ανθρώπου συνεχίζεται πιο δυνατά ώστε πολλά, αόρατα και σφιχτά δεσμά  τον εγκλωβίζουν και τον χειραγωγούν κάνοντας δύσκολη την Τέχνη του Ζην και του Πολιτεύεσθαι. Στα δυο τελευταία κεφάλαια "ο Ανώνυμος" και ο "τελευταίος Αλκιβιάδης" προβληματίζεται γιατί οι πολιτικοί σήμερα έχουν  χάσει το κύρος τους και ποιος ο ρόλος που τούς απομένει πια στις σημερινές συνθήκες ζωής. 

      Πιο συγκεκριμένα ο Ζίγκμουντ Φρόιντ (1856-1939) πίστευε ότι η αλλοτρίωση του ανθρώπου, που  τον κάνει να αισθάνεται ανικανοποίητος από τον τρόπο ζωής του, πηγάζει από τον ίδιο τον άνθρωπο και συγκεκριμένα απ’ την απώθηση των επιθυμιών του (αυτών που πιστεύει ότι θα του δώσουν ηδονή) στο υποσυνείδητο ή ασυνείδητο του, «στο Εκείνο» όπως το ονόμαζε. Η κοινωνία, «το Υπερεγώ», όπως ονομάτιζε τους  κοινωνικούς θεσμούς με τις αξίες και τους κανόνες τους…λογοκρίνουν –αρχής γενομένης από την νηπιακή ηλικία- πολλές επιθυμίες που προκαλούν ευχαρίστηση στον άνθρωπο, με κυριότερη τη σεξουαλική, οι οποίες καταχωνιάζονται στο υποσυνείδητο ή Εκείνο. Το «Εγώ», δηλαδή η συνείδηση του ανθρώπου βρίσκεται εγκλωβισμένη ανάμεσα στο «Υπερεγώ» και στο «Εκείνο» και πότε κολακεύει το ένα και πότε το άλλο για να ισορροπεί. Οι απωθημένες επιθυμίες συνήθως βρίσκουν διέξοδο στα όνειρα μας του ύπνου και του ξύπνιου. Κάποτε όμως οι απωθημένες επιθυμίες, όταν δεν μπορούν να επενδυθούν σε ιδέες και να δημιουργήσουν νέες εξιδανικεύσεις(σ.199) εξεγείρονται, ξεγελώντας τον φρουρό τους, τη συνείδηση, και τότε δημιουργούνται οι νευρώσεις και οι ψυχώσεις. Έτσι ο Φρόιντ πιστεύει ότι τα αίτια της αλλοτρίωσης είναι ψυχολογικά. Η προσφορά του έργου του ήταν ότι μελέτησε το ρόλο των επιθυμιών στη ζωή του ανθρώπου, ανακάλυψε την τριμερή δομή του ψυχικού μηχανισμού  του ανθρώπου κι ανακάλυψε τη μέθοδο της ψυχανάλυσης δηλαδή έναν τρόπο για να μπορούν να αποκαλύπτονται οι απωθημένες επιθυμίες και να απελευθερώνονται οι άνθρωποι από το διχασμό, στον οποίο έχουν περιπέσει κι ο οποίος τους αλλοτριώνει.

           Αντίθετα ο Κάρολος Μάρξ(1818-1883) πίστευε ότι τα αίτια της αλλοτρίωσης και των δεινών του ανθρώπου είναι κοινωνικά. Όλα ξεκινούν από την εργασία του, από την οποία αισθάνεται αποξενωμένος όταν δεν του προσφέρει τη χαρά της δημιουργίας. Αυτή η αποξένωση επιτείνεται όταν αισθάνεται ότι τον εκμεταλλεύονται οικονομικά, όταν η δουλειά τον γεμίζει άγχος κι όταν τα ασφυκτικά ωράρια του στερούν τον ελεύθερο χρόνο του. Γι’ αυτό οραματίστηκε μια μελλοντική ιδανική κοινωνία, που ο πολιτισμός της αναγκαστικής εργασίας ή δουλειάς (εκ του δούλος) θα παραχωρήσει τη θέση του στον πολιτισμό του ελεύθερου χρόνου, μέσα στον οποίο ο καθένας θα ασχολείται δημιουργικά με ό,τι του αρέσει κι έτσι θα καλύπτονται συγχρόνως και οι ανάγκες μας, οι οποίες βέβαια σε πολλά θα έχουν διαφοροποιηθεί από τις σημερινές. Προχωρώντας ο Μάρξ περισσότερο αναζήτησε κι ανέλυσε τη δομή του καπιταλιστικού συστήματος στην Εισαγωγή του πασίγνωστου βιβλίου του το «Κεφάλαιο», γράφοντας ότι η Βάση κάθε κοινωνικοοικονομικού συστήματος είναι η οικονομία, η οποία στηρίζεται στις παραγωγικές δυνάμεις και στις παραγωγικές σχέσεις. Το επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων[1] συμπαρασύρει και σε αλλαγή τις παραγωγικές σχέσεις[2]. Στη συνέχεια η Βάση της κοινωνίας, δηλ. η οικονομία καθορίζει το Εποικοδόμημα της κοινωνίας δηλαδή τη νομοθεσία, τις αξίες, την ιδεολογία, τη γλώσσα, το πολίτευμα….Η άρση της αλλοτρίωσης του ανθρώπου θα ΄ρθει μέσα από την απελευθέρωση του από την αναγκαστική δουλειά για να επικρατήσει ο πολιτισμός του ελεύθερου χρόνου και γενικότερα μέσα από το μετασχηματισμό της κοινωνίας σε αταξική (αρχικά σοσιαλιστική και στη συνέχεια σε κομμουνιστική), όπου τα μέσα παραγωγής θα είναι κοινωνικά δηλαδή δεν θα ανήκουν σε ιδιώτες αλλά σ’ όλη την κοινωνία (social=κοινωνικό). Τότε ο άνθρωπος θα πάψει να ΄ναι κατακερματισμένος  και θα ολοκληρωθεί ως προσωπικότητα. Τελικά ο Μαρξ με το έργο του θεμελίωσε την επιστήμη της Πολιτικής Οικονομίας[3] δείχνοντας πώς το κοινωνικο-οικονομικό σύστημα που επικρατεί κάθε φορά διαμορφώνει τα μέσα και τους σκοπούς της πολιτικής της εποχής του.

                Τέλος ο Φρειδερίκος Νίτσε (1844-1900) πίστευε ότι η καταπίεση του ανθρώπου έχει ηθική βάση, επειδή οι αξίες, οι ιδεολογίες, ακόμα και η θρησκεία είναι κτισμένα πάνω σ’ ένα ψέμα, σε μια παράλογη λογική που πρέπει να γκρεμιστούν κι αυτό που πραγματικά αξίζει είναι το βίωμα του Υπερανθρώπου. «Γκρεμίστε τα είδωλα, την ηθική, το Θεό…» που προσφέρουν τάχα βεβαιότητες και ψεύτικο εφησυχασμό στον άνθρωπο. Όλα είναι ένα ψέμα. Και καινούργιες ιδεολογίες αν έρθουν πάλι πάνω σε ψέματα θα είναι κτισμένες. Ο Νίτσε, οπαδός του Διονυσιακού πνεύματος, των ενστίκτων και των αισθήσεων, αμφισβητεί το πνεύμα του Διαφωτισμού που στηρίχτηκε στην πίστη της λογικής για να βελτιωθεί η κοινωνία και να οδηγηθεί ο άνθρωπος στην πρόοδο και στην ευτυχία του. Προτείνει για την άρση της αλλοτρίωσης το προσωπικό βίωμα του Υπερανθρώπου, μέσα από το οποίο θα απολαμβάνει τη ζωή σ’ όλο της το μεγαλείο με την απελευθέρωση των ενστίκτων και των αισθήσεων. Απαραίτητη προϋπόθεση ο μετασχηματισμός του ανθρώπου σε Υπεράνθρωπο δηλαδή σε μια νέα μορφή ατομικότητας, όπου η θέληση για δύναμη θα είναι το κύριο χαρακτηριστικό της. Μια θέληση όχι για εξουσιαστική δύναμη αλλά για δύναμη που θα μπορεί να καταστρέφει όλα αυτά που τον καταπιέζουν για να μεταμορφώνει τον εαυτό του σε Υπεράνθρωπο. Ο χριστιανισμός και ο σοσιαλισμός οδηγούν στην ισοπέδωση και στην ηθική του κοπαδιού. Όταν οι άνθρωποι αγωνίζονται να αποκτήσουν τα ίδια με τα αφεντικά τους (ιδιοκτησία, εξουσία) τότε αναπαράγεται ο ίδιος πολιτισμός. Γκρεμίστε τις λέξεις της παρακμής: αμαρτία, ενοχή, μετάνοια, λύτρωση, σωτηρία, χρήμα και δημιουργείστε νέες λέξεις.  Τελικά ο Νίτσε με τη θεωρία του φτάνει σ’ έναν πρωτόγνωρο μηδενισμό, που, ενώ απ’ τη μια γκρεμίζει τα πάντα, απ΄ την άλλη καταφάσκει τη ζωή και την ύπαρξη του ανθρώπου, κηρύσσοντας δηλαδή έναν διονυσιακό μηδενισμό, όπως χαρακτηρίστηκε από πολλούς αργότερα.

               Πόσο επίκαιρες μπορεί να είναι σήμερα οι θεωρίες αυτές σ’ έναν κόσμο που διαρκώς μεταβάλλεται και που προστίθενται νέες αλλαγές, όπως οικολογικό πρόβλημα, επανάσταση των επικοινωνιών και της πληροφορικής, οικονομική κρίση…αλλαγές που έκαναν τον κόσμο ακόμα πιο πολύπλοκο; Ο άνθρωπος του 21ου αιώνα πως θα διαχειριστεί όλη αυτή τη γνώση, που συσσωρεύτηκε και που συμπαρασύρει τα πάντα στο διάβα της; Ποιος ο ρόλος της πολιτικής και του πολιτικού σ’ αυτό το σύγχρονο κόσμο; Κατά πόσο επαληθεύτηκαν οι θεωρίες των τριών αυτών διανοητών;  αναρωτιέται ο συγγραφέας

         Στο έκτο κεφάλαιο «ο Μοναχικός» ο συγγραφέας μιλάει για την τύχη των βιβλίων, που είναι απρόβλεπτη μέσα στο χρόνο, για το ποιος δίνει το νόημα σ’ ένα βιβλίο, ο συγγραφέας ή ο αναγνώστης, για τους διαφορετικούς τύπους αναγνωστών, για το ρόλο του διανοούμενου στην τηλεοπτική εποχή μας, για τη σχέση μοναξιάς και δημιουργίας για να καταλήξει ότι στην εποχή τους τα βιβλία των προαναφερθέντων στοχαστών είχαν ελάχιστες πωλήσεις, ενώ με το πέρασμα του χρόνου οι πωλήσεις τους αυξήθηκαν κατακόρυφα. Οι πωλήσεις των βιβλίων του Μαρξ έφτασαν να συναγωνίζονται τις πωλήσεις της Βίβλου, ο Νίτσε, το 1994 ήταν ο πρώτος σε πωλήσεις σ’ όλη την Ευρώπη κι ο Φρόιντ, 30 χρόνια μετά το θάνατο του, σάρωσε σε πωλήσεις σ’ όλο τον κόσμο. Δυστυχώς όμως ο σύγχρονος άνθρωπος με την απόκτηση τόσης γνώσης, που λογικά θα τον απελευθέρωνε, κατάντησε ένας «μοναχικός» άνθρωπος, που η ελευθερία του κι η ευθύνη του για τις πολλαπλές υποτιθέμενες επιλογές του τον γεμίζει άγχος κι αγωνία. «Είναι μόνος μέσα στην πιο μεγάλη και χαοτική επικοινωνία που γνώρισε ποτέ ως τα τώρα η ανθρωπότητα, απρόσωπος, κι ανώνυμος χωρίς ταυτότητα» αναφέρει ο συγγραφέας (σ.111).

             Το έβδομο κεφάλαιο «ο Τεμπέλης» έχει θέμα την εργασία και τον ελεύθερο χρόνο και τη μετεξέλιξη τους. Η  λογική φωνή του Μαρξ, που εκφράζει το πνεύμα του αντάρτη Προμηθέα, ατόνησε. Η κοινωνία της δημιουργικής εργασίας με τον πολιτισμό του ελεύθερου χρόνου, που οραματίστηκε ο Μαρξ, δίνει τη θέση της στην Κοινωνία της Πληροφορίας, η άυλη οικονομία έχει κυριαρχήσει πάνω στην παραγωγική εργασία, που η αποτελεσματικότητα της μετριέται από τις  απρόσωπες Αγορές, η ειδικευμένη εργασία όλο και βαθαίνει ενώ η δημιουργική όλο και λιγοστεύει αποξενώνοντας το άτομο από την εργασία του, χωρίς να του προσφέρει ψυχική ικανοποίηση. Και το χειρότερο δεν υπάρχει εργασία για όλους αλλά ανεργία. Απ΄ την άλλη ο ελεύθερος χρόνος για τον σημερινό άνθρωπο συχνά αποτελεί πηγή νευρώσεων κι άγχους, διότι τα περισσότερα μέσα διασκέδασης είναι εμπορευματοποιημένα. Η διασκέδαση τις περισσότερες φορές είναι προκαθορισμένη δηλαδή προκατασκευάζεται απ’ αυτούς που την ελέγχουν, όπως απ’ τα γραφεία ταξιδίων, οι δισκογραφικές εταιρείες, η βιομηχανία του κινηματογράφου, τα νυχτερινά κέντρα διασκέδασης…έτσι ώστε να στερούν τον αυθορμητισμό, την πρωτοτυπία, την ελευθερία απ’ το άτομο μετατρέποντας τον σε καταναλωτή ακόμα και του ελεύθερου χρόνου του, κι οδηγώντας τον έτσι σε απώλεια του νοήματος της ψυχαγωγίας του και της ψυχικής του πλήρωσης. Μήπως φτάσαμε σε μια κοινωνία δούλων χωρίς εργασία, όπως συνέβη στα τελευταία χρόνια της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, πριν την πτώση της; αναρωτιέται ο συγγραφέας.


         Τη φωνή του Φρόιντ, τη φωνή της αιώνιας επιθυμίας, στο μεταίχμιο της λογικής και των αισθήσεων, την άκουσαν πολλοί και πάνω σ’ αυτήν στηρίχθηκαν η σεξουαλική απελευθέρωση, οι μέθοδοι της διαφήμισης και της προπαγάνδας. Το κεφάλαιο « ο τελευταίος Υπνοβάτης» αναφέρεται στο σύγχρονο τηλεθεατή, όπου η τηλεόραση σαν τον υπνωτιστή χαλαρώνει τον έλεγχο της συνείδησης του, του ξυπνά απωθημένες επιθυμίες που γλιστρούν μέσα στη συνείδηση του και τον δυναστεύουν. Το κυριότερο η τηλεόραση δημιουργεί ένα συλλογικό ασυνείδητο(σ.160),ψεύτικο, εμπορευματοποιημένο, το οποίο δρα παράλληλα με το ατομικό, το αυθεντικό ασυνείδητο, επιτείνοντας έτσι το διχασμό και την αλλοτρίωση του ανθρώπου και σε επίπεδο ασυνείδητου ακόμα! Ο σύγχρονος άνθρωπος ζει σ’ ένα διχασμό, σε δυο κόσμους: τον κόσμο της εικόνας, που την ορίζουν οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα και στον πραγματικό κόσμο που τον καθορίζουν οι αληθινές ανάγκες της κοινωνίας και του ατόμου. Ζούμε την ακραία σύγχυση κι οφθαλμαπάτη. Ποιος καθορίζει πλέον τα γούστα και τις επιλογές μας; Αλίμονο στον υπνοβάτη, αν ξυπνήσει κάποια στιγμή απότομα. Το ξύπνημα του θα είναι οδυνηρό κι επικίνδυνο!

