«Ένα ταξίδι στην Ελλάδα, από την Πελοπόννησο πάντα, τη γριά Μάνα, πρέπει να αρχίζει. Η Πελοπόν-νησος στάθηκε πάντα η κοιτίδα του ελληνισμού, έδαφος ιερό και γόνιμο με όλες τις χάρες του νησιού και της στεριάς. Εδώ είναι οι ρίζες –ο Ταϋγετος, ο Αλφειός, οι Ατρείδες, η Ελένη, ο Πλήθων, ο Παλαιολόγος, ο Κολοκοτρώνης. Ο ανθός, η Αθήνα, η ακρότατη φιλοδοξία της ρίζας (!) έρχεται αργότερα» έτσι ξεκινάει την περιήγηση του στον Μοριά ο Καζαντζάκης. Επιλέγει για τίτλο την ονομασία «Μοριάς» που χρησιμοποιείται πιο πολύ απ’ το λαό. Ας μη ξεχνάμε ότι την εποχή που έγραφε την περιήγηση του αυτή το γλωσσικό ζήτημα ήταν σε έξαρση. Με το έργο αυτό αποτίνει ένα φόρο τιμής στην περιοχή, στην οποία τα ελληνικά φύλα έχουν εγκατασταθεί μόνιμα εδώ πάνω από 3.000 χρόνια και παρόλες τις ιστορικές αλλαγές που συνέβησαν εδώ η ελληνική συνείδηση διατηρήθηκε ανά τους αιώνες. Γράφει «Το πρόσωπο της Ελλάδας είναι ένα παλίμψηστο από 12 κύριες απανωτές γραφές: Σύγχρονη εποχή, Επανάσταση του 1821, Τουρκοκρατία, Φραγκοκρατία, Βυζάντιο, Ρωμαϊκή εποχή, Ελληνιστική, Κλασσική, Δωρικός μεσαίωνας, Μυκηναϊκή, Αιγαιϊκή, Λίθινη». Για τον Έλληνα συγγραφέα-περιηγητή λοιπόν το ταξίδι αυτό αναστατώνει την ψυχή του. Το ιστορικό βάρος που κουβαλούν τα ονόματα πολλών τόπων της Πελοποννήσου αναπόφευκτα οδηγεί το συγγραφέα σε οδυνηρές συγκρίσεις με το παρόν. Προβληματίζεται λοιπόν για την ταυτότητα του Νεοέλληνα και τα προβλήματα του Νεοελληνικού πολιτισμού, ο οποίος δεν κατάφερε να κάνει την αναγκαία σύνθεση της πλούσιας πολιτιστικής του παράδοσης (αρχαίας και βυζαντινής) με τη νεωτερική εποχή του, γεγονός που εμποδίζει την ανάπτυξη και πρόοδο της σύγχρονης Ελλάδας. Παρελθόν και παρόν του Μοριά λοιπόν στη δεκαετία του 1930 δένουν αντιθετικά μέσα από την οπτική του στοχαστή-ταξιδιώτη Νίκου Καζαντζάκη.
Το ιστολόγιο της Αγγελικής Π. Σούλη
Η καταγραφή των αναγνώσεων αυτών ξεκίνησε από την επιθυμία μου να μην ξεχασθούν ιδέες και συναισθήματα που κάποτε με είχαν συγκινήσει.
Γράφοντας συνειδητοποίησα ότι ο χρόνος που αφιέρωνα στην ανάλυση, σύνθεση, αξιολόγηση του έργου, μου χάριζε ένα αίσθημα δημιουργίας.
Η επαγγελματική μου απασχόληση (φιλόλογος) μου έδωσε τα κίνητρα και τα μέσα για αυτές τις αναγνώσεις. Κι έτσι με συνεπήρε το ταξίδι της ανάγνωσης και της γραφής!
Κι ανοίχτηκε μπροστά μου ένας ολόκληρος κόσμος, σχεδόν ανεξερεύνητος,της δημιουργικής ανάγνωσης και γραφής.
