Ένα μυθιστόρημα της Κλαίτης Σωτηριάδου, γνωστής και ως Κλαίτη Μπαράχας Σωτηριάδου, μεταφράστριας πάρα πολλών έργων της Λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας και επίσης συγγραφέας ποιημάτων, πεζών και δοκιμίων. Μέσα από τις μεταφράσεις της στα ελληνικά η γενιά μου γνώρισε συγγραφείς και τα έργα τους, όπως Εκατό χρόνια μοναξιά, Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας του Γκαρσία Μάρκες, Το σπίτι των πνευμάτων της Αλλιέντε και έργα των Λιόσα, Βάργκας, Σάμπατο, Φουέντες … Δραστήρια και στην προώθηση ζητημάτων που αφορούν τους συγγραφείς και τα έργα τους διετέλεσε μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων και εκπροσώπησε το ΕΚΕΒΙ στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Οργανώσεων Μεταφραστών Λογοτεχνίας CEATL, ενώ δίδαξε Αγγλική Λογοτεχνία και λογοτεχνική μετάφραση.
Είχα
την τύχη να γνωρίσω από κοντά την κ. Σωτηριάδου, να συζητήσω μαζί της και να
εντυπωσιαστώ από την απλότητα, την ευγένεια και την προθυμία της να μού χαρίσει το
δυσεύρετο, εξαντλημένο μάλλον, μυθιστόρημα της Μπονζάι. ‘Ένα μυθιστόρημα που μιλά για την Κολομβία, μια μαγευτική χώρα
που έζησε εκεί αρκετά χρόνια και την αγάπησε, όταν παντρεύτηκε το μεγάλο έρωτα
της και μαζί του απέκτησε μια κόρη.
Μήπως όμως έτσι δεν ξετυλίγεται η ζωή όλων εμάς , μέσα από
εμπειρικά στιγμιότυπα, τα οποία
προσφέρουν αφορμές για να γεννηθούν σκέψεις και συναισθήματα; Αυτά τα
διατυπώνει η συγγραφέας σε πλάγιο λόγο με τυπωμένα πλαγιαστά γράμματα:
ψυχολογικές παρατηρήσεις, εσωτερικός μονόλογος, σημειώσεις, ιστορίες από την
παράδοση και … όνειρα, αρκετά όνειρα - μάλλον επίδραση από το μαγικό ρεαλισμό της
λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας – η οποία εκφράζει το μαγικό που φαντάζονται οι άνθρωποι ότι
συμβαίνει στη ζωή τους, ως μέρος μιας ρεαλιστικής πραγματικότητας
Το θέμα και τα μηνύματα του έργου
Ήδη στον πρόλογο
του Σεναρίου του Μπονζάι η συγγραφέας αναφέρει το βιβλίο Το Ταξίδι του ήρωα του Κρίστοφερ
Βόγκλερ, στο οποίο παρουσιάζονται τα 12 στάδια, συμπυκνωμένα σε τρεις
θεατρικές Πράξεις, τα οποία διέρχεται ένας ήρωας προκειμένου να
ολοκληρωθεί η συγγραφή ενός σεναρίου ή μυθιστορήματος. Συνοπτικά, θα έλεγα, ότι
κάποιος αναδεικνύεται σε ήρωα από τη
στιγμή που επιλέγει ο ίδιος ή και η τύχη ακόμα να εγκαταλείψει το «συνηθισμένο
κόσμο» μέσα στον οποίο ζει και να
ξανοιχτεί σε μια περιπέτεια. «Το κάλεσμα στην περιπέτεια» όμως είναι τόσο
δυνατό που παρά τις αρχικές αντιρρήσεις του, ο ήρωας μας αποφασίζει «να περάσει
το πρώτο κατώφλι». Στη συνέχεια αρχίζουν
«οι δοκιμασίες» με αποκορύφωμα μια
«δεινή δοκιμασία», αποκτά «συμμάχους κι εχθρούς» μέχρι που αρχίζει η «ανταμοιβή». Στη Τρίτη
πράξη αρχίζει «η επιστροφή» του ήρωα που
οδηγεί στην «ανάσταση» και στη λύτρωση του κατακτώντας «το Ελιξήριο της
ζωής.»
Η συγγραφέας κ. Σωτηριάδου αναγνωρίζει ότι
τα στάδια αυτά αφορούν και τη ζωή πολλών άλλων ανθρώπων, μεταξύ των οποίων και
της Ελένης, την οποία επιλέγει ως ηρωίδα
του μυθιστορήματος της. Μια νεαρή κοπέλα από την Ελλάδα, η οποία αφήνει την
οικογενειακή και αισθηματική της κατάσταση μετά από τις σπουδές της κι ένα τραυματικό
διαζύγιο που είχε και φεύγει για μεταπτυχιακό στην Αγγλία. Υποσυνείδητα ίσως αναζητούσε κάτι «άλλο», όπως
ομολογεί. Και στην Αγγλία η Ελένη γνωρίζεται με τον Κολομβιανό φοιτητή
Κάρλος -και καθώς τρέχουν σε φοιτητικές διαμαρτυρίες της Green Peace,
επισκέπτονται μουσεία, συζητούν για πολιτικά θέματα - ερωτεύονται παράφορα τόσο που παντρεύονται και
μετακομίζουν στην Κολομβία! Το « κάλεσμα στην περιπέτεια» ήταν πολύ δυνατό,
φαίνεται. Η ζωή της Ελένης τώρα ανατρέπεται εκ βάθρων με «το πέρασμα στο πρώτο κατώφλι» ! Ο Κάρλος
είναι ωραίος, ιδεολόγος σοσιαλιστής, αισιόδοξος με Όραμα να βελτιώσει τις
συνθήκες ζωής του λαού του και στρατεύεται στην πολιτική συμμετέχοντας στην
κυβέρνηση της Κολομβίας.
Και η Κολομβία είναι μια χώρα μαγευτική, πάνω
στη ζώνη του Ισημερινού, που η μέρα και η νύχτα διαρκούν από 12 ώρες και
επηρεάζουν το κλίμα και τη βλάστηση της! Τρεις φορές μεγαλύτερη σε έκταση από τη
Γαλλία, γεωγραφικά χωρίζεται σε τρεις ζώνες. Στην παραλιακή που εκτείνεται από τις
ακτές του Ειρηνικού ωκεανού και της Καραϊβικής θάλασσας με μεγαλύτερη πόλη την ιστορική
Καρθαγένη ως το πρώτο υψίπεδο στα 1100 μέτρα. τρεις μικρότερες οροσειρές των
Άνδεων χωρίζουν τη Κολομβία σε δυο υψίπεδα: στο πρώτο που κυριαρχούν οι φυτείες
καφέ και στο δεύτερο υψίπεδο ως τα 2100 μέτρα, που παράγει σχεδόν τα πάντα!
Τρεις σοδειές το χρόνο έχουν, κάτι που για τον Ευρωπαίο φαντάζει αδύνατο. Οι
ακτίνες του ήλιου όμως στον Ισημερινό πέφτουν κάθετα στη Γη καθ΄ όλη τη
διάρκεια της μέρας, γεγονός που το καθιστά πολύ εύφορο! Μόνο τα βράδια η
θερμοκρασία πέφτει και κάνει ψύχρα λόγω του μεγάλου υψόμετρου των Άνδεων.
Η Κολομβία στη δεκαετία του 1980 δοκιμαζόταν
πολύ από τη φτώχεια και την τρομοκρατία, θύμα της οποίας έπεσε και η
Ελένη. Η πρωτεύουσα η Μπογκοτά
είναι
μια δύσκολη πόλη. Η παλιά ιστορική συνοικία της πόλης θυμίζει Ισπανία, λόγω των
Ισπανών κονκισταδόρων που την κατάκτησαν
το 16ο αιώνα. Διαβάζουμε «Παλιά ασπρισμένα σπίτια με σκουρόχρωμα ξύλινα
μπαλκόνια , βαριές πόρτες που μόλις τις περάσεις ξεπροβάλλουν τα πιάτο ή σολάρια που θαμπώνουν τα μάτια με
πρασινάδες, κατακόκκινα γεράνια κρεμασμένα στις ξυλοδεσιές γύρω από την
πατροπαράδοτη γούρνα με το σιντριβάνι και από πάνω ολογάλανος ο ουρανός της
Μπογκοτά.
Η καινούργια πόλη, εξαμερικανισμένη με πανύψηλους
ουρανοξύστες … και τα ορφανά της
θρησκοληψίας των Λατινοαμερικανών που απαγορεύει την πρόληψη των γεννήσεων, ζούσαν
εγκαταλειμμένα κλέβοντας και ζητιανεύοντας μαζί με τα χιλιάδες αδέσποτα σκυλιά,
τις αγελάδες που έβοσκαν στο περιποιημένο
γκαζόν των δημοσίων κτηρίων, τους κομψούς μπίζνεσμαν, τους χωριάτες που
επισκέπτονταν την πρωτεύουσα … αλλά και τα χιλιάδες αυτοσχέδια ξύλινα περίπτερα
που στέγαζαν τους υπο-απασχολούμενους άνεργους της πόλης των 5.000.000 κατοίκων
πουλώντας κάθε είδους τρόφιμα ή φρούτα, ψιλικά, παστέλια και λουκούμια, τηγανητά και ψητά χοιρινά …όλα αυτά αποτέλεσμα της
ρουσφετολογίας της πολιτικής ζωής του τόπου». Όσο για την κυκλοφορία στην άσφαλτο επικρατούσε κομφούζιο, δεν ίσχυε
κώδικας
κυκλοφορίας,
οι πεζοί διέρχονταν τους δρόμους αδιαφορώντας για τα αυτοκίνητα, τα οποία
προσπαθούσαν να διέλθουν ατάκτως!
Οι καλύτερες μέρες είναι μπροστά μας,
της έλεγε συχνά ο Κάρλος αλλά αυτές αργούσαν και η Ελένη άρχισε να κουράζεται.
Τι ακριβώς έφταιξε όμως; Αιτίες υπήρχαν πολλές σίγουρα, ο καιρός προσαρμογής
της στη νέα πατρίδα φαίνεται εξαντλήθηκε παρόλο που έφτιαξε εκεί καινούργια
οικογένεια. Η ίδια αναρωτιόταν μετά από πόσα χρόνια πέντε ή δέκα ήταν, που
άρχισε να νοιώθει ότι η κατάσταση χωλαίνει. Μικρές καθημερινές ήττες
προστίθενταν και την έκαναν να νοιώθει άσχημα. «Η επικοινωνία με τον Κάρλος
λιγόστευε επικίνδυνα, ο χρόνος συμβίωσης τους είχε χάσει την ποιότητα του και
είχε μειωθεί στο ελάχιστο. Προαισθανόταν πως ο κοινός δρόμος τελείωνε σύντομα…
Όλα της ήταν βαρετά πια»! Μια σύντομη απιστία του Κάρλος και ένα οικονομικό
σκάνδαλο που επιχείρησαν να τον μπλέξουν έκαναν το κλίμα πιο βαρύ. Μέσα της
κάτι τη βασάνιζε. Η νοσταλγία για την Ελλάδα και τους δικούς της ανθρώπους την
κατέτρυχαν.
Η Ελένη χρησιμοποιεί ποικίλους τρόπους για
να εκφράσει την ψυχική της κατάσταση. Άλλοτε χρησιμοποιεί το όνειρο -εφιάλτη, όπως
με το μωρό που κλαίει και αυτή πανικοβάλλεται κι αισθάνεται ανίκανη να το
βοηθήσει παραπέμποντας στο δικό της μωρό που άφησε στην Ελλάδα « το έχει αφήσει
6.000 μίλια μακριά» μονολογεί παρακάτω ή αναρωτιέται μήπως αυτή είναι το μωρό,
το εγκαταλειμμένο! Άλλοτε παρακολουθώντας ένα πολύ μικρό πουλάκι του τόπου, το
κολιμπρί που είχε μπει στο δωμάτιο της και είχε παγιδευτεί μέσα φτερουγίζοντας αδιάκοπα χωρίς να βρίσκει το
άνοιγμα για να πετάξει και να ελευθερωθεί,
ταυτίζεται μαζί του, γιατί νοιώθει κι αυτή φυλακισμένη χωρίς διέξοδο φυγής. Ο
λυρισμός της δεν είναι κραυγαλέος αλλά ξεχύνεται ξαφνικά προς τα έξω από τις ρωγμές που αφήνει η
ένταση του βιώματος που την καταπιέζει! Έζησε ακόμα και με την ψευδαίσθηση «πως
θα μπορέσει να βάλει ρίζες σε εκείνη τη
διαφορετική χώρα, πως θα μπορέσει να μοιράσει τη ζωή της σε δυο ηπείρους με
έναν ωκεανό ανάμεσα τους … Τι είδους ζωή όμως μπορεί να κάνει μια γυναίκα που
αφήνει πίσω την καρδιά της σε κάθε ταξίδι;»
Στη
συνέχεια η εμπειρία της με τη τρομοκρατία, όταν την απήγαγαν από λάθος στη θέση
μιας άλλης γυναίκας, τη συγκλόνισε βαθιά. Στην αφήγηση της μπερδεύει την
πραγματικότητα με το όνειρο - εφιάλτη ζώντας
δυο μήνες σε μια ζούγκλα υπό άθλιες
συνθήκες και με το φόβο του θανάτου να επικρέμαται πάνω της. Φαντάστηκε όμως και μια άλλη εναλλακτική λύση απελευθέρωσης της από
τον απαγωγέα της που την ερωτεύτηκε και τον επηρέασε να αφήσει τη ζούγκλα και
να ασχοληθεί με το ταλέντο του, τη ζωγραφική, όπου και μεγαλούργησε. Τότε μάλλον η
ηρωίδα μας αρχίζει να συμφιλιώνεται με τα απρόσμενα «παιχνίδια» που μπορεί να παίξει
η ζωή.
Τελικά αναλογιζόμενη την «απίθανη
ζωή» που της έλαχε να ζήσει, μάς δείχνει πώς μέσα από τις δοκιμασίες που
πέρασε, μεταμορφώθηκε και η ίδια βρίσκοντας τη λύτρωση χάρη στις γνώσεις που κέρδισε και συμφιλιωμένη
πια με τη ζωή της επιστρέφει πίσω συγγραφέας και μεταφράστρια προσφέροντας σε
άλλους ανθρώπους γνώσεις από άλλους
πολιτισμούς κι όχι μόνο! Αναγνωρίζει ότι η ζωή της είχε πολλά κέρδη αλλά και
απώλειες. Μπορεί να άφησε την πατρίδα της και να
αισθάνεται ότι «ένα κομμάτι της ζωής της
τής έλειπε» αλλά γνώρισε κι άλλους τόπους και πολιτισμούς, συνδέθηκε με
ανθρώπους κερδίζοντας γνώσεις κι αγάπη.
Η συγγραφέας στέκεται ιδιαίτερα στον τρόπο ζωής
στο μεγάλο κι εύφορο οικογενειακό αγρόκτημα του Κάρλος σε κάποιο υψίπεδο των Άνδεων.
Αγελάδες έβοσκαν στα εύφορα λιβάδια του ενώ κάθε λογής γεωργικά προϊόντα, όπως πατάτες,
ντομάτες, καλαμπόκια, μπανανιές κι οπωροφόρα δέντρα με εξωτικά φρούτα καλλιεργούνταν
εκεί. Ένα αγρόκτημα που μπορούσαν να
κατέχουν βέβαια οι πλούσιες οικογένειες της Κολομβίας. Αν και η ίδια ζούσε σε
ένα διαμέρισμα της Μπογκοτά, επισκεπτόταν συχνά μαζί με την κόρη της Ειρήνη το
αγρόκτημα που έσφυζε από ζωή! Συνδέθηκε
κι αγάπησε τη πολυμελή κι ανοιχτόκαρδη οικογένεια του άντρα της αλλά και γυναίκες
των ιθαγενών που δούλευαν εκεί ή που συναντούσε σε κοντινά χωριά.
Θυμάται πώς την εντυπωσίασε η τέχνη της
καλαθοπλεκτικής των γυναικών αυτών, που την είχαν συνδέσει με τη φιλοσοφία
τους. Πλέκοντας εκείνα τα χρωματιστά καλάθια τους από τα καλάμια του φυτού γιούκα, προσθέτοντας κάθε τόσο στο
άχρωμο καλάμι των γιούκα από ένα
χρωματιστό βαμμένο καλάμι του, έλεγαν στη μικρή Ειρήνη που τις παρακολουθούσε «
Έτσι πλέκεται και η ζωή του ανθρώπου. Πάνω
στο άβαφο καλάμι της βάσης, που είσαι εσύ, πλέκεις το κόκκινο και το μαύρο, που
είναι οι γονείς σου, που αγαπιούνται κι αγκαλιάζονται με το κοριτσάκι τους, πράσινο
και κίτρινο για τα αδέλφια που μπαίνουν κι αυτά στο σπίτι τους, στη ζωή της
οικογένειας. Ύστερα πλέκει περισσότερο καλάμι άχρωμο για να ψηλώσει το καλάθι,
όπως και η ζωή και μετά βάζει ένα ακόμα άχρωμο για τον άντρα που θα αγαπήσει η Ειρήνη
και μετά ένα γαλάζιο για το παιδάκι που θα κάνουν» … και η πλέξη συνεχίζεται, όπως και η ζωή του
κάθε ανθρώπου. Και πλέκουμε καλάθια μεγάλα και μικρότερα, που μπαίνουν το ένα
μέσα στο άλλο, όπως οι γενιές διαδέχονται η μια την άλλη. Και να θυμάσαι ό,τι
πλέξεις δεν ξεμπλέκεται, και όσο πλέκεις ζεις καλά … κι είσαι ευτυχισμένη…!
Και
η Ελένη θυμάται ακόμα πώς οι γυναίκες αυτές την άκουγαν, όταν τούς δίδαξε την τέχνη
των μπονζάι, αυτές τις μινιατούρες δέντρων που μεταφυτεύονται και αναπτύσσονται
μέσα σε μικρές γλάστρες. Η ηρωίδα μας θυμάται ότι εκεί στο οικογενειακό αγρόκτημα
δημιούργησε το πρώτο μπονζάι της! Πρώτα ξερίζωσε
με πολύ προσοχή μια μικρούλα βελανιδιά, που
μόλις είχε φυτρώσει ύψους 30 εκατοστών, προσέχοντας τις ρίζες της και κόβοντας τες, αν χρειαζόταν, ώστε να μην είναι
ούτε μακριές ούτε πολύ κοντές. Ύστερα μεταφύτευσε το ξεριζωμένο φυτό σε ένα σχετικά μικρό δοχείο
προσέχοντας από δω και πέρα το πότισμα και το «λίπασμα» του, να είναι τόσο όσο
χρειάζεται μόνο για να αναπτυχθεί στο μέγεθος της μινιατούρας, κι ακόμα κατευθύνοντας
το σχήμα του προς τα πλάγια ή προς τα πάνω ή προς τα κάτω δένοντας με ψιλό
σύρμα τα κλαδάκια του προς την επιθυμητή κατεύθυνση! Μια τέχνη 700 χρόνων που προήλθε από την
Ιαπωνία και αγαπήθηκε κι από άλλους λαούς. Η μεταφύτευση μπορεί να γίνει και
στο χώμα της αυλής μας ή του κήπου μας αφήνοντας τότε το μπονζάι να αναπτυχθεί
σε κανονικό πια δένδρο!
Με ένα μπονζάι μοιάζει λοιπόν και η ζωή του ανθρώπου, όταν αυτή
μεταφυτεύεται από ένα τόπο σε ένα άλλο, αρκεί η μεταφύτευση να γίνεται προσεκτικά,
ώστε η ζωή να συνεχίζεται. Και η Ελένη τώρα πατάει στα πόδια της ώστε να
συνεχίσει τη ζωή της αλλιώς. Έχει συμμάχους: την πίστη στον εαυτό της, τη γνώση μιας άλλης γλώσσας αλλά και νοοτροπίας
του λαού που τη μιλάει και του πολιτισμού του, ώστε να μπορεί πια να μεταφράζει
έργα της λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας! Νοιώθει σαν να αναστήθηκε και να
λυτρώθηκε από όσα την κρατούσαν προηγουμένως δειλή κι αναποφάσιστη. Απαιτεί από τον Κάρλος τη βοήθεια του να
μετακομίσει στην Ελλάδα παίρνοντας μαζί την κόρη τους, μη αποκόπτοντας την όμως από την Κολομβία. Τα πολλά και ποικίλα
μπονζάι, που η ίδια είχε δημιουργήσει, δεν τα άφησε να μαραθούν φεύγοντας, αλλά
τα μεταφύτευσε μπροστά στο σπίτι του αγροκτήματος να αναπτυχθούν σε μεγάλα
δένδρα για να τα βλέπουν όσοι την αγάπησαν και προπάντων η κόρη της Ειρήνη, κάθε
φορά που θα έρχόταν στην Κολομβία ή θα αποφάσιζε να μείνει εκεί για πάντα. Έτσι
το Μπονζάι γίνεται σύμβολο ζωής που μπορεί να μεταφυτευτεί, γίνεται σύμβολο της
ύπαρξης που μπορεί να ζήσει και να αναπτυχθεί σε διαφορετικά περιβάλλοντα.
Το μυθιστόρημα κλείνει με την
αναχώρηση της Ελένης από το αεροδρόμιο Ελδοράδο, το Χρυσαφένιο, της Μπογκοτά. Τελικά
τι ήταν αυτή η χώρα για κείνη; Κοιτάζοντας από το φινιστρίνι του αεροπλάνου έξω,
μακριά, αισθάνεται σαν να ακούει το
ποίημα του Καβάφη «Αποχαιρέτα τη, την Αλεξάνδρεια που χάνεις/ κι άκουσε με συγκίνησιν αλλ’ όχι/ με των
δειλών τα παρακάλια και παράπονα,/ ως τελευταία απόλαυση τους ήχους,/ τα
εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου» … αλλά
και ένα ρητό της Κολομβίας «αυτά που χόρεψα, έζησα δηλαδή, κανένας δεν μπορεί
να μου τα πάρει» και γαληνεύει! Δίπλα η
κόρη της κοιμάται ήρεμα κι αυτή κρατά έπαθλο < ελιξήριο ζωής> το χέρι της
μικρής της κόρης!
Ο αναγνώστης ολοκληρώνοντας την ανάγνωση του μυθιστορήματος
διαπιστώνει ότι ακολουθεί κι ένα άλλο μικρό κεφάλαιο με τίτλο επίλογος … το
οποίο συνδέεται με τα δυο πρώτα κεφάλαια του μυθιστορήματος, τα οποία λειτούργησαν
ως εισαγωγή σε αυτό. Μπονζάι είναι ο τίτλος που έδωσε η μητέρα του Αλέξανδρου στο σενάριο που έγραψε
για τη ζωή της, άξιο, όπως τούς έλεγε, για να γυριστεί κινηματογραφική ταινία! Το ντοσιέ με το σενάριο αυτό λοιπόν
ανακαλύπτει τυχαία ο γιος της σε μια κρύπτη του σπιτιού της μητέρας του- μετά
το θάνατο της- μαζί με κάποιες σημειώσεις της.
Μια
τεχνική της συγγραφέως για να αρχίσει το μυθιστόρημα; ή για να δικαιολογήσει
την τεχνική του σεναρίου; Ή για να δείξει κάτι άλλο; Και γιατί ο Αλέξανδρος που είναι και αδελφός της Ειρήνης
εμφανίζεται στην αρχή και στο τέλος του βιβλίου μόνο, λέγοντας ότι δεν τον
άγγιξε ιδιαίτερα ούτε η ιστορία του σεναρίου ούτε η φωτογραφία που βρήκε στο
ντοσιέ και τού έμοιαζε. Μάλλον ο επίλογος «εξηγεί» τον λόγο αναχώρησης της Ελένης από
την Κολομβία και την πατρότητα του Αλέξανδρου. Η «πραγματικότητα» δεν είναι
πάντα εξηγήσιμη ούτε κι αναγκαία, όπως και στη ζωή. Τελικά η κ. Κλαίτη Σωτηριάδου
μας χάρισε ένα πολύ ενδιαφέρον και πρωτότυπο μυθιστόρημα !
Σούλη Αγγελική
Βάρκιζα
7-9-2026
φιλόλογος