         Τη φωνή του Νίτσε, που έρχεται απ’ το βάθος των ενστίκτων και των αισθήσεων, την άκουσαν επίσης πολλοί, κι άρχισαν να γκρεμίζουν πολλά παραδοσιακά στοιχεία της κοινωνίας, φτάνοντας  σε μια ισοπέδωση, σε μια κοινωνία που έγιναν όλα πολτός, καταργώντας την αξιοκρατία, την ιεράρχηση αξιών και συμπεριφορών. Ο Νίτσε σήμερα είναι πιο επίκαιρος από ποτέ! Ο παίζων άνθρωπος, ο «Homo lydens», ζει τη ζωή του σαν να είναι παιχνίδι κι αντιμετωπίζει τα σοβαρά προβλήματα του σαν να παίζει, χωρίς ευθύνες, ζώντας σε ένα ονειρικό σύμπαν. Ο «παιγνιώδης πολιτισμός» που οραματίστηκε ο Νίτσε στο έργο του «Ιδέ ο Άνθρωπος» έχει εκφυλιστεί με την εγκαθίδρυση της βιομηχανίας του θεάματος, όπου όλοι «παίζουν» μικροί, μεγάλοι. «Τα πάντα και κάθε στιγμή είναι παιχνίδι στην παγκόσμια αγορά, την τηλεοπτική και διαφημιστική»(σ150). Ο μαγικός κύκλος του παιχνιδιού όμως, με την αθωότητα του, το αυθόρμητο και την ξενοιασιά του έχει χαθεί. Μια νέα απώλεια του εαυτού μας, που  μεγεθύνει την ήδη υπάρχουσα αλλοτρίωση μας, ήλθε να προστεθεί στις προηγούμενες!

                           Και οι πολιτικοί τι κάνουν; Ποιος ο ρόλος της πολιτικής στις αρχές του 21ου αιώνα; Πως ασκείται η τέχνη του Πολιτεύεσθαι στο 2000 μ Χ; Μη ξεχνάμε ότι η πολιτική ασκείται πάντα μεταξύ αυτών που κατέχουν την εξουσία και αυτών που εξουσιάζονται και το επίπεδο και των δυο επηρεάζει τον τρόπο άσκησης της.

Στο 9ο κεφάλαιο «Ο Ανώνυμος» ο συγγραφέας πιστεύει ότι από την εξουσία του ενός φαίνεται ότι έχουμε περάσει στην εξουσία του Κανενός. Ένας αόρατος, Ανώνυμος κυβερνήτης πάνω απ’ τους πολιτικούς! Μια βουβή διαδικασία, που ενώ υπάρχουν πολλοί επώνυμοι πολιτικοί, επιτελεία, στρατηγικές, αυτός ο απρόσωπος κυβερνήτης -σαν τις απρόσωπες κι ανώνυμες πολυεθνικές εταιρείες- Αγορές φαίνεται ότι τους υποκλέπτει την εξουσία. Ο σημερινός πολιτικός είναι ένας ναυαγός στο πέλαγος της αβεβαιότητας και της απροσδιοριστίας, που άθελα του, μπορεί να γίνει υπαίτιος για συνέπειες που ξεφεύγουν απ’ τον ορθολογικό σχεδιασμό της πολιτικής του, επειδή είναι πολλοί οι παράγοντες που επηρεάζουν την εξέλιξη των πολιτικών αποφάσεων. Μακάρι να υπήρχε ένα μαθηματικό μοντέλο, αναφέρει ο συγγραφέας, που θα έβαζε σε λογική τάξη το χάος που επικρατεί στη σημερινή πολιτικοκοινωνική κατάσταση (σ.185).Έτσι ο σημερινός πολιτικός δεν είναι τόσο δυνατός, ώστε να μπορεί να υπηρετήσει την αληθινή πολιτική και μάλιστα συχνά γίνεται ο αποδιοπομπαίος  τράγος για τις αποτυχίες του πολιτικού συστήματος, η λειτουργία του οποίου ξεφεύγει απ’ τα όρια των πολιτικών.

Στο τελευταίο κεφάλαιο «ο Τελευταίος Αλκιβιάδης» αναφέρεται ότι σε μια τέτοια κοινωνία σαν τη σημερινή ταιριάζει ένας πολιτικός τύπου Αλκιβιάδη με τα πολλά πρόσωπα, που ξέρει να εξεγείρει το συλλογικό ασυνείδητο  με την ομορφιά του, ή τα πλούτη του, τη ρητορεία του, ή και τα  χοντρά ελαττώματα του, ακόμα και την προδοσία του! Ένας πολιτικός-γόης, που με την εικόνα του που παρουσιάζει προς τα έξω, ξέρει να παραμυθιάζει την κοινή γνώμη γιατί «αυτός είναι αυτό, που θα  ‘θελαν να ΄ναι κι εκείνοι και δεν είναι» (σ.198). Ο πολιτικός αυτού του τύπου όμως ζει μια εσωτερική αγωνία, ένα διχασμό ανάμεσα στον πραγματικό εαυτό του και τον ψευδή που δείχνει προς τα έξω.(σ.199) Ανέβηκε στην κορυφή χωρίς να την κατακτήσει μόνος του, κι ευρίσκεται υπό την κηδεμονία του «ιδρυτή» του κόμματος του. Επιλέγει τους φίλους του υστερόβουλα που με την παρουσία τους εξωραϊζουν τη δημόσια εικόνα του(σ.213).

Ποιες λοιπόν επιλογές μπορεί να έχει σήμερα, ένας που ασχολείται με την πολιτική; Κι ο Ανδρουλάκης απαντά ή να σηκωθεί να φύγει ή σαν το βοσκό να καθοδηγεί το κοπάδι-μάζες ή κάτι σχεδόν ακατόρθωτο: να υποδύεται τον αληθινό εαυτό του και συγχρόνως όμως να διδάσκει ήθος από τη δημόσια σκηνή που εμφανίζεται, το ήθος που υπονοείται ότι έχει, διότι το ήθος είναι ο σκοπός της αληθινής πολιτικής, καθώς λέει και ο Αριστοτέλης και εμπεριέχεται μέσα στην ίδια τη διαδικασία  της πολιτικής, δηλ. στα μέσα που χρησιμοποιεί για την επίτευξη των στόχων της! Κι αναρωτιέται κανείς κατά πόσο ένας τέτοιος ηθο-ποιός/πολιτικός  μπορεί να λειτουργήσει μέσα στις σημερινές κοινωνίες, όπου ο σκοπός έχει διαχωριστεί από τα μέσα της πολιτικής και η πολιτική έχει γίνει απλώς ένα εργαλείο, για την επικράτηση ιδιοτελών συμφερόντων; (σ.195-6)

 

Ένας Ανδρουλάκης ανατρεπτικός, τολμηρός, αιρετικός ίσως, που με το χάρισμα του λόγου του κρατά το ενδιαφέρον του αναγνώστη  προσφέροντας περισσότερο προβληματισμούς παρά λύσεις. Η ίδρυση ενός Παγκόσμιου Κινήματος Βιοσοφίας, που προτείνει ως λύση είναι αόριστη κι ασαφής. Ένα κίνημα που θα προσφέρει νέες ιδέες, αξίες, λέξεις τόσο στην ιδιωτική όσο και στη δημόσια ζωή και που θα βρίσκεται σε ανοιχτό διάλογο με την πολιτική.  Κατά την προσωπική μου γνώμη η μετα-βιομηχανική ή μετα-μοντέρνα, ή μετα-δημοκρατική εποχή που ζούμε, δεν μπορεί να ερμηνευθεί με τη γλώσσα που ο Διαφωτισμός χρησιμοποίησε για να ερμηνεύσει την άνοδο κι επικράτηση της αστικής τάξης ως δίκαιης κι αναγκαίας για την πρόοδο ολόκληρης της κοινωνίας. Ζούμε σε μια μεταβατική εποχή, όπου το παλιό γκρεμίζεται κα το νέο δεν έχει ακόμα σχηματοποιηθεί, ώστε να είναι ευδιάκριτο και να προσφέρει ελπίδες κι όραμα στον κόσμο. Ένας κύκλος τελειώνει κι ένας νέος αρχίζει. «Η αιώνια επιστροφή» που θα έλεγε κι ο Κάρολος Φρειδερίκος του Ζίγκμουντ ενοποιημένοι σε ένα όνομα, και σε μια νέα ερμηνεία από τον Μίμη Ανδρουλάκη! Η Αγία Τριάδα, το τρισυπόστα ψη κι αυτή ελληνική (σ.14), που εκφράζει το ακατανόητο κι όμως πιστευτό από πολλούς!

Έτσι είναι η ανθρώπινη φύση, να στοχάζεται πάνω στα ανθρώπινα και να τα ερευνά, πότε συλλαμβάνοντας αλήθειες του κόσμου τούτου και πότε όχι!

                                                                                                                          Σούλη Αγγελική

                                                                                                                              Φιλόλογος

                                                                                                                 Βάρκιζα, καλοκαίρι 2010

   



[1] Βλ, « Πολιτική Οικονομία του Καπιταλισμού», εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 1982.Με τον όρο παραγωγικές δυνάμεις εννοούνται όσα μπορούν να παράγουν: α. η εργατική δύναμη του ανθρώπου, (σωματική, πνευματική, μαζί με την αποκτηθείσα πείρα του). β. τα μέσα παραγωγής, η γη αλλά κι αυτά που έχει αναπτύξει κάθε εποχή , όπως εργαλεία, μηχανές, συσκευές, βιομηχανία, και σήμερα μηχανές υψηλής τεχνολογίας. 

[2] Με τον όρο παραγωγικές σχέσεις εννοούνται οι σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ αυτών που κατέχουν τα μέσα παραγωγής κι αυτών που δεν τα κατέχουν. Οι σχέσεις αυτές ποικίλλουν ανάλογα με το επίπεδο ανάπτυξης των  παραγωγικών δυνάμεων. Είναι σχέσεις που εμφανίζονται σ’ όλα τα στάδια της οικονομικής ζωής απ’ την παραγωγή των αγαθών ως τη διανομή και την κατανάλωση τους. Μπορεί να είναι σχέσεις βαθιάς ανισότητας κι εκμετάλλευσης, όπως δούλου-αφέντη, ή μερικής εξάρτησης, όπως εργάτη-βιομήχανου και  οδεύουν σε σχέσεις ισότητας σε σ’ ένα σοσιαλιστικό σύστημα, όπως το οραματίστηκε ο Μαρξ.

[3]Bλ. Εφ. Βήμα Κυριακής 19-10-2008 σ.Β19 Ο Μαρξ μαζί με τον Άνταμ Σμιθ θεωρούνται οι θεμελιωτές της νέας επιστήμης της Πολιτικής Οικονομίας, διότι θεωρούσαν αδιανόητη την εξέταση  της Οικονομίας εκτός πολιτικού χώρου, αποκομμένη από το πολιτικό πλαίσιο της κοινωνίας μέσα στην οποία αποκτούσε νόημα κι αξία. Στον 20ο αιώνα  οι λεγόμενοι νεοκλασσικοί οικονομολόγοι εξαφάνισαν το επίθετο Πολιτική φιλοδοξώντας να παρουσιάσουν τάχα μια ουδέτερη και καθολική επιστήμη της Οικονομίας και για να προσδώσουν κύρος στην επιστήμη τους άρχισαν να απονέμουν από το 1969 και μετά βραβείο Νομπέλ Οικονομίας, κάτι που δεν είχε βέβαια σχεδιάσει ο ιδρυτής του βραβείου ο Άλφρεντ Νομπέλ το 1901. Οι νεοκλασσικοί αντικατέστησαν τη θεωρία της αξίας των αγαθών που βασίζεται στην εργασία, (που δέχονταν και οι μαρξιστές και οι φιλελεύθεροι) από μια υποκειμενική θεωρία που βασίζεται στον οριακό υπολογισμό και που άνοιξε το δρόμο σε μαθηματικές μοντελοποιήσεις της οικονομίας, (που οδήγησαν την παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008).

Τετάρτη 12 Αυγούστου 2020

Περί Τυφλότητος, Ζοζέ Σαραμάγκου, Εκδ. Καστανιώτης, 1998

     Η φήμη του μυθιστορήματος «Περί Τυφλότητος» του Πορτογάλου συγγραφέα Ζοζέ Σαραμάγκου (1922-2010), βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας  1998, το οποίο  θεωρείται από τα καλύτερα του μυθιστορήματα – και που ξεχωρίζει τόσο για το μύθο του που στηρίζεται σε μια υπόθεση που κάνει ανατρέποντας την πραγματικότητα που  ζούμε,  όσο και για τον τρόπο που οργανώνει γλωσσικά την  αφήγηση  του μύθου του-   με ώθησαν να αγοράσω το βιβλίο.  Επίσης  ήθελα  να  γνωρίσω  την  προσωπικότητα αυτού του συγγραφέα, που κατάφερε χωρίς  πανεπιστημιακές  σπουδές , φτωχό παιδί ξεκινώντας από σιδηρουργός να φτάσει  50 χρονών να εκδώσει το πρώτο βιβλίο του και στα 76 του να πάρει  Νόμπελ Λογοτεχνίας! Βέβαια η κύρια επαγγελματική του ενασχόληση με τη δημοσιογραφία και  την εργασία του σε εκδοτικούς οίκους καθώς και η ασχολία του με τα κοινά ως δραστήριο  μέλος του ΚΚ Πορτογαλίας, πιστεύω, τον όπλισαν με εκείνα τα  πνευματικά εφόδια που τον βοήθησαν στη συγγραφή των έργων του. Το 1993 μετοίκησε στο  νησί Λανθαρότε των Καναρίων νήσων απογοητευμένος  από την κυβέρνηση της Πορτογαλίας  και την Εκκλησία,  που τον είχαν  αποκλείσει από τη διεκδίκηση  Ευρωπαϊκού Βραβείου στη Λογοτεχνία  εξ αιτίας του  βιβλίου του «Το κατά Ιησούν  Ευαγγέλιο».

            Έτσι βρέθηκα να διαβάζω το «Περί τυφλότητας» αλλά από τις πρώτες σελίδες ως και τη μέση περίπου του βιβλίου η απογοήτευση μου ήταν πολύ μεγάλη!  Δεν μου άρεσε καθόλου,  συνέχιζα να το διαβάζω από περιέργεια,  παρόλο που το κείμενο στο οπισθόφυλλο του βιβλίου με είχε αλλιώς προετοιμάσει γράφοντας: «Ένας άνθρωπος χάνει ξαφνικά το φως του. Τα περιστατικά αιφνίδιας τύφλωσης κλιμακώνοται και η κυβέρνηση αποφασίζει να βάλει σε καραντίνα τους τυφλούς. Με γραφειοκρατική ακρίβεια   ο Σαραμάγκου έχει υπολογίσει όλα όσα θα μπορούσαν να συμβούν σε έναν κόσμο που χάνει την όραση του. Για πόσο καιρό η κίνηση στους δρόμους θα είναι ομαλή; Για πόσο καιρό θα επαρκούν τα τρόφιμα για τις πεινασμένες ορδές; Πόσος χρόνος χρειάζεται για να καταρρεύσει η παροχή ηλεκτρικού ρεύματος και νερού; Τι θα απογίνουν τα κατοικίδια; Οι σεξουαλικοί φραγμοί; Πόσοι τυφλοί φτιάχνουν μια τυφλότητα; και τέλος: Σε έναν κόσμο τυφλών, τι θα έκανες , αν έβλεπες;»

Παρασκευή 8 Μαΐου 2020

Η πανούκλα, Αλμπέρτ Καμύ, Εκδ. Δωρικός, 1965

  
       
Μεγάλη επικαιρότητα απέκτησε ξαφνικά «Η Πανούκλα» του Αλμπέρτ Καμύ,  λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού. Πρόκειται  για ένα μυθιστόρημα–δοκίμιο, αφού η πλοκή του μύθου  είναι ελάχιστη, οι ήρωες του λίγοι και ο στοχασμός πολύς. Ο αφηγητής του μυθιστορήματος το χαρακτηρίζει Χρονικό για την επιδημία της πανούκλας που ξέσπασε στην πόλη Οράν στο Αλγέρι στη δεκαετία του 1940 και διήρκεσε 10 μήνες. Η αλήθεια είναι ότι αυτός είναι ο μύθος του έργου, αλλά μια πραγματική επιδημία μπορεί να ξεσπάσει οπουδήποτε και οποτεδήποτε. Ο Καμύ εκδίδει το έργο το 1947, δυο χρόνια μετά το τέλος του Β! Παγκοσμίου Πολέμου που ανέτρεψε τις ζωές τόσων εκατομμυρίων ανθρώπων σκορπίζοντας τον τρόμο και τη φρίκη παντού. Ο Γάλλος Καμύ επιλέγει την πόλη Οράν στην «αλτζερίνικη ακτή» του  αποικιοκρατούμενου Αλγέρι, διότι έτυχε να γεννηθεί και να μεγαλώσει εκεί. Έτσι είχε συνασθηματικούς δεσμούς με τη χώρα,   προτού ακόμα αυτή ξεσηκωθεί κατά της Γαλλικής αποικιοκρατίας. Πώς λοιπόν ο συγγραφέας Καμύ να μην εμπνευστεί το αλληγορικό έργο  του «Η Πανούκλα» ζώντας από κοντά τον πόλεμο και την αποικιοκρατία που ανέτρεψαν την καθημερινότητα εκατομμυρίων ανθρώπων και τους φυλάκισαν σε τείχη που έκτισαν οι ισχυροί της γης;

Ο Αλμπέρτ Καμύ αναγάγει την Πανούκλα σε σύμβολο κάθε Κακού που χτυπά μαζικά μια κοινότητα, ανατρέπει την τακτοποιημένη κι ευτυχισμένη  μέχρι τότε ζωή της, σκορπά τη δυστυχία και το θάνατο και φυλακίζει τους ανθρώπους της μέσα σε τείχη πραγματικά αλλά και νοητά. Η Πανούκλα είναι μια θεομηνία, είναι η απειλή κι ο φόβος που κρέμεται πάνω σε ολόκληρους πληθυσμούς μήπως  βρεθούν εγκλωβισμένοι σε επιδημίες αρρώστιας, πείνας, πολέμων, ακραίων καιρικών ή φυσικών φαινομένων κι ακόμα θα συμπλήρωνα προσφυγιάς. Η Πανούκλα είναι ο περιορισμός που επιβάλλεται σε κοινωνίες ολόκληρες ή λαούς  που στερούνται την ελευθερία και τη δημοκρατία είτε από κατακτητές είτε από ολοκληρωτικά καθεστώτα. Και τελικά Πανούκλα είναι το παράλογο να φυλακίζεται η ίδια η ζωή σε καραντίνα! Μα πώς είναι δυνατόν ο χώρος και ο χρόνος να παγώνουν και  να αναστέλλεται η ζωή; Ζωή που δεν τη ζεις πάραυτα ακυρώνεται! Μια τελευταία ερμηνεία που της δίνει ο ήρωας Ταρρού πανούκλα είναι ο εγκλωβισμός του ανθρώπου σε μια τάξη πραγμάτων στον Κόσμο που υπάρχουν θεομηνίες και θύματα. Και μια πολύ ακραία ερμηνεία που  δίνει ο γερο παράξενος και μισάνθρωπος κάτοικος του Οράν στο τέλος του μυθιστορήματος ότι πανούκλα είναι η ζωή, εκφράζοντας ίσως κάποιους αποκλεισμένους από τη ζωή σαν κι αυτόν που δεν θέλησαν ή δεν μπόρεσαν να τη ζήσουν. Είρων και καυστικός ο γερο παράξενος συνεχίζει λέγοντας ότι η πολιτεία θα τιμήσει τους πανουκλιασμένους με λόγους και μνημεία για το δικό της συμφέρον βέβαια και σε αυτό έχει δίκιο. 

Το έργο:
Ακολουθώντας τη χρονολογική σειρά των γεγονότων, όπως απαιτεί το Χρονικό, ο συγγραφέας αρχίζει από την εμφάνιση της πανούκλας στην πόλη Οράν, προχωρά στην εξάπλωση, κορύφωση, ύφεση μέχρι το τέλος της  και την επιστροφή των κατοίκων, ας πούμε, στους ρυθμούς της  πρότερης  ζωή τους. Μπορεί όμως, όταν ένας τυφώνας περνά από τη ζωή μιας κοινότητας, να ξαναγυρίσουν τα πράγματα στους ίδιους ρυθμούς;

              Μια μέρα λοιπόν στη ξένοιαστη πόλη του Οράν κοντά στη  βορειοδυτική ακτή του Αλγέρι, κάποιοι κάτοικοι ξύπνησαν κι αντίκρυσαν ψόφιους ποντικούς μπροστά στα σπίτια τους. Το σιχαμερό αυτό θέαμα συνεχίστηκε επί μέρες και συγχρόνως πολλοί κάτοικοι άρχισαν να ανεβάζουν υψηλό πυρετό, να βήχουν δυνατά τραντάζοντας το κορμί τους, να διψούν φοβερά, να πρήζονται τα γάγγλια στις γούβες των αρθρώσεων τους γεμίζοντας πύο που συχνά άνοιγαν μόνα τους και χύνονταν... Πρώτοι που κατάλαβαν ότι πρόκειται για πανούκλα ήταν δυο γιατροί, ο γερο Καστέλ και ο νεώτερος του Μπερνάρ Ριέ δηλαδή άτομα που είχαν μεν ειδικές γνώσεις αλλά ήξεραν και να παρατηρούν προσεχτικά τι συνέβαινε δίπλα τους συνδέοντας τα συμπτώματα της ασθένειας  με την εμφάνιση των ποντικιών. Δυστυχώς πάντα λίγοι είναι αυτοί που καταλαβαίνουν το Κακό, πριν ξεσπάσει και ενημερώνουν τη Νομαρχία, η οποία δύσπιστη στην αρχή προβάλλει γραφειοκρατικά εμπόδια και τελικά αποφασίζει να αντιμετωπίσει το πρόβλημα καθυστερημένα.
Στο άκουσμα όμως και μόνο της λέξης «πανούκλα» ο κόσμος πανικοβλήθηκε, διότι δεν ήθελαν να πιστέψουν ότι θα πάθουν όσα φρικτά είχαν πάθει κάποτε κάποιοι άλλοι λαοί, όπως μας έχει παραδοθεί από την Ιστορία: Όταν κτυπήθηκε η Αίγυπτος από τις επτά πληγές του Φαραώ μία εκ των οποίων ήταν η πανούκλα, ή όταν ξέσπασε ο λοιμός μέσα στα τείχη της αρχαίας Αθήνας και πέθαιναν σωρηδόν κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο, ή όταν πέθαναν 10.000 άτομα σε μια μόνο μέρα στην Κωνσταντινούπολη επί Ιουστινιανού, ή όταν στην Καντώνα της Κίνας το 1871  τα ποντίκια στους δρόμους ήταν περισσότερα από τους ανθρώπους, ή στη Μασσαλία όταν έκτισαν ψηλό τείχος στην Προβηγκία για να σταματήσουν τάχα το μανιασμένο αέρα της πανούκλας, ή στην Ευρώπη το 1347 που ο Μαύρος Θάνατος, όπως τον είπαν, ξεκλήρισε το 1/3 του πληθυσμού της!
Εντύπωση προκαλεί η χρήση του  ίδιου  λεξιλογίου για την αντιμετώπιση των μολυσματικών ασθενειών είτε λέγεται  πανούκλα είτε κορωνοϊός.  Το νόημα  λέξεων προληπτικά (προφυλακτικά) μέτρα, απομόνωση.., καραντίνα, απολύμανση, καθαριότητα κλπ αποκτούν τώρα άλλο βάρος καθώς συνειδητοποιείται ο κίνδυνος μετάδοσης του Κακού από άνθρωπο σε άνθρωπο, που την καθιστά τόσο επίφοβο.

Δευτέρα 20 Απριλίου 2020

"Homo Deus", Γιουβάλ Νώε Χαράρι, Εκδ. Αλεξάνδρεια, 2017



Στις μέρες της καραντίνας λόγω κορονοϊού και προβληματιζόμενη για την επόμενη μέρα της υγειονομικής και οικονομικής κρίσης, που όπως φαίνεται ακολουθεί, ανακάλυψα τον Γιουβάλ Νώε Χαράρι, καθηγητή ιστορίας στο Εβραϊκό Πανεπιστήμιο του Ισραήλ, ο οποίος στο βιβλίο του “Homo Deus” (Άνθρωπος Θεός)  παρουσιάζει   μια δυστοπία για το μέλλον της ανθρωπότητας, όπου ο homo sapiens (o σκεπτόμενος άνθρωπος) θα παραχωρήσει τη θέση του στον Άνθρωπο Θεό!
Προβληματίστηκα να αναρτήσω την ανάγνωση του βιβλίου αυτού στο ιστολόγιο μου γιατί δεν με έπεισε η συνολική ερμηνεία που δίνει για την εξέλιξη του χόμο σάπιενς θυμίζοντας μου πιο πολύ βιβλίο επιστημονικής φαντασίας. Όμως το βιβλίο αυτό μας ενημερώνει για τις τελευταίες τεχνολογικές εξελίξεις στη Silicon Valley των Η.Π.Α για την Τεχνική Νοημοσύνη χωρίς συνείδηση, για την κυριαρχία και τη παντοδυναμία των αλγορίθμων σήμερα όχι μόνο στην πληροφορική αλλά παντού, στον άνθρωπο, στη φύση, στο σύμπαν, για το πάντρεμα των αλγορίθμων με τη βιολογία, που οδηγεί για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας στη σύνδεση της οργανικής με την ανόργανη ύλη, η οποία επιτρέπει σε κάποιους να σχεδιάζουν και να χρηματοδοτούν  την αναβάθμιση του ανθρώπου σε θεό!
Ο συγγραφέας δηλώνει ότι το αφήγημα που πλάθει δεν είναι προφητεία αλλά μια πιθανή πρόβλεψη για το μέλλον της ανθρωπότητας. Ο Χαράρι είναι καλός αφηγητής  που χρησιμοποιώντας μια απλή γλώσσα εντυπωσιάζει πολύ τον αναγνώστη με όσα λέει αλλά και τον τρομοκρατεί ώστε να τον κάνει να σιωπά ή να τον παρασέρνει να αποδεχτεί τα όσα γράφει. Το αφήγημα του όμως  έχει άλματα σκέψης, πλήθος φλύαρων παραδειγμάτων και ενοράσεις, όπως και ο ίδιος παραδέχεται. Προβάλλει απόψεις όπως για την απουσία ελεύθερης βούλησης ενώ αποσιωπά διαφορετικές απόψεις νευροεπιστημόνων. Δεν μπόρεσα να ξεχωρίσω πολλές φορές πού ακριβώς σταματούν τα ζοφερά σχέδια των γκουρού της υψηλής τεχνολογίας και πού αρχίζει η ερμηνεία του Χαράρι. Αν και διαφωνεί με τα μεγαλεπήβολα σχέδια τους, και ενίοτε με λεπτή ειρωνεία σχολιάζει τη στάση τους,  δεν μπορούσα πάντα να ξεχωρίσω εξ ονόματος ποιου μιλάει, του εαυτού του ή των φωστήρων. Κρούει τον κώδωνα του κινδύνου αλλά μέσα από την ερμηνεία που παρουσιάζει, η εξέλιξη του χόμο σάπιενς στο μέλλον φαίνεται ως προδιαγεγραμμένη.                                                                                          
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

Πέμπτη 2 Απριλίου 2020

«Η αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα», 'Αλκη Ζέη, Εκδ.Κέδρος, 1987

Με αφορμή το θάνατο της Άλκης Ζέη ξαναδιαβασα  το βιβλίο της «Η αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα, γιατί αισθάνθηκα την ανάγκη να επαναφέρω στη μνήμη μου όσα με είχαν συγκινήσει πριν 30 χρόνια και  σας το παρουσιάσω.

Το ιστορικό και πολιτικό υπόβαθρο του βιβλίου στηρίζεται πάνω στα γεγονότα που βίωσε η ίδια η συγγραφέας σε διάστημα περίπου 30 χρόνων:  από την Απελευθέρωση της Ελλάδας το 1944 από τους Γερμανούς κατακτητές, το αδελφοκτόνο μίσος που εμφανίστηκε πριν τον Εμφύλιο, την εξορία πολλών ηττημένων του Εμφυλίου στη Τασκένδη και στη Μόσχα, μέχρι την αυτοεξορία της στο Παρίσι κατά τη στρατιωτική δικτατορία του 1967-1974. Ωστόσο η συγγραφέας έχει αναφέρει σε συνέντευξη της ότι ούτε η αρραβωνιστικιά ούτε ο Αχιλλέας ταυτίζονται με την ίδια και το σύζυγο της Γ. Σεβαστίκογλου που ως πολιτικός πρόσφυγας την περίμενε στην Τασκένδη.  Σίγουρα κάθε συγγραφέας εμπνέεται από την εποχή του και τα βιώματα του αλλά η συγγραφέας τα μεταπλάθει με τέτοιο τρόπο ώστε να μας χαρίσει ένα ωραιότατο μυθιστόρημα εστιάζοντας στον άνθρωπο κι όχι στη φορτισμένη με κομματικούς φανατισμούς εποχή της.   Πρόκειται για τη «βιογραφία» της  γενιάς που ανδρώθηκε στην ταραχώδη δεκαετία του 1940 για την Ελλάδα,  που αντιστάθηκε κατά των Γερμανών και αργότερα αγωνίστηκε για τα ιδανικά της Αριστεράς. Τα ιστορικά και πολιτικά γεγονότα λειτουργούν ως σκηνικό που ορίζουν το χώρο και το χρόνο μέσα στον οποίο εκτυλίσσεται η ζωή των ηρώων της και δεύτερο ως καταλύτες για τις σημαντικές αποφάσεις που πήραν  για τη ζωή τους.

 «Κανείς από τη γενιά μας δεν πρόλαβε, τους προλάβαιναν πάντα τα γεγονότα» που σκέπαζαν τις δικές τους επιθυμίες και θεωρούσαν τόσο φυσικό να υπακούουν σε αυτά, επαναλαμβάνει αρκετές φορές η συγγραφέας. Η γενιά της Αντίστασης είχε πολύ ανεπτυγμένο το αίσθημα του καθήκοντος προς την πατρίδα και προς μια δικαιότερη κοινωνία χάρη των οποίων υπέτασσε το ατομικό στο συλλογικό καλό. «Ο αγώνας απαιτεί θυσίες» έλεγε ο Αχιλλέας στην δεκαεξάχρονη Δάφνη, γνωστή όμως με το συνωμοτικό όνομα Ελένη,  που τον ερωτεύτηκε. Λίγο αργότερα όμως όλοι την αποκαλούσαν «η αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα», αφού είχε την τύχη να την διαλέξει για μέλλουσα γυναίκα του ο αρχηγός της οργάνωσης, ο πρώτος στη μάχη που θαύμαζαν κι εμπιστεύονταν όλα τα μέλη της οργάνωσης! Ο έρωτας όμως δεν ήταν στις προτεραιότητες του Αχιλλέα, ακόμα κι όταν παντρεύτηκαν βιαστικά χωρίς νυφικό και καλεσμένους, διότι την ίδια μέρα έπρεπε να φύγει για το βουνό, αντάρτης, αφού είχε πάρει εντολή «από πάνω». «Θα ζήσουμε μαζί» της έλεγε «αφού διώξουμε τους Γερμανούς» μετά «αφού τελειώσουν οι μάχες του Δεκέμβρη του 1944» μετά «σε ένα χρόνο το πολύ, αφού γυρίσουμε νικητές από το βουνό». Τελικά τον συνάντησε μετά αρκετά χρόνια, περίπου οκτώ, στα βάθη της Κεντρικής Ασίας, στη μακρινή Τασκένδη!

Τετάρτη 25 Δεκεμβρίου 2019

Το τέλος του κόκκινου ανθρώπου, Σβετλάνα Αλεξιέβιτς,εκδ. Πατακη, 2019


Εισαγωγή:
        
Την εποχή της περεστρόικας και την  πτώση της Σοβιετικής Ένωσης έχει ως θέμα το βιβλίο της Αλεξιέβιτς «Το τέλος του Κόκκινου Ανθρώπου»,  η οποία  τιμήθηκε με  Νόμπελ Λογοτεχνίας το 2015. Η συγγραφέας αφηγείται πώς  η ίδια η σοβιετική κοινωνία βίωσε την ανατροπή του κομμουνιστικού συστήματος της – που είχε για 70 περίπου χρόνια- σε καπιταλιστικό. Το βιβλίο αυτό δεν είναι μυθιστόρημα με την κλασσική έννοια του όρου, αφού στερείται ενός ενιαίου μύθου. Η δομή του  στηρίζεται σε ένα κεντρικό πρόσωπο την αφηγήτρια-συγγραφέα, η οποία παίρνει συνεντεύξεις-μαρτυρίες από ένα πλήθος ανθρώπων που έζησαν  την εποχή της περεστρόϊκας αλλά είχαν γεννηθεί κι ανδρωθεί στη σοβιετική εποχή κι άλλων που ήταν μικρά παιδιά τότε και άλλων που γεννήθηκαν μετά την περεστρόικα. Αυτή η πολυφωνία συμβάλλει στον πλουραλισμό απόψεων οι οποίες, όσο κι αν είναι υποκειμενικές, δεν παύουν να  έχουν στοιχεία ντοκουμέντου που προσδίδει κάποιο βαθμό αντικειμενικότητας στο έργο. Η Αλεξιέβιτς, δημοσιογράφος στο επάγγελμα, είναι εξοικειωμένη με τη τεχνική του ρεπορτάζ, η οποία επηρεάζει και τη λογοτεχνική γραφή της. Διαβάζουμε  στο αυτί του εμπροσθόφυλλου του βιβλίου της «το κύριο έργο της είναι τα βιβλία μαρτυριών προσδίδοντας νέα διάσταση στο γραμματολογικό είδος της λεγόμενης τεκμηριωτικής πεζογραφίας».           

Πώς να βάλει σε τάξη λοιπόν ο αναγνώστης  ένα βιβλίο 682 σελίδων, στο οποίο τόσοι πολλοί αφηγητές  παρουσιάζουν ο καθένας τη προσωπική  ή οικογενειακή του  ιστορία από τη δική του οπτική γωνία; 
       Σε πρώτο επίπεδο πληροφορούμαστε το πώς βίωσε ο σοβιετικός άνθρωπος τη μεταβατική εποχή της περεστρόικας (Απρίλης 1985 - Δεκέμβρης 1991όπου διαλύεται η ΕΣΣΔ) ανάμεσα στη σοβιετική και τη μετασοβιετική εποχή και θυμάται το Σοκ που υπέστη με το πέρασμα από το κομμουνιστικό παρελθόν του στο καπιταλιστικό παρόν του. Κι όταν ζυγίζουν το πριν με το μετά αισθάνονται ελλιποβαρή και τα δυό. Αισθάνονται ότι τα χρόνια της παρεστρόικας άλλα περίμεναν κι άλλα τους ήλθαν. Εξαπατήθηκαν, ήταν αφελείς, λένε. Η οικοδόμηση του κομμουνισμού ήταν ουτοπία; Αλλά και ο παράδεισος της αγοράς που υπόσχεται ευτυχία στον καταναλωτικό άνθρωπο,  μήπως δεν είναι μια άλλη ουτοπία της Δύσης αναρωτιούνται οι αφηγητές στη μετασοβιετική Ρωσία.   
        Σε δεύτερο επίπεδο ο αναγνώστης στοχάζεται πάνω στην εξέλιξη της ιστορίας, και  συγκεκριμένα του κομμουνιστικού κινήματος που τα ιδεώδη του στη διάρκεια του 20ου αιώνα είχαν  εξαπλωθεί στο μισό περίπου πλανήτη και πώς η ηγέτιδα δύναμη του κόσμου αυτού κατέρρευσε σαν χάρτινος πύργος χωρίς να δοθεί ούτε μια μάχη. Ο αναγνώστης στοχάζεται επίσης για τα αυταρχικά καθεστώτα και τα μέσα που χρησιμοποιούν κάνοντας  πάντα επίκαιρο το ερώτημα «αν ο σκοπός αγιάζει τα μέσα».    
      Η κεντρική ιδέα που διαπερνά το βιβλίο είναι ότι  σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης  ο άνθρωπος είναι πάντα ο ίδιος, έχει τις ίδιες ανάγκες, βιώνει τον ίδιο πόνο και χαρά, αγαπά την πατρίδα του και θέλει να ζει ελεύθερος. Έρχονται όμως στιγμές που η ανθρωπιά του χάνεται και τότε οδηγείται  σε μια ζωώδη κατάσταση. Το  τρομακτικό όμως είναι, όταν αυτή η απώλεια της ανθρωπιάς εξαπλώνεται σε μεγάλες ομάδες του πληθυσμού και  γίνεται πολιτική στα χέρια αυταρχικών-ολοκληρωτικών καθεστώτων που την επιβάλλουν στις κοινωνίες τους!     

           
Στο εισαγωγικό κεφάλαιο του βιβλίου «Σημειώσεις μιας συνενόχου» η συγγραφέας αναζητεί τις ευθύνες που είχε ο σοβιετικός άνθρωπος στο δράμα που παίχτηκε στη χώρα του μέσα σε 74 χρόνια. Η οικοδόμηση του κομμουνισμού στη Σοβιετική Ένωση που με τόση θέρμη ξεκίνησε η γενιά των παππούδων και συνέχισε η γενιά των πατεράδων, πώς κατέρρευσε τόσο εύκολα; Πώς το ανταγωνιστικό καπιταλιστικό σύστημα ήρθε και σάρωσε μέσα σε τρία χρόνια καθετί σοβιετικό; Ο σοβιετικός άνθρωπος ήταν θύμα ή συνένοχος σε αυτό το δράμα που παίχτηκε στη χώρα του; πόσο ελέυθερος ήταν να αποφασίσει για τη ζωή του;
        Κατ’ αρχάς μας ενημερώνει ότι στην αχανή χώρα της ΕΣΣΔ είχε διαμορφωθεί ένα ξεχωριστός τύπος ανθρώπου, ο homo sovieticus. «Ο σοβιετικός άνθρωπος είχε το δικό του τρόπο σκέψης και συμπεριφοράς που είχε βγει από το "εργαστήριο" του μαρξισμού –λενινισμού. Ο σοβιετικός άνθρωπος δεν είναι μόνο Ρώσος, είναι και Λευκορώσος, Τουρκμένιος, Ουκρανός, Καυκάσιος... Τώρα ζούμε σε διαφορετικά κράτη, μιλάμε διαφορετικές γλώσσες αλλά μας αναγνωρίζεις με την πρώτη. Είμαστε όλοι παιδιά του Οκτώβρη (Οκτωβριανής επανάστασης του 1917). Είμαστε με μια μοναδική κομμουνιστική μνήμη. Το κράτος αντικατέστησε τα πάντα για μας. Ζούσαμε με μεγάλες ιδέες και αισθανόμαστε ότι διαρκώς βρισκόμαστε σε πόλεμο για να τις επιβάλλουμε. Ακολουθούσαμε τον ξεχωριστό ρωσικό δρόμο. Ο σοβιετικός άνθρωπος μπορούσε να πάει στα Ουράλια χάρη της ιδέας κι όχι για τα δολάρια.  Το μικρό και ιδιωτικό το θεωρούσαμε ασήμαντο για τη ζωή μας, ...»
        Φαντάζεστε λοιπόν το Σοκ που υπέστησαν οι άνθρωποι αυτοί με τον βίαιο ερχομό του καπιταλισμού; Μέσα σε ελάχιστα χρόνια έχασαν τον αξιακό προσανατολισμό τους και έπρεπε να μάθουν να πιστεύουν σε πράγματα που υποτιμούσαν κι αρνιόντουσαν επί δεκαετίες.  «Η ανακάλυψη του χρήματος έπεσε σαν ατομική βόμβα στη σοβιετική κοινωνία», «προηγουμένως  το χρήμα δεν μας χρειαζόταν ή μας χρειαζόταν ελάχιστα»,  «η μαμά δεν μπορούσε να κάνει την εμπόρισσα, ντρεπόταν γι αυτό», «παλιά λέγαμε ο άνθρωπος με την εργασία του κέρδισε χρήματα, σήμερα λέμε  αυτός έκανε λεφτά», «η λέξη κομμουνιστής σήμερα θεωρείται βρισιά». Με άλλα λόγια, ο απλός άνθρωπος  στην αρχή της μετασοβιετικής  εποχής  με το σοκ που υπέστη «αλλού πατούσε κι αλλού βρισκόταν». Έτσι επήλθε «Το τέλος του κόκκινου ανθρώπου»,  φράση-τίτλος του βιβλίου με την οποία η συγγραφέας συμπυκνώνει όλη τη περιπέτεια και τραγωδία που ανθρώπου που πίστεψε σε μια ιδεολογία, αγωνίστηκε γι αυτήν και διαψεύστηκε οικτρά! Γιατί κόκκινου ανθρώπου; Γιατί το κόκκινο χρώμα έγινε σύμβολο της  σοσιαλιστικής-κομμουνιστικής ιδεολογίας από το  χρώμα του αίματος με το οποίο έχουν ποτιστεί οι αγώνες του!   
  
ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ  «Η παρηγοριά της ανακάλυψης»

           Κεντρικό θέμα του βιβλίου είναι το Πραξικόπημα στις 19 Αυγούστου 1991 κατά του Γκορμπατσόφ από την  αντιπολιτευόμενη πτέρυγα του ΚΚΣΕ που ήλεγχε η Μυστική Υπηρεσία της Κα Γκε Τσε Πε και απαιτούσε την παραίτηση του Γκορμπατσόφ και το τέλος της περεστρόικας. Γι αυτό το καθοριστικό ιστορικό συμβάν η συγγραφέας αφιερώνει την  ιστορία «Για έναν μοναχικό κόκκινο στρατάρχη και τρεις μέρες μιας ξεχασμένης επανάστασης» αλλά στιγμές του επανέρχονται σε πολλές μαρτυρίες των αφηγητών. Βίωσε πολλά σοκ ο σοβιετικός άνθρωπος μέχρι να εγκατασταθεί ο καπιταλισμός στη χώρα του. Ένα από αυτά ήταν, όταν οι Μοσχοβίτες εκείνο το πρωί του Αυγούστου αντίκρισαν τα τάνκς να έχουν κατέβει στους δρόμους της αγαπημένης τους πρωτεύουσας. Στην αρχή ανησύχησαν! Που ματάγινε η πρωτεύουσα της μεγάλης πατρίδας τους της ΕΣΣΔ, που επεκτεινόταν από την βόρεια και κεντρική Ασία μέχρι και την Ευρώπη στη Βαλτική και τη Μαύρη Θάλασσα να απειλείται από τάνκς! Ποιος την απειλεί και γιατί; Μετά μάθανε ότι ο Γκορμπατσόφ που βρισκόταν στη θερινή προεδρική κατοικία του στην Κριμαία αρνιόταν να παραιτηθεί κι επέστρεφε στη Μόσχα. Για τρεις μέρες έγινε ο χαμός στη Μόσχα. Ο κόσμος  είχε κατέβει στους δρόμους φωνάζοντας γεμάτος ενθουσιασμό «Ελευθερία, Ελευθερία» και τραγουδώντας τον Εθνικό Ύμνο.  Ήταν η Επανάσταση του απλού λαού που έμοιαζε με μια μεγάλη γιορτή! Έβλεπες παντού χαμογελαστά πρόσωπα που δεν δίσταζαν να  μιλούν άγνωστοι μεταξύ τους ελπίζοντας όλοι σε μια καλύτερη ζωή  κι αψηφούσαν τα τάνκς  και τις απειλές τους!
Η συγγραφέας αναφέρει σποραδικά στοιχεία για το ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο που προηγήθηκε της περεστρόικας, τα οποία, αν κάποιος τα αγνοεί, δυσκολεύεται στην κατανόηση του βιβλίου. Γι αυτό, νομίζω, ότι μια βιβλιοκριτική οφείλει να σταθεί λίγο σε αυτά.   Δυο χρόνια νωρίτερα λοιπόν το 1989 άρχισαν να καταρρέουν ειρηνικά τα κομμουνιστικά καθεστώτα στην Ανατολική Ευρώπη (Πολωνία, Ουγγαρία, Ανατολική Γερμανία, Τσεχοσλοβακία, Βουλγαρία, με εξαίρεση τη βίαιη ανατροπή του Τσαουσέσκου στη Ρουμανία) και να δέχονται την οικονομία της αγοράς, αλλιώς καπιταλισμό. Επίσης οι Βαλτικές χώρες Λιθουανία, Εσθονία, Λετονία είχαν από το 1990 ανεξαρτοποιηθεί από την ΕΣΣΔ προσχωρώντας κι αυτές στον καπιταλισμό. Η ηγέτιδα δύναμη του καπιταλισμού, οι ΗΠΑ προηγούνταν ήδη στον παγκόσμιο ανταγωνισμό (Διάστημα, εφεύρεση ηλεκτρονικού υπολογιστή και Διαδίκτυο, χρηματοπιστωτικά) και εξύφαναν με αριστοτεχνικό τρόπο[1] την άλωση των κομμουνιστικών καθεστώτων, έχοντας για όπλο το νεοφιλελευθερισμό που δίδασκε η Σχολή του Σικάγου.  Μέσα λοιπόν σε αυτό το παγκόσμιο κλίμα το Κομμουνιστικό Κόμμα της Σοβιετικής Ένωσης κατανοεί ότι η χώρα πρέπει να εκσυγχρονιστεί, να εκδημοκρατισθεί και να δεχτεί ένα είδος μικτής οικονομίας.  Έτσι ξεκίνησε η περεστρόικα αλλά μια μερίδα του ΚΚΣΕ αμφέβαλε για την αποτελεσματικότητα των μεταρρυθμίσεων αυτών.         
                   Ο μεγάλος στρατάρχης Αχρομέγεφ, ανώτατος αξιωματούχος του ΚΚΣΕ, παρασημοφορεθείς με το μεγαλύτερο τίτλο του «Ήρωα της Σοβιετικής  Ένωσης», σύμβουλος του Γκορμπατσόφ αλλά και δηλωμένος πιστός της μεγάλης  Σοβιετικής  πατρίδας φθάνει στη Μόσχα από το Σότσι όπου παραθέριζε.  Ο κίνδυνος  του εμφυλίου πολέμου  πλανιέται  στην ατμόσφαιρα.  Στις 21 Αυγούστου όμως τα τανκς αποχωρούν αμαχητί και στις  24 Αυγούστου  ο Γκορμπατσόφ με διάγγελμα του παραιτείται από Γενικός  Γραμματέας  του  Κομμουνιστικού  Κόμματος  της Σοβιετικής ‘Ένωσης και καλεί να αυτοδιαλυθεί το ΚΚΣΕ! Αδιανόητη απόφαση! Ο στυλοβάτης  της σοβιετικής εξουσίας, το  Κόμμα δεν υπάρχει πια ! «Δύσκολη αλλά τίμια απόφαση»  τη χαρακτήρισε ο Γκορμπατσόφ. Την ίδια μέρα  ο στρατάρχης Αχρομέγεφ βρέθηκε  νεκρός  μέσα στο γραφείο του καθισμένος κατάχαμα δίπλα στο καλοριφέρ. Αυτοκτόνησε ή δολοφονήθηκε;  Το ερώτημα δίχασε το σοβιετικό λαό, διότι ο τρόπος θανάτου του εξηγεί και το ρόλο του στο  πραξικόπημα που επιχειρήθηκε αλλά απέτυχε.    

Α...! τον  Γκορμπατσόφ τον λάτρεψε ο  λαός  στην  αρχή.  Δεν έμοιαζε με κανέναν από τους προηγούμενους Γενικούς Γραμματείς του Κομμουνιστικού Κόμματος. Δεν ήταν ένας βραδυκίνητος  γέρος γεμάτος παράσημα, ήταν ένας σύγχρονος άνθρωπος του κόσμου. Τους υποσχέθηκε έναν σοσιαλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο. Θα έκανε ανασυγκρότηση του κράτους επιτρέποντας μεταρρυθμίσεις (περεστρόικα), θα επέτρεπε τη διαφάνεια στη λειτουργία του κράτους (γκλάσνοστ), και θα δρομολογούσε συμφωνίες με τις ΗΠΑ για τον παγκόσμιο αφοπλισμό. Ο σοβιετικός λαός ενθουσιάστηκε..., οι εφημερίδες άφθονες, έτρεχαν όλοι σαν τρελοί να μάθουν επιτέλους όλη την αλήθεια για τον Στάλιν, για τα στρατόπεδα των εκτοπισμένων αντιφρονούντων, να διαβάσουν τα απαγορευμένα βιβλία του Σολζενίτσιν «Αρχιπέλαγος  Γκούλαγκ», του Ριμπακόφ «Τα παιδιά του Αρμπάτ» ..., να παρακολουθήσουν  συζητήσεις  που τολμούσαν να γίνονται  δημόσια και να θίγουν θέματα που ήταν αδιανόητα προηγουμένως ! Η εποχή του Γκορμπατσόφ, η εποχή των μεγάλων ελπίδων!  
Όσο όμως ο κόσμος φώναζε πιο δυνατά ελευθερία, τόσο γρηγορότερα άρχιζαν τα μαγαζιά να αδειάζουν από τρόφιμα και αγαθά. Το φάσμα της πείνας άρχισε να εξαπλώνεται  στη Μόσχα και στις  άλλες  πόλεις. Ο Γκορπατσόφ άρχισε να αμφισβητείται. Μετά δε τη διάλυση και  πτώση της Σοβιετικής Ένωσης και το πέρασμα στον άγριο καπιταλισμό των αγορών άρχισαν να τον βρίζουν:  Μυστικός πράκτορας των Αμερικανών, μασόνος, προδότης, μου έκλεψε την πατρίδα μου  το σοβιετικό διαβατήριο μου που το είχα σαν φυλαχτό,  μας τα έπρηξε με την περεστρόικα, ο φαφλατάς, αντί για πατρίδα έχουμε τώρα ένα τεράστιο σούπερ μάρκετ, στο Κοινοβούλιο έχουμε τώρα τους κλέφτες εκατομμυριούχους των δολαρίων και κυκλοφορούσαν ανέκδοτα σαν κι αυτό «τρέχει, τρέχει η τρόικα με τον Μιχαήλ (Γκορμπατσοφ), τη Ράϊσα(τη γυναίκα του) και την περεστρόικα»
Κι εμείς τι θέλαμε; αναρωτιέται η συγγραφέας, όταν ξεσηκωθήκαμε τον Αύγουστο του 1991 ζητώντας ελευθερία; Τότε μας φαινόταν ότι η ελευθερία είναι πολύ απλή υπόθεση. Σαν ένα λεωφορείο που θα περνούσε από το δρόμο έξω και μεις θα μπαίναμε μέσα και θα μας πήγαινε. Μας είχαν διδάξει πώς να πεθαίνουμε για την ελευθερία αλλά δεν ξέραμε τι σημαίνει ελευθερία[2]. Οι πατεράδες μας λέγανε ότι ελευθερία είναι η απουσία τρόμου, να μη σε δέρνουν. Τα παιδιά έλεγαν ότι η εσωτερική ελευθερία είναι η τέλεια αξία, το να έχεις πολλά λεφτά, το να μη φοβάσαι τις επιθυμίες σου. Ιδού λοιπόν η ελευθερία! Έτσι την περιμέναμε; Σαν παλινόρθωση του μικροαστισμού; Ή είναι η ελευθερία της Μεγαλειότητας της Κατανάλωσης; Ή του σκότους των επιθυμιών ή των ενστίκτων;

          Την καλύτερη ερμηνεία, κατά τη γνώμη μου, για την πτώση της ΕΣΣΔ και τη στάση του Γκορμπατσόφ αλλά  και του στρατάρχη Αχρομέγεφ τη δίνει ο αφηγητής Ν. που παρακάλεσε τη συγγραφέα να μην αποκαλυφθεί το επίθετο του και η θέση του στο μηχανισμό του Κρεμλίνου, στο άδυτο του κομμουνισμού που φύλαγε καλά κρυμμένα τα μυστικά του συστήματος. Αφηγείται λοιπόν ο  ανώτατος αξιωματούχος του Κρεμλίνου:  
  Η Σοβιετική Ένωση ήταν  μια χώρα στρατιωτική. Το  70% της οικονομίας της πήγαινε στο στρατό, στους στρατιωτικούς εξοπλισμούς  και συντήρηση του. Και τα καλύτερα μυαλά επίσης,  φυσικοί και μαθηματικοί ... και η ιδεολογία ήταν στρατιωτική. Το κράτος από κάτω ήταν ισχυρό από πάνω όμως ευάλωτο. Ο Γκορμπατσόφ  ήταν κοσμικός. Είχε τελειώσει τη Φιλοσοφική Σχολή Μόσχας, κι όχι κάποια Πολεμική Ακαδημία. Δεν πολέμησε στον Β! Παγκόσμιο, αφού είχε γεννηθεί το 1931. Το πρόγραμμα του για αφοπλισμό και αποπυρηνικοποίηση τον έφερε σε διάσταση με το στρατιωτικό κατεστημένο της ΕΣΣΔ, που επιχειρηματολογούσε λέγοντας: «Είμαστε ένα κράτος με τόση μεγάλη έκταση, τα σύνορα μας είναι κατά μήκος της μισής γης. Μας υπολογίζουν όσο είμαστε ισχυροί, αν αποδυναμωθούμε κανένας νέος τρόπος σκέψης δεν θα πείσει κανέναν. Για τους Αμερικανούς είμαστε η αυτοκρατορία του κακού και μας απειλούν με πόλεμο των άστρων».
Απ’ την άλλη ο Γκορμπατσόφ να επιμένει «ο αφοπλισμός θα μειώσει τις αμυντικές δαπάνες μας, και θα εξοικονομηθούν χρήματα για άλλες κοινωνικές ανάγκες μας», Αυτή ήταν η βασική διαφωνία Γκορμπατσοφ- Αχρομέγεφ και δεν είναι πρώτη φορά στην ιστορία που πολιτικοί ηγέτες αντιμετωπίζουν τέτοιου είδους διλήμματα, που η επιλογή τους συχνά τους καθιστά τραγικά πρόσωπα!  Στους διαδρόμους του Κρεμλίνου τον αποκαλούσαν «ο Ρώσος Γκάντι», «ο βουδιστής μοναχός» ακούγοντας να λέει «Θέλουμε αλλαγές δίχως βία και αίμα», «ένας κόσμος χωρίς πυρηνικά» «όλος ο κόσμος ως κοινό σπίτι». Ο Αχρομέγεφ αναγκάστηκε να παραιτηθεί, ο Γκορμπατσόφ δεν δέχεται την παραίτηση  και τον ορίζει στρατιωτικό του σύμβουλο.

          Κι ο Ρώσος αξιωματούχος συνεχίζει: Το κράτος μας δεν ήταν σχεδιασμένο για ειρηνική ζωή. Νομίζετε δεν μπορούσαμε να παράγουμε μεγάλες ποσότητες μοδάτα γυναικεία μποτάκια και σουτιέν; Βίντεο; Εμείς όμως είχαμε άλλους στόχους. Ο Γκορμπατσόφ δεν θέλησε να γίνει τσάρος και παραιτήθηκε για να μη προκληθεί εμφύλιος πόλεμος, αντίθετα ο Γιέλτσιν έδωσε διαταγή να πυρπολήσουν το Κοινοβούλιο το 1993. Η χώρα μας έχει την τσαρική νοοτροπία στο ασυνείδητο της.
Ηγέτες σαν τον Ιβάν τον Τρομερό,  τον Πέτρο το Μέγα  ή το Στάλιν που παρέδωσαν ισχυρό κράτος  και αιματοκύλισαν τη χώρα τούς μνημονεύουν, αντίθετα τον τσάρο Αλέξανδρο Β! που δώρισε την ελευθερία στους μουζίκους τον σκότωσαν.      
          Όσον αφορά τον Αχρομέγεφ, που με ρωτάτε, αυτός  ήταν γέννημα  θρέμμα της μεγάλης σοβιετικής πατρίδας. Φτωχό παιδί, ορφανό, εκμεταλλεύτηκε τις ευκαιρίες που πρόσφερε η σοβιετική εξουσία και έφτασε μέχρι τα ανώτατα κλιμάκια της εξουσίας. Ξεχώριζε όμως και για το χαρακτήρα του, ασκητικός, σοβαρός, υπεύθυνος είχε κερδίσει την εκτίμηση και το σεβασμό όλων και του λαού. Όταν η κόρη του η Ναταλία τον ρώτησε, αν πρόκειται να υπάρξει ανατροπή του Γκορμπατσόφ από το στρατό απάντησε «Το να απομακρύνεις έναν άβολο αρχηγό, δεν είναι μεγάλο πρόβλημα. Ο στρατός θα μπορούσε να το κάνει μέσα σε λίγες ώρες. Το θέμα είναι τί κάνεις περαιτέρω»! Ο Αχρομέγεφ είχε καταλάβει το αδιέξοδο στο οποίο είχε περιέλθει το καθεστώς της  Σοβιετικής Ένωσης. Το παλαιό καθεστώς ήταν ανεπαρκές στον παγκόσμιο ανταγωνισμό και το καινούργιο που σχεδιαζόταν το έβλεπε ανέφικτο. Αυτός έβλεπε ότι η ΕΣΣΔ θα διαλυόταν και καθετί σοβιετικό θα χλευαζόταν, όπως και έγινε. Και δεν το άντεξε! «Εφυγε ο Αχρομέγεφ;  Έφυγε η χώρα του κι έφυγε κι αυτός μαζί της, δεν έβλεπε πια τον εαυτό του εδώ». Ήταν ένα τραγικό πρόσωπο που ενώ έβλεπε την καταστροφή να έρχεται, δεν μπόρεσε να κάνει τίποτα, από τη στιγμή που είχε αποκλείσει  την αναμέτρηση μέσα από έναν εμφύλιο πόλεμο. Γνώριζαν τι είχε συμβεί στην Ρουμανία με τον Τσαουσέσκου, κι αυτός και ο Γκορμπατσόφ και δεν ήθελαν  να αιματοκυλήσουν τη χώρα  τους, καταλήγει ο ανώτατος αξιωματούχος του Κρεμλίνου!

                Κι ενώ συμβαίνουν όλα αυτά,   ένα νέο αστέρι της  ρωσικής πολιτικής  σκηνής εμφανίζεται, ο Μπόρις Γιέλτσιν που αναδεικνύεται Πρόεδρος της Ρωσίας.  Γενικός  Γραμματέας του τέως κομμουνιστικού κόμματος της Μόσχας, ένθερμος υποστηρικτής  της οικονομίας της αγοράς,  έγινε ευρύτατα  γνωστός,  όταν ανέβηκε πάνω σε ένα τανκς   για να υπερασπιστεί τη νεαρή  ρωσική  δημοκρατία της Ρωσίας  μετά τη διάλυση  του Κομμουνιστικού Κόμματος. Αυτή η πράξη του τον ανέβασε στα μάτια του κόσμου! «Ο Γκορμπατσόφ δεν αξίζει δεκάρα. Στηρίξτε τον Γιέλτσιν»  φώναζαν τώρα τα πλήθη, αναφέρει η συγγραφέας.  Πρώτον ανακηρύσσει τη Ρωσία ανεξάρτητο κράτος και  αποχωρεί από την Σοβιετική Ένωση μαζί με άλλες χώρες της Βαλτικής ροκανίζοντας έτσι τη θέση  του  Γκορμπασόφ ως προέδρου  της ΕΣΣΔ,  η οποία θα πάψει να υπάρχει σε λίγο, όταν από αυτή θα αποχωρήσουν και οι πρώην  Σοσιαλιστικές Δημοκρατίες του Καυκάσου και της κεντρικής Ασίας  που έχουν εν τω μεταξύ ανακηρύξει  κι αυτές την ανεξαρτησία τους.  Ήταν 26  Δεκεμβρίου 1991, όταν ο Γκορμπατσόφ παραιτήθηκε αφού η Ένωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών διελύθη στα εξ ων συνετέθη!  Και ήταν 31 Δεκεμβρίου 1991 όταν η κόκκινη σημαία με το σφυροδρέπανο, σύμβολο της ΕΣΣΔ, κατεβαίνει  και στη θέση της κυματίζει πια η τρίχρωμη σημαία της Ρωσίας.       
Το επόμενο χρόνο ο Γιέλτσιν ζητά από τη ρωσική Βουλή να του δώσει απεριόριστες εξουσίες για να εφαρμόσει τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις του. «Αγόραζε και πούλα» λέει στο λαό, κι αυτός ξεπουλά τα υπάρχοντα του για να επιβιώσει! Και  τι  δεν πούλησαν οι Ρώσοι, και σε ποιους τόπους και χώρες !  Χαλιά του σπιτιού τους, πιάνα, παιδικά παιχνίδια, κουταβάκια ράτσας που τα νάρκωναν και  τα έκρυβαν μέσα σε φουσκωτά μαξιλάρια για να τα εξάγουν στην Πολωνία, οικιακά σκεύη και πολλά πολλά παράσημα και μετάλλια της σοβιετικής εποχής που τα είχαν σε αφθονία και τώρα δεν άξιζαν τίποτα αλλά γίναν της μόδας στις καπιταλιστικές χώρες της Δύσης!  Το πιο προσοδοφόρο μέρος όμως της ρωσικής οικονομίας, τις χιλιάδες εκατοντάδες κρατικές επιχειρήσεις τις φύλαγε για τους φίλους του, πρώην στελέχη του κόμματος και σε όσους «ευέλικτους» πρόλαβαν τις ευκαιρίες για να τα αρπάξουν. Τους έδινε δάνεια από τις νεοϊδρυθείσες τράπεζες με κρατικό χρήμα κι αυτοί αγόραζαν βιομηχανίες... Μόνο που απαγόρευσε με νόμο το ξεπούλημα τους στις διεθνείς αγορές. Έτσι γεννήθηκαν οι Ρώσοι Ολιγάρχες με τα αμύθητα πλούτη, τα ιδιωτικά τζετ, τα διαμερίσματα στο Λονδίνο και τις βίλες στην Κύπρο!

          Και για πόσα άλλα δεν μας πληροφορεί η συγγραφέας-δημοσιογράφος! Στην εισαγωγή του πρώτου μέρους «Από το σαματά του δρόμου και τις συζητήσεις στην κουζίνα» μας μεταφέρει από το δημόσιο χώρο όπου εξελίσσονται τα γεγονότα στον ιδιωτικό χώρο του σπιτιού όπου οι άνθρωποι μιλούσαν ελεύθερα  χωρίς το φόβο ότι η Μυστική Αστυνομία τους παρακολουθούσε.΄Ενα κλίμα καχυποψίας υπήρχε μεταξύ γειτόνων, συναδέλφων ...μήπως κάποιος από αυτούς είναι χαφιές και τους καταδώσει στην Αστυνομία για κάτι που είπαν ή έκαναν μη αρεστό στην εξουσία!  Ακόμα έφθασαν στο σημείο να αμείβονται οι καταδότες για αυτές τις «υπηρεσίες» τους προς το κράτος. Και μικρά παιδιά δασκάλευαν να καρφώνουν τους γονείς τους για το καλό της πατρίδας! Λένε ότι ο Γκορμπατσόφ, όταν ήθελε να συζητήσει κάτι πολύ σοβαρό, καλούσε τους συνομιλητές του στη ντάτσα του (εξοχικό σπίτι) και τους πήγαινε βόλτα στο δάσος κι εκεί συζητούσε τα σπουδαία. Για τους σοβιετικούς των πόλεων λοιπόν η κουζίνα ήταν ένας ιδιαίτερος ζεστός χώρος συγκέντρωσης της οικογένειας και των φίλων τους και συνάμα ελευθερίας έκφρασης, που τις απέκτησαν, όταν επί Χρουστσόφ κτίστηκαν πενταόροφες πολυκατοικίες με διαμερίσματα που είχαν κουζίνα το καθένα, τα επονομαζόμενα «χρουστσόφσκες», ενώ στα παλαιότερα διαμερίσματα (κομμουνάλκα και κοινόβια) οι οικογένειες μοιράζονταν την κοινή κουζίνα και τουαλέτα.
         Θα λέγαμε λοιπόν ότι η πλειονότητα των σοβιετικών από τη μια θυμούνται πόσο υπερήφανοι αισθάνονταν για το ισχυρό κράτος τους ανά τον κόσμο, αυτό της Σοβιετικής Ένωσης  με τη στρατιωτική του δύναμη και τις ανθρωπιστικές αξίες του κομμουνισμού που πρόβαλε. Η γενιά των παππούδων  καμάρωνε λέγοντας «Νικήσαμε το Χίτλερ, νικήσαμε στον πόλεμο» ή «με τι κέφι τρέχαμε όπου μας έστελναν για να οικοδομήσουμε το σοσιαλισμό, χτίζαμε σιδηροδρομικές γραμμές, γέφυρες, εργοστάσια... μέσα στο δυνατό κρύο και μέσα στα χιόνια». Η γενιά των πατεράδων καμάρωνε, όταν ο αστροναύτης Γκαγκάριν βγήκε έξω από την ατμόσφαιρα της γης στο  διάστημα «Εμείς πήγαμε πρώτοι στο διάστημα, εμείς..».. «Κι όταν ο Φιντέλ Κάστρο έκανε την Επανάσταση στην Κούβα τότε καμαρώναμε για τον κομμουνισμό μας κρεμώντας στα σπίτια μας τις φωτογραφίες του Φιντέλ και του Τσε Γκεβάρα!» Και τώρα τους λένε ότι όλα αυτά πάει πέρασαν! Ο σοσιαλισμός τελείωσε! Και να επιστρέψουν τα κομματικά τους βιβλιάρια ... αυτά που τα είχαν σαν φυλαχτό! Βουνά σχηματίστηκαν από την επιστροφή των βιβλιαρίων και πού να βρεθούν  βέβαια οι υπεύθυνοι να τα παραλάβουν και τι να τα κάνουν;
Η τρίτη γενιά, παιδιά κι εγγόνια, τούς χαρακτηρίζουν τώρα αφελείς, ιδεαλιστές, ρομαντικούς και τους κατηγορούν ότι δεν έβλεπαν τα εγκλήματα που διέπραττε το καθεστώς δίπλα τους ή άν τα έβλεπαν γιατί σιώπησαν γινόμενοι έτσι συνένοχοι τους. Τα κατώτερα μέλη του κόμματος απαντούν ότι πίστευαν στις αξίες του κομμουνισμού –εξάλλου αυτές είχαν διδαχθεί από μικροί ως πιονέροι και μετά στη Κομσομόλ (νεολαία), ή ότι δεν ήξεραν τι πραγματικά γινόταν στα ανώτερα κλιμάκια  και κάποιοι έλεγαν ότι μπήκαν στο Κόμμα από φόβο γιατί ο Στάλιν είχε σκοτώσει μέλη της οικογένειας τους. Όσο για τα δισέγγονα, αυτά γενικά αδιαφορούν για την πολιτική, για την περεστρόικα αλλά και για την πιο μακρυνή Οκτωβριανή  Επανάσταση. Αρκετοί βρίσκουν ενδιαφέρουσα την περίπτωση του Στάλιν ... «που παρέλαβε τη Ρωσία με δίκρανο (εργαλείο για στάχυα) και την παρέδωσε με ατομική βόμβα»! Και άλλοι λένε «Τι να την κάνω τη Μεγάλη Ρωσία ... δεν θέλω να κρεμάσω από το λαιμό μου ένα αυτόματο ... δεν θέλω να πεθάνω», «να φύγω από τη Ρωσία, να πάω στην Αμερική; Και να περάσω όλη μου τη ζωή σερβιτόρος εκεί πέρα;»
 
Α ...! Τι έγκλημα ήταν κι  αυτό, τα στρατόπεδα των εκτοπισμένων, κτισμένα μακριά από τον κόσμο ... κάπου στα βάθη της Σιβηρίας, του Καζαχστάν, καταραμένοι τόποι όπου στάλθηκαν 3.500.000 άνθρωποι, αναφέρει η συγγραφέας, που διαφωνούσαν με το καθεστώς ή και με την υποψία ότι διαφωνούσαν και οι περισσότεροι δεν γύριζαν  πίσω ποτέ. Απίστευτες ιστορίες που σου κόβουν την ανάσα καθώς τις διαβάζεις και γυρνούν τον άνθρωπο στη βαρβαρότητα. Σταχυολογώ προτάσεις για τη ζωή των παιδιών εκεί.
Από την 8η  ιστορία:
« Περιοχή Αλτάι[3]. Τους εξορίστους τους άδειαζαν εκτός πόλης. Κοντά στη λίμνη. Αρχίσαμε να ζούμε στη γη. Σε σπίτια σκαμμένα στο χώμα. Γεννήθηκα κάτω απ’ τη γη,  εκεί μεγάλωσα.  ... κοιμάμαι με δυο κατσικούλες, πάνω στο ζεστό στρώμα από κατσικίσιες κακαράντζες.  Η πρώτη μου λέξη ήταν μεε κι όχι μα ή μαμά. Τα πρώτα παιχνιδάκια μου ήταν τα πολύχρωμα ζουζούνια και οι αράχνες. Την άνοιξη μαζί βγαίναμε στο ήλιο, σερνόμαστε στη γη, ψάχναμε τροφή [...] δεν μπορώ να θυμηθώ τίποτα απ’ τον χειμώνα. Τους περνούσα όλη την ημέρα στο υπόγειο σπίτι. Η μέρα έμοιαζε με νύχτα. Όλα στο μισοσκόταδο. Είχαμε αντικείμενα, εκτός από γαβάθες και κουτάλια; Είχαμε ρούχα; Τυλιγόμαστε με κάτι κουρέλια. Επί μέρες η αδελφή μου παραμένει ξαπλωμένη και βήχει, έχει φυματίωση...»
Από τη 10η ιστορία :
«Βλέπω τα βουνά γύρω μου και τον ξύλινο πυργίσκο και τον στρατιώτη πάνω του.[...] και τα σιδερένια κρεβάτια, πολλά κρεβάτια αραδιασμένα το ένα δίπλα στο άλλο. Έζησα σε στρατόπεδο, μετά σε εξορία, σε ορφανοτροφείο, σε κοινόβιο, σε κομμουνάλκα. Πάντα γύρω μου είχα πολλά κορμιά και μάτια. Σπίτι μου έδωσαν στα 40 μου, ένα δυάρι για με και το σύζυγο μου. Το 1937 συνέλαβαν τον μπαμπά, δούλευε στους σιδηροδρόμους και λιγο αργότερα τη μαμά και μένα μαζί της μιας και ήμουν 4 μηνών. Μέχρι τα τρία μου έζησα με τη μαμά μετά με πήγαν στην παράγκα των παιδιών. Το πρωί βλέπαμε τιε μαμάδες μας μέσα από τα συρματοπλέγματα που τις οδηγούσαν στη δουλειά εκτός ζώνης. Το εκτός ζώνης  ήταν κάτι φοβιστικό για μας. Έρημος, άμμος, ξερό χορτάρι, το τέλος του κόσμου. Μέσα από μια τρύπα στο συρματόπλεγμα ο φίλος μου ο Ρούμπικ μας πήγαινε στην παράγκα των μαμάδων στην τραπεζαρία που τις συγκέντρωναν, κι εμείς κρυβόμαστε πίσω από την πόρτα ... και μια φορά μου έφερε η μαμά ένα κομματάκι καρπούζι τυλιγμένο σε ένα κουρελάκι ... κι ακόμα θυμάμαι το άρωμα του ... κι όταν μου είπε πάρε μια καραμέλα δεν μπορούσα να φανταστώ τι ήταν αυτή η καραμέλα, ούτε όταν τα παιδιά μού είπαν έλα να παίξουμε με μια γάτα ...ούτε όταν η Βάλια με ρώτησε τι σημαίνει μπαμπάς, δεν ήξερα ούτε κι εκείνη όμως!
             Πέντε χρονών μας πήγαν στο ορφανοτροφείο, κάπου μακριά από τις μαμάδες ...Κι οι μαμάδες έτρεχαν και γαντζώνονταν στο φορτηγό που μας μετέφερε και φώναζαν κι έκλαιγαν! Στο ορφανοτροφείο θυμάμαι  κάποια παιδιά κατέδιδαν τα άλλα κι αμείβονταν γι αυτό. Μια μέρα γράψαμε καθ’ υπαγόρευση ένα γράμμα στον πολυαγαπημένο μας ηγέτη Στάλιν. Κοιτούσαμε τη φωτογραφία του και μας φαινόταν τόσο όμορφος! Μαλώναμε μεταξύ μας για πόσα χρόνια της ζωής μας θα δίναμε για να χαρίσουμε μια μέρα ζωής στο σύντροφο Στάλιν. Η πρώτη μαμά που μας επισκέφτηκε ήταν της Ρίτας Μ. και μας μάγεψε όταν μας τραγούδησε ένα νανούρισμα και μας είπε ότι όλες οι μαμάδες είναι καλές κι όμορφες! Αργότερα όμως ήρθαν κι άλλες μαμάδες και ήταν όλες άσχημες κι άρρωστες και δεν ήξεραν τραγουδάνε ...και μας είπαν πως δεν υπήρχαν μαμάδες για κάποιες από μας! Μετά από 12 χρόνια στο στρατόπεδο, μας επέτρεψαν εμέ και στη μαμά να μείνουμε μαζί στον οικισμό. Τι ευτυχία! Σύντομα όμως αποδείχτηκε πως δεν καταλαβαίναμε η μια την άλλη. Εγώ ήθελα να μπω στην Κομσομόλ για να πολεμήσω κάποιους αόρατους εχθρούς  που πήγαιναν να καταστρέψουν την τόσο υπέροχη πατρίδα μας. και η μαμά έκλαιγε και δεν έλεγε κουβέντα. Φοβόταν, τώρα σκέπτομαι!
           Μεγάλη πια, θέλησα να επισκεφθώ την Καραγκάντα, εκεί που έζησα τα παιδικά μου χρόνια και με σημάδεψαν. Τι ήταν αυτή η Καραγκάντα; Μια γυμνή στέπα εκατοντάδων χιλιομέτρων που το καλοκαίρι καίγεται ολόκληρη και το χειμώνα η θερμοκρασία πέφτει μέχρι και τους -40 βαθμούς. Εκεί επί Στάλιν έκτισαν δεκάδες στρατόπεδα για τις εκατοντάδες χιλιάδες εξορίστους αντιφρονούντες πραγματικούς και μη. Αλλά ο Στάλιν πέθανε και άρχισαν να γκρεμίζουν τις παράγκες να ξηλώνουν τα συρματοπλέγματα και ιδού σήμερα μια πόλη. Στα τελευταία χρόνια κτίζονται εξοχικές κατοικίες με κήπους. Με τα σανίδια που έχουν απομείνει κτίζονται αποθήκες και με τα συρματοπλέγματα περιφράσσουν τους κήπους τους!
                 Οι ντόπιοι κάτοικοι της Καραγκάντα, οι παλιοί και οι απόγονοι τους αποφεύγουν να μιλούν για τα στρατόπεδα. Ντρέπονται, φοβούνται που κάποτε δούλευαν σε αυτά; Τι να κάνουμε; δουλειά χρειαζόμαστε εκμυστηρεύονται με δυσκολία κάποιοι. Κάποιοι θέλησαν να φύγουν από κει αλλά δεν τους το επέτρεψαν, είχαν δεσμευτεί γραπτώς και αυτοί που είχαν φυλακιστεί και αυτοί που τους φύλαγαν να μην αποκαλύψουν τα κρατικά μυστικά. "Α ...θα περάσουν ακόμα πενήντα χρόνια και θα μείνουν μονο δυο σειρούλες στα βιβλία της Ιστορίας, έστω μια παράγραφος γι αυτά τα κολαστήρια" μονολογεί η αφηγήτρια. "Ήδη ο κόσμος βαρέθηκε να ακούει για αυτά, η μόδα του Σολζενίτσιν πέρασε!" 

Ας μη μιλήσουμε για τα βασανιστήρια και τους δήμιους γιατί η φρίκη δεν έχει τελειωμό!
Επί περεστρόικας οι εφημερίδες άρχισαν να δημοσιοποιούν και να αποκαλύπτουν   βασανιστήρια και ονόματα δημίων αλλά τελικά η έρευνα δεν προχώρησε. Πολλές όμως  έγιναν γνωστές.
Αφηγείται ο ανηψιός ενός κρατούμενου:  Τη δεκαετία του 1930 επί Γέζοφ, το θείο Βάνια τον έστειλαν στα ορυχεία στη Βορκούτα με 10 χρόνια χωρίς δικαίωμα αλληλογραφίας. Άκου εκεί, χωρίς δικαίωμα αλληλογραφίας για 10 χρόνια! Κάποτε αποφάσισαν να  τον στείλουν πίσω ... ένα απομεινάρι ανθρώπου με ένα χέρι παράλυτο, χωρίς δόντια και με κατεστραμμένο συκώτι ... και τον ξαναδέχονται στο γραφείο που δούλευε και ποιον είχε απέναντι του κάθε μέρα; Το συνάδελφο που τον είχε καταδώσει! Να αναφέρω κάποιο από τα βασανιστήρια που υπέστη ο θείος Βάνιας; Τον είχαν κρεμάσει από το ταβάνι γυμνό και σε όλες τις τρύπες που έχουμε στο σώμα μας έβαλαν αμμωνία ... κι ο ανακριτής τον κατουρούσε στο αυτί και του φώναζε «θυμήσου, πες  ονόματα ...» κι ο θείος Βάνιας ... τους θυμήθηκε όλους και υπόγραψε! Έπειτα τον φέρανε πάνω σε ένα φορείο μουσκεμένο με αίμα και ούρα και ... Δεν ξέρω που τελειώνει ο άνθρωπος, εσείς ξέρετε;

Αφηγείται ο (πρώην) μνηστήρας της εγγονής του δήμιου Ιβάν Ντ.
Εγώ ήμουνα αρραβωνιασμένος με την εγγόνα του Ιβαν Ντ. που τη λάτρευε ο γέρος και  συμπαθούσε και μένα γιατί ήμουνα και αξιωματικός του στρατού. Υψηλόβαθμο στέλεχος του Κόμματος, βετεράνος με τιμές και μεγαλεία, του είχαν παραχωρήσει μια παλιά μεγάλη ντάτσα (εξοχική κατοικία) με ένα κομμάτι δάσος μέσα, από κείνες που παραχωρούν στους ακαδημαϊκούς, συγγραφείς. Ευχάριστος στην παρέα, ευφυής, συχνά χαιρόσουν να κουβεντιάζεις μαζί του «το να πυροβολήσεις στη μάχη ένα μακρινό στόχο είναι ένα πράγμα ... όλοι πυροβολούν αλλά το να πας κάποιον για  εκτέλεση είναι άλλο ... και να τον στήνεις στα τρία μέτρα» μου έλεγε. Ένα βραδάκι που έλειπαν όλοι από τη ντάτσα πάνω στο κρασί  μέθυσε κι άρχισε να μου λέει « όταν με κάλεσε η Εν Κα Βε Ντε, η Μυστική Αστυνομία να δουλέψω εκεί χάρηκα πολύ, ο μισθός ήταν μεγάλος ... Εκτελούσα εντολές, σκότωνα εχθρούς ... βάσει εγγράφων (βέβαια) ... «καταδικασθείς  στην εσχάτη των ποινών για την προστασία του κοινωνικού συνόλου» ! μια δουλειά ήταν κι αυτή ... Το πιο δυσάρεστο ήταν όμως να πυροβολείς γελαστό άνθρωπο - μάλλον  ήθελε να δείξει ότι με  περιφρονεί- ...  Όταν σκότωνες έπρεπε να τον αποτελειώσεις μεμιας αλλιώς έπεφτε κάτω, έσκουζε, έφτυνε αίμα ...
Εκτελείς έναν Γερμανό θα φωνάξει στα γερμανικά, εκτελείς ένα Ρώσο θα φωνάξει στα ρώσικα ... είναι κατά κάποιο τρόπο δικός μας ...
Πριν από αυτού του είδους τη δουλειά απαγορεύεται να φας, θέλεις όλη την ώρα να πίνεις νερό, όπως μετά από ένα μεθύσι ... στο τέλος της βάρδιας μας φέρνανε δυο κουβάδες, έναν με βότκα και έναν με κολώνια. Πλενόμαστε με κολόνια από πάνω ως τη μέση γιατί η μυρωδιά του αίματος είναι στυφή, έχει μια ιδιαίτερη μυρωδιά που σε κάνει να την αποστρέφεσαι...
Τελειώνω εδώ την παρουσίαση και παίρνω ανάσα για να συνέλθω . ..      

                Όλα τα παραπάνω περιέχονται στο Πρώτο Μέρος του βιβλίου( 1991-2001) και περιλαμβάνει τις  «Δέκα ιστορίες με κόκκινη επένδυση», διότι στη δεκαετία αυτή το σοσιαλιστικό παρελθόν της Ρωσίας είναι ακόμα ζωντανό στις μνήμες των ανθρώπων, αφού ζουν οι παππούδες, οι πατεράδες και τα παιδιά τους έχουν παιδικές μνήμες από τα χρόνια αυτά. 
    
                 Στο Δεύτερο Μέρος του βιβλίου ( 2002-2012) -το 2013 πρωτοεκδόθηκε το βιβλίο στα ρωσικά- περιλαμβάνονται άλλες δέκα αφηγήσεις αλλά χωρίς επένδυση «Δέκα ιστορίες χωρίς επένδυση», αφού το τοπίο στη Ρωσία αλλά κα στην πρώην ΕΣΣΔ έχει αλλάξει πολύ και οι ιδεολογίες (η πρώην κομμουνιστική και η τωρινή αστική του καπιταλισμού) δεν πείθουν πια ούτε η μια ούτε η άλλη.

ΔΕΥΤΕΡΟ  ΜΕΡΟΣ  «Η γοητεία του κενού»

Οι συνέπειες από τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης είναι τόσο έντονες όσο κι εμφανείς: Στη Ρωσία εμφανίζονται συμμορίες που εκβιάζουν και ληστεύουν, το χάσμα μεταξύ πολύ πλουσίων και πολύ φτωχών μεγαλώνει, ξεσπούν τρομοκρατικά χτυπήματα,  και κύματα προσφύγων καταφθάνουν στη Μόσχα από τις πρώην Σοσιαλιστικές Δημοκρατίες της πάλαι ποτέ ΕΣΣΔ. Πόλεμοι ξεσπούν στον Καύκασο μεταξύ  Ρωσίας- Τσετσενίας,  Αρμενίας- Αζερμπαϊτζάν, οι Ρώσοι διώκονται από τις χώρες της πρώην ΕΣΣΔ κι ο εθνικισμός και ο ρατσισμός βρίσκει εύφορο έδαφος να αναπτυχθεί παντού! Από που να αρχίσει κανείς την αφήγηση; Υπάρχουν τόσες πολλές αφηγήσεις προσώπων, όπου επιλέγω ενδεικτικά:

Το χάσμα μεταξύ των πλουσίων και πολύ φτωχών μεγαλώνει. Δεκαετία του 1990, εμφανίζονται συμμορίες που εκβιάζουν όσους βρίσκονται σε ανάγκη και τους παίρνουν τα σπίτια τους. Αρκετές φορές βρέθηκαν οικογενειάρχες μεταξύ δυο ανταγωνιστικών συμμοριών που διεκδικούσαν ποιος θα τους πρωτοπάρει την  περιουσία! κι αλλοίμονο αν δεν υπέγραφαν, η απειλή της απαγωγής των παιδιών τους, τούς ανάγκαζε να υπογράφουν, αφού δεν μπορούσε η Αστυνομία ούτε και το κράτος να τους προστατεύσει! Έτσι πολλοί βρέθηκαν άστεγοι να κοιμούνται στις υπόγειες διαβάσεις, στις εισόδους πολυκατοικιών, στα παγκάκια των πάρκων και να πλένονται στις δημόσιες τουαλέττες. Στο άλλο άκρο βρίσκονται οι Ρώσοι ολιγάρχες. Αφηγείται μια δυναμική κυρία  με καριέρα, που 22χρονών ερωτεύτηκε τρελά έναν παντρεμένο ολιγάρχη με δυο παιδιά και τώρα ζει μόνη της από επιλογή. «Με τρέλαιναν οι ρυθμοί του και η αποφασιστικότητα του «Αύριο πετάμε για Παρίσι» μου τηλεφωνούσε -εννοείται με το ιδιωτικό του τζετ- ή «πάμε για τρεις μέρες στα Κανάρια νησιά και μέναμε σε ξενοδοχεία με γυάλινα δάπεδα που από κάτω ήταν γεμάτα νερό και κολυμπούσαν ψάρια! [...]  «Αυτούς που διάβαζαν και ονειρεύονταν να πετάξουν σαν το γλάρο του Τσέχωφ, τώρα τους είχαν υποκαταστήσει αυτοί που δεν διάβαζαν αλλά πετούσαν» και μένα αυτό τότε μου άρεσε μέχρι που με παράτησε όταν του είπα ότι είμαι έγκυος. [...] τώρα μου τηλεφωνεί και μου λέει πόσο δυστυχισμένος αισθάνεται... Τι να την κάνεις όμως μια σχέση δίχως αγάπη;»   
      
Μια Ρωσίδα που μετανάστευσε στο Σικάγο αφηγείται: Έφυγα από τη Μόσχα γιατί φοβόμουνα. Κάθε μέρα κάποιον ανατίναζαν, σκότωναν. Η παλιά Μόσχα έχει χαθεί. Μαζεύτηκε νέος πληθυσμός. Μιλάνε ρώσικα στους δρόμους αλλά δεν τους καταλαβαίνω, διάλεκτος του Νότου με άλλον επιτονισμό και καινούργιες λέξεις. Υπάρχουν πολλοί Ρώσες μετανάστες στην Αμερική, που ο καθένας καταθέτει τη δική του ερμηνεία για όλα αυτά. «Ο καπιταλισμός σε μας δεν θα πιάσει ρίζες. Μας είναι ξένο το καπιταλιστικό πνεύμα. Ο καπιταλισμός στη Δύση είναι παλιός, σε εμάς φρέσκος με καινούργιους κυνόδοντες». «Η δημοκρατία δεν αγοράζεται με αέριο και πετρέλαιο, δεν την επιβάλλεις με προεδρικό διάταγμα, δεν εισάγεται όπως τα υλικά προϊόντα. Στην Ευρώπη των τελευταίων διακοσίων χρόνων τη δημοκρατία τη φροντίζουν, με την προσοχή που φροντίζουν το γκαζόν». «Η Ρωσία δεν χρειάζεται δημοκρατία, χρειάζεται μοναρχία έναν δυνατό και δίκαιο τσάρο» «Η Ρωσία πάντα ήταν, είναι και θα είναι αυτοκρατορία. Η Δύση ακόμα και τώρα φοβάται τη Ρωσία. Ο φυσικός πλούτος χρειάζεται σε όλους, ειδικά στην Ευρώπη. Στο πετρέλαιο είμαστε η έβδομη χώρα στον κόσμο, στο αέριο η πρώτη στην Ευρώπη, και μία από τις πρώτες χώρες σε σίδηρο, ουράνιο, νικέλιο, χαλκό, κοβάλτιο... και με αποθέματα διαμαντιών, χρυσού, αργύρου, πλατίνας», «Η ρωσική ιδέα και πολιτισμός δεν έχει καμμιά σχέση με το αμερικάνικο όνειρο», «Οι γονείς μας έζησαν σε μια χώρα νικητών κι εμείς σε μια χώρα που έχασε τον ψυχρό πόλεμο». Αυτά συζητούν οι Ρώσοι εκτός κι εντός Ρωσίας. Όσο για τον Πούτιν άλλοι τον θαυμάζουν  γιατί φρόντισε για μια ισχυρή Ρωσία κι άλλοι τον αποκαλούν τσαρίσκο και θέλουν να φύγει.   

Ο πόλεμος στη Τσετσενία. Μια περιοχή στο Βόρειο Καύκασο, στο υπογάστριο της Ρωσίας, με πλούσια κοιτάσματα πετρελαίου και που από το υπέδαφος της περνούν οι αγωγοί πετρελαίου από το Αζερμπαϊτζάν προς την Κασπία θάλασσα. Γεωστρατηγικά και οικονομικά συμφέροντα μπλέχτηκαν, όταν η Τσετσενία το 1992 κηρύσσει την απόσχιση της από τη Ρωσική Ομοσπονδία[4]. Ξεσπά ένας 15ετής πόλεμος (Α! πόλεμος επί Γιέλτσιν ως το 1996 και συνεχίζεται επί Πούτιν ο Β! πόλεμος 1999-2009). Αφηγείται ένας Τσετσένος « τι σόι πόλεμος κι αυτός: μας σκοτώνετε, μας σακατεύετε και μετά μας θεραπεύετε στα νοσοκομεία σας, βομβαρδίζετε και μετά ξαναχτίζετε, μας πείθετε ότι η Ρωσία είναι το σπίτι μας, έρχονται εδώ Τσετσένοι για να σωθούν από τη φωτιά του πολέμου και μετά μας διώχνετε! Επί Γιέλτσιν καιγόταν μόνο η Τσετσενία, επί Πούτιν όλος ο βόρειος Καύκασος (επέκταση του πολέμου σε γειτονικές περιοχές, όπως στο Νταγκεστάν). Παντού τώρα χτίζουν τζαμιά.  Κι ανταπαντά ένας Ρώσος: «ποιος μετέτρεψε την Τσετσενία σε γκέτο για τους Ρώσους; Η CIA; Τους Ρώσους τους έδιωχναν από τις δουλειές τους, τους έκλεβαν τα αυτοκίνητα, τους έπαιρναν τα σπίτια, βίαζαν τις Ρωσίδες». Και συνεχίζει ο Τσετσένος «οι Ρώσοι στρατιώτες που στείλατε στη Τσετσενία δεν έκαναν εγκλήματα;»
Πράγματι διεπράχθησαν φρικαλεότητες, εγκλήματα πολέμου  στον πόλεμο κι από τις δυο πλευρές, που τροφοδότησαν στη συνέχεια τρομοκρατικά κτυπήματα στο μετρό της Μόσχας κι αλλού. Η Μόσχα έχει δεχτεί τρομοκρατικά κτυπήματα το 2000, 2001, 2002, 2003, 2004, το 2006, 2010, το 2011. Ένας νεαρός Τσετσένος στις 6 Φλεβάρη 2004 έβαλε βόμβα στο συρμό του τρένου που εξερράγη καθώς αυτό προχωρούσε, με αποτέλεσμα  39 νεκροί και 122 τραυματίες! Η συγγραφέας προβληματίζεται πάνω στο θέμα της τρομοκρατίας προσπαθώντας αφενός να κατανοήσει τα κίνητρα του τρομοκράτη και αφετέρου τις συνέπειες της πάνω στα θύματα που πληρώνουν χωρίς να φταίνε.   Στέκεται στην ιστορία μιας νεαρής σπουδάστριας- θύματος  του τρομοκρατικού κτυπήματος στο μετρό Μόσχας και περιγράφει τον αβάσταχτο πόνο της μάνας που αναρωτιέται με ποιο δικαίωμα ένας τρομοκράτης σακατεύει και αφήνει ανάπηρο για όλη του τη ζωή ένα παιδί γεμάτο αθωότητα που σφύζει  όλο νιάτα και ζωή, που το καμαρώνει η μάνα του,  και του κόβει τα φτερά, τις ελπίδες, τα όνειρα του και το χειρότερο το καθιστά ανίκανο να επιβιώσει μόνο του στη ζωή;  Η δε συγγραφέας κλείνει την ιστορία της με το τρομακτικό κτύπημα γράφοντας : «Η τρομοκρατία είναι ... μπίζνα / είναι θυσία, όπως στα αρχαία χρόνια/ είναι της μόδας / είναι το ζέσταμα πριν την επανάσταση... /είναι προσωπική υπόθεση του καθενός»
 Η Τσετσενία κόστισε πολύ σε χρήμα και πόνο. Στη διάρκεια των  δυο πολέμων αλλά και στο τρίχρονο μεσοδιάστημα μεταξύ αυτών είχε μετατραπεί σε άντρο συμμοριών, πολιτικής βίας και θρησκευτικού φανατισμού. « γιατί  έστειλαν τα παιδιά μας στη Τσετσενία; Δεν τους έστειλαν να πολεμήσουν για την πατρίδα αλλά για τις πετρελαιοπηγές. Μια σταγόνα πετρέλαιο τώρα πια ισοδυναμεί με μια σταγόνα αίμα» αφηγείται μια μάνα που έχασε την κόρη της, υπαξιωματικό της Αστυνομίας που την έστειλε η πατρίδα εκεί για να ελέγχει την τάξη. Ποια τάξη να επιβληθεί όμως στο χάος που επικρατούσε εκεί; Ο πόλεμος τελείωσε, η Τσετσενία ανήκει ξανά στη Ρωσική Ομοσπονδία και τουριστικά γραφεία διαφημίζουν τουριστικά τουρ στην Τσετσενία! Παίρνουν τους τουρίστες με πολεμικά ελικόπτερα και τους δείχνουν το κατεστραμμένο Γκρόζνι την πρωτεύουσα και τα καμμένα χωριά!    

Από τη συναδέλφωση και τη φιλία των λαών ...  στον εθνικισμό και ρατσισμό.
 Σε κάθε χώρα του Καυκάσου ζούσαν λαοί ανάμικτοι και τώρα με τη δημιουργία εθνικών κρατών αρχίζουν οι διώξεις των αλλοεθνών. Για παράδειγμα Αρμένιοι διώκονται από το Αζερμπαϊτζάν και Αζέροι από την Αρμενία. Πόσα όμως οικογενειακά δράματα δημιουργούνται, όταν σε ένα ζευγάρι ο άντρας τυχαίνει να έχει διαφορετική καταγωγή από τη γυναίκα του; Αφηγείται η  Αρμένισσα Μαργαρίτα που είχε παντρευθεί τον Αζέρο Αμπντουλάχ:
"Αγαπώ πολύ το Μπακού και να κάνω βόλτα στην παραλία του κοιτώντας τη θάλασσα. Εκεί γνώρισα τον Αμπντουλάχ ερωτευθήκαμε και παντρευθήκαμε.[...] Όταν όμως άρχισαν τα πογκρόμ κατά των Αρμενίων και η σφαγή τους στο Μπακού εμένα με έκρυψε στη σοφίτα του σπιτιού της μια Αζέρα φίλη μου [...] Τι ωραία περνούσαμε πριν. Στη γιορτή για τον ερχομό της Άνοιξης καθόμαστε όλοι από τη γειτονιά στο ίδιο τραπέζι και τραγουδούσαμε αρμένικα και αζέρικα τραγούδια και τη ρωσική Κατιούσα και τρώγαμε φαγητά απ’ όλες τις κουζίνες, ρώσικα μπλινί, γεωργιανά χινκάλι, ουκρανικά πιτάκια, κρέας με κάστανα μαγειρεμένο με τον αζέρικο τρόπο και τελειώναμε με την ίδια ποικιλία γλυκών και μιλούσαμε κι αστειευόμαστε μεταξύ μας! [...] Τώρα δεν με θέλουν για νύφη τους η οικογένεια του άντρα μου και επηρεάζουν τον άντρα μου να μη με βλέπει αλλά αυτός έρχεται κρυφά και σμίγουμε. [...]αναγκάστηκα να φύγω πρόσφυγας στη Μόσχα να γεννήσω εκεί το παιδί μας [...] με τον άντρα μου σμίξαμε μετά από αρκετά χρόνια όταν ήλθε κι αυτός στη Μόσχα."
Διώξεις Ρώσων έγιναν από όλες τις πρώην σοβιετικές σοσιαλιστικές  δημοκρατίες, οι οποίοι ζούσαν εκεί κατέχοντας  υψηλές διοικητικές θέσεις. Εκεί που περιμέναμε την ελευθερία μας, το 1992 άρχισε ο εμφύλιος στο Τατζικιστάν «πίσω κομμούνια στην Μόσχα σας» μας φώναζαν. Μόλις που προλάβαμε να φύγουμε αφήνοντας πίσω όλα τα υπάρχοντα μας, γιατί άλλους τους σκότωσαν. Ήρθαμε σε συγγενείς και συγκατοικούμε 9 άτομα σε ένα τριάρι στο Μίνσκ, η οικογένεια μου, της αδελφής μου και τα πεθερικά της.
Πόλεμος στο Αφγανιστάν:  αν και ο πόλεμος αυτός έγινε νωρίτερα  (1978-1988) κατά τη διάρκεια της σοβιετικής εποχής, εν τούτοις αναφέρεται αρκετά μέσα στο έργο, διότι έχει στοιχειώσει τη μνήμη των Ρώσων. Ηταν  ένας πόλεμος που οι Ρώσοι με την αναπτυγμένη πολεμική βιομηχανία ηττήθηκαν από έναν λαό υποανάπτυκτο μετά από 10 χρόνια πολέμου! Και οι στρατιώτες που πολέμησαν εκεί οι περισσότεροι γύρισαν πίσω σωματικά και ψυχολογικά ράκη.
     
Πρόσφυγες έχουν κατακλύσει τη Μόσχα, 2.000.000 περίπου από το Τατζικιστάν, Παμίρ, Ουζμπεκιστάν, Αρμένιοι, Αζέροι, Γεωργιανοί, Τσετσένοι ... «πριν είμαστε όλοι σοβιετικοί, τώρα καυκασιανής καταγωγής» ή άλλης φυλής λένε και ζητάμε καταφύγιο στην πρωτεύουσα της ΕΣΣΔ, που τώρα είναι πρωτεύουσα ενός άλλου κράτους.Αφηγείται ένας από το Τατζικιστάν «Στο δρόμο μας σταματά η Αστυνομία ακόμα και Ρώσοι και μας ζητάνε να δουν τα χαρτιά μας. Όλο και κάτι λείπει μας λένε, και μας ζητούν λεφτά αλλιώς μας χτυπάνε.  [...] αν μας διώξουν από τη Μόσχα, ποιος θα συνεχίσει το χτίσιμο της Μόσχας; Ποιος θα καθαρίζει τις αυλές τους;» Οι συνθήκες διαβίωσης τους είναι άθλιες. Για παράδειγμα πολλοί από το Τατζικιστάν κατοικούν στα υπόγεια των λεγόμενων «σταλινικών» πολυκατοικιών που κτίστηκαν για την ελίτ των μπολσεβίκων και σήμερα είναι περιζήτητες με τις γύψινες διακοσμήσεις, τα ανάγλυφα και τις κολόνες στην πρόσοψη και τους ψηλούς τοίχους των διαμερισμάτων. Εδώ μετακομίζουν οι Νεορώσοι και παρκάρουν τις Μπέντλεϊ και Φερράρι τους  κάτω στο δρόμο, μπροστά από τις βιτρίνες των πανάκριβων μπουτίκ του ισογείου.
    Στα υπόγεια όμως των πολυκατοικιών αυτών με τους μουχλιασμένους τοίχους και τα σκουριασμένους σωλήνες υπάρχουν δωμάτια, πολλά εκ των οποίων είναι χωρισμένα με κόντρε πλακέ και έχουν κουρτίνες αντί για πόρτες! Σε κάθε δωμάτιο κατοικούν 15-20 άτομα, όπου στην άκρη του δωματίου υπάρχει ένα μάτι κουζίνας, δίπλα στοιβαγμένες καρέκλες και τραπέζια παρμένα από την πιο κοντινή χωματερή και παραδίπλα αυτοσχέδιες δίπατες κουκέτες. Μας δέχτηκαν στην κατοικία τους  και οι παλαιότεροι Τατζικιστανοί μιλούσαν ρώσικα γιατί είχαν φοιτήσει σε σοβιετικά σχολεία. «Έχουμε ένα ίδρυμα για τους μετανάστες αλλά δεν έχουμε ούτε λεφτά ούτε εξουσία, μόνο καλούς ανθρώπους» απαντά μια υπάλληλος που εργάζεται εκεί και συμπληρώνει μια πρόσφυγας «ο άνθρωπος χωρίς πατρίδα είναι σαν το αηδόνι χωρίς τον κήπο του» και η συγγραφέας τιτλοφορεί τη ιστορία της για αυτό το βασανισμένο  κόσμο που αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την πατρίδα του « Για τον ξένο πόνο που ο Θεός απόθεσε στο κατώφλι μας»

Τέλος η συγγραφέας δεν παραλείπει να αναφερθεί σε κείνες τις Ρωσίδες γυναίκες που έχουν αναλάβει όλα τα βάρη της οικογένειας, επειδή αισθάνονται τους άντρες τους απόντες από αυτήν. Άντρες ανάπηροι και ψυχικά ράκη από τους πολέμους είτε άντρες που δεν μπόρεσαν να αντισταθούν στις κακουχίες που τους έλαχαν και βρήκαν παρηγοριά στη βότκα, το εθνικό ποτό των Ρώσων. Την ένατη ιστορία της,  η συγγραφέας  την αφιερώνει σε κείνες τις λίγες Ρωσίδες που αγάπησαν βαρυποινίτες, έγκλειστους των φυλακών  τους οποίους γνώρισαν μέσα από την αλληλογραφία μαζί τους. Οι βαρυποινίτες συνηθίζουν να γράφουν γράμματα που κάποιες εφημερίδες δημοσιεύουν.  Ποιο ήταν το κίνητρο των γυναικών αυτών να απαντήσουν στις επιστολές των βαρυποινιτών; Τι περιμένουν οι γυναίκες αυτές που έχουν δικαίωμα να τους επισκέπτονται δυο φορές μόνο το χρόνο και να διασχίζουν χιλιόμετρα μακριά για να τους επισκεφτούν και να μη διστάζουν να τους παντρευτούν για να έχουν το δικαίωμα να τους βλέπουν περισσότερο; «για να τους σώσουν με την αγάπη τους» απαντούν.
 Μέσα από αυτήν την υπερβολή της κατάστασης αυτής μήπως η συγγραφέας θέλει να τονίσει τη δύναμη της αγάπης –θέμα το οποίο επανέρχεται σε πολλές αφηγήσεις- και το οποίο χαρακτηρίζει τη ρώσικη ψυχή; «τι είναι ο άνθρωπος χωρίς αγάπη; Σαν λουλουδάκι χωρίς νερό» και ο Ντοστογιέφσκι έγραψε «η ψυχή του Ρώσου είναι πλατιά σαν τη ρώσικη γη».

Ένας λαός στο επίκεντρο της Ιστορίας, ένα ιστορικό δράμα του 20ου αιώνα, μια αυτοκρατορία που μετασχηματίζεται διαρκώς, τσαρική, σοβιετική, ρωσικό ομοσπονδιακό κράτος; Πάντα τεράστια σε έκταση και δύναμη με ανόδους και καθόδους στην ιστορική της πορεία!
Προσωπικά αναρωτιέμαι μήπως η πτώση αυτής της πανίσχυρης αυτοκρατορίας θυμίζει «Χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου»; Και προκαλεί μεγάλο ενδιαφέρον γιατί ενώ η αυτοκρατορία αυτή μπορούσε να αντιμετωπίσει οποιονδήποτε εχθρό, τελικά δεν μπόρεσε να υπερασπιστεί τον εαυτό της!
Και η συγγραφέας κατάφερε την περίοδο αυτή της ρωσικής ιστορίας να τη μετουσιώσει σε λογοτεχνία χάρη στη σύνθεση του υλικού της και στη ρέουσα γλώσσα που χρησιμοποιεί. Αν και δεν υπάρχει ένας ενιαίος μύθος, οι επιμέρους αφηγήσεις-μαρτυρίες  αποτελούν ο καθένας έναν μικρότερο "μύθο" και όλοι μαζί συνενώνονται γύρω από το κεντρικό της θέμα. Αν και δεν έχω διαβάσει έργα της τεκμηριωτικής λογοτεχνίας - στην Ελλάδα κάτι αντίστοιχο έχει γράψει ο Στρατής Δούκας με την "Ιστορία ενός αιχμαλώτου"- τελικά με κέρδισε το είδος αυτό, αφού κατάφερε να συγκινήσει το νου και την καρδιά μου, όχι πλάθοντας μια φανταστική ιστορία αλλά ενορχηστρώνοντας πραγματικά ιστορικά γεγονότα και μετατρέποντας αυτούς που τα βίωσαν σε πρωταγωνιστές των αφηγήσεων τους. Κι έτσι τεκμηριώνει, αποδεικνύει του λόγου το αληθές. Σίγουρα η συγγραφέας έχει επενέβη στη γλώσσα των αφηγητών επί το λογοτεχνικότερον, όπως επίσης και στην οργάνωση της ύλης της σε κεφάλαια δίνοντας τίτλους αλλά κυρίως στη σύλληψη της ιδέας ενός τέτοιου βιβλίου και στην υλοποίηση του, γεγονότα που την καθιστούν συγγραφέα. Αξίζει να σημειωθεί ότι μέρος της επιτυχίας του βιβλίου οφείλεται στη μετάφραση του στα ελληνικά.    




[1] Βλ. «Το δόγμα του Σοκ» που έχει αναρτηθεί στο ίδιο ιστολόγιο, αναφέρεται και στο πέρασμα της Ρωσίας  στον καπιταλισμό ... και για το ρόλο των ΗΠΑ σε αυτό μέσα από τη Σχολή του Σικάγου.
[2] Η συγγραφέας παραθέτει  το παρακάτω απόσπασμα του Ντοστογιέφσκι από το Μεγάλο Ιεροεξεταστή «ο δρόμος προς την ελευθερία είναι δύσκολος, όλο πόνο, τραγικός [...] γιατί ο άνθρωπος να γνωρίσει αυτό το διαβολικά καλό και κακό, όταν κοστίζει τόσο ακριβά; Ο άνθρωπος καλείται κάθε φορά να διαλέξει την ελευθερία του αποκτώντας την όμως  με πόνο ή να διαλέξει μια ευτυχία χωρίς ελευθερία; Κι ο Μεγας Ιεροεξεταστής λέει στο Χριστό «ενώ τον σεβόσουν τον άνθρωπο γιατί απαιτείς από αυτόν τόσα πολλά; Τι φταίει μια αδύναμη ψυχή που δεν είναι σε θέση να αποδεχτεί τόσα σπουδαία δώρα, όπως αυτό της ελευθερίας με το οποίο γεννιέται η δυστυχής αυτή ύπαρξη; 

[3] Αλτάι: περιοχή στα βάθη της Ασίας, στα σύνορα Ρωσίας, Κίνας, Καζαχστάν, Μογγολίας
[4] Η Ρωσική Ομοσπονδία ιδρύθηκε το 1991 από την αποδόμηση της ΕΣΣΔ. Είναι η επίσημη διπλωματική ονομασία της Ρωσίας και αποτελείται από 83 (ημι)αυτόνομα κρατίδια,  περιοχές και κράτη.