"Η ανάγνωση δεν μπορεί να είναι ούτε μία ούτε άπειρες" όπως τονίζει ο Ουμπέρτο Έκο, αφού η υποκειμενική ερμηνεία του γράφοντος πρέπει να δένει με τους περιορισμούς που θέτει το κείμενο.
Και μια διευκρίνιση:
Καμμιά ανάγνωση δεν μπορεί να αντικαταστήσει το ίδιο το βιβλίο αλλά μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο ανάμεσα στον αναγνώστη και στο βιβλίο φωτίζοντας το, κάνοντας το πιο κατανοητό και καλλιεργώντας συγχρόνως τη φιλαναγνωσία.
Γράφοντας συνειδητοποίησα ότι ο χρόνος που αφιέρωνα στην ανάλυση, σύνθεση, αξιολόγηση του έργου, μου χάριζε ένα αίσθημα δημιουργίας.
Η επαγγελματική μου απασχόληση (φιλόλογος) μου έδωσε τα κίνητρα και τα μέσα για αυτές τις αναγνώσεις. Κι έτσι με συνεπήρε το ταξίδι της ανάγνωσης και της γραφής!
Κι ανοίχτηκε μπροστά μου ένας ολόκληρος κόσμος, σχεδόν ανεξερεύνητος,της δημιουργικής ανάγνωσης και γραφής.
"Η ανάγνωση δεν μπορεί να είναι ούτε μία ούτε άπειρες" όπως τονίζει ο Ουμπέρτο Έκο, αφού η υποκειμενική ερμηνεία του γράφοντος πρέπει να δένει με τους περιορισμούς που θέτει το κείμενο.
Και μια διευκρίνιση:
Καμμιά ανάγνωση δεν μπορεί να αντικαταστήσει το ίδιο το βιβλίο αλλά μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο ανάμεσα στον αναγνώστη και στο βιβλίο φωτίζοντας το, κάνοντας το πιο κατανοητό και καλλιεργώντας συγχρόνως τη φιλαναγνωσία.
Σάββατο 26 Απριλίου 2014
«Ταξιδεύοντας, Μοριάς», Ν. Καζαντζάκης
«Ένα ταξίδι στην Ελλάδα, από την Πελοπόννησο πάντα, τη γριά Μάνα, πρέπει να αρχίζει. Η Πελοπόν-νησος στάθηκε πάντα η κοιτίδα του ελληνισμού, έδαφος ιερό και γόνιμο με όλες τις χάρες του νησιού και της στεριάς. Εδώ είναι οι ρίζες –ο Ταϋγετος, ο Αλφειός, οι Ατρείδες, η Ελένη, ο Πλήθων, ο Παλαιολόγος, ο Κολοκοτρώνης. Ο ανθός, η Αθήνα, η ακρότατη φιλοδοξία της ρίζας (!) έρχεται αργότερα» έτσι ξεκινάει την περιήγηση του στον Μοριά ο Καζαντζάκης. Επιλέγει για τίτλο την ονομασία «Μοριάς» που χρησιμοποιείται πιο πολύ απ’ το λαό. Ας μη ξεχνάμε ότι την εποχή που έγραφε την περιήγηση του αυτή το γλωσσικό ζήτημα ήταν σε έξαρση. Με το έργο αυτό αποτίνει ένα φόρο τιμής στην περιοχή, στην οποία τα ελληνικά φύλα έχουν εγκατασταθεί μόνιμα εδώ πάνω από 3.000 χρόνια και παρόλες τις ιστορικές αλλαγές που συνέβησαν εδώ η ελληνική συνείδηση διατηρήθηκε ανά τους αιώνες. Γράφει «Το πρόσωπο της Ελλάδας είναι ένα παλίμψηστο από 12 κύριες απανωτές γραφές: Σύγχρονη εποχή, Επανάσταση του 1821, Τουρκοκρατία, Φραγκοκρατία, Βυζάντιο, Ρωμαϊκή εποχή, Ελληνιστική, Κλασσική, Δωρικός μεσαίωνας, Μυκηναϊκή, Αιγαιϊκή, Λίθινη». Για τον Έλληνα συγγραφέα-περιηγητή λοιπόν το ταξίδι αυτό αναστατώνει την ψυχή του. Το ιστορικό βάρος που κουβαλούν τα ονόματα πολλών τόπων της Πελοποννήσου αναπόφευκτα οδηγεί το συγγραφέα σε οδυνηρές συγκρίσεις με το παρόν. Προβληματίζεται λοιπόν για την ταυτότητα του Νεοέλληνα και τα προβλήματα του Νεοελληνικού πολιτισμού, ο οποίος δεν κατάφερε να κάνει την αναγκαία σύνθεση της πλούσιας πολιτιστικής του παράδοσης (αρχαίας και βυζαντινής) με τη νεωτερική εποχή του, γεγονός που εμποδίζει την ανάπτυξη και πρόοδο της σύγχρονης Ελλάδας. Παρελθόν και παρόν του Μοριά λοιπόν στη δεκαετία του 1930 δένουν αντιθετικά μέσα από την οπτική του στοχαστή-ταξιδιώτη Νίκου Καζαντζάκη.
Σάββατο 1 Μαρτίου 2014
"Ταξιδεύοντας, Αγγλία" Ν. Καζαντζάκης, εφ.Έθνος, 2013, (σελ. 234)
Απ’ τα καλύτερα έργα του Νίκου
Καζαντζάκη θεωρούνται τα «Ταξιδεύοντας...» και η «Αγγλία», διότι συνδυάζουν την
πραγματικότητα των τόπων που επισκέπτεται με τις πνευματικές του ανησυχίες,
αφήνοντας σχετικά πίσω τις μεσσιανικού τύπου αντιλήψεις της κοσμοθεωρίας του. Ο
Ν.Καζαντζάκης (1883-1957) κληροδότησε στα Ελληνικά Γράμματα ένα έργο τεράστιο
σε όγκο και σε ευρύτητα ασχολούμενος με όλα τα είδη του λόγου: ποίηση,
μεταφράσεις, θεατρικά έργα, ταξιδιωτικές εντυπώσεις, μυθιστορήματα, δοκίμια,
επιστολές. Πνεύμα ανήσυχο, αναζητεί παθιασμένα τη λύτρωση της ψυχής του μέσα
από τη γνώση, τις εμπειρίες, τα ταξίδια. Διαβάζει πάρα πολύ, παρακολουθεί τα
φιλοσοφικά ρεύματα της εποχής του κι επηρεάζεται από τον Μπέρξον και τη θεωρία
του για τη «ζωϊκή ορμή» κι απ΄τον Νίτσε και τη θεωρία του για τον Υπεράνθρωπο.
Προβληματίζεται για τα επαναστατικά γεγονότα της εποχής του, τον Ισπανικό
εμφύλιο πόλεμο, την Οκτωβριανή επανάσταση... όπου επισκέπτεται αντίστοιχα και
τις χώρες αυτές. Συγχρόνως όμως η ψυχή του βασανίζεται από μεταφυσικές (θεολογικές για πολλούς) κι υπαρξιακές
αγωνίες για το νόημα της ζωής και το νόημα της θρησκευτικής πίστης.
Ο Πρεβελάκης, ερμηνευτής του
έργου του, αναφέρει τους «προφήτες» που κατά σειρά κατέκτησαν τον Καζαντζάκη:
Νίτσε, Χριστός, Βούδας, Λένιν για να καταλήξει στη μορφή του Οδυσσέα, αυτού του
απ-άνθρωπου ήρωα, χωρίς αξίες κι ελπίδα που έπλασε ο ίδιος στην «Οδύσεια» του,
το έργο ζωής του, όπως το αποκαλούσε με το οποίο φιλοδοξούσε να γράψει το δικό
του έπος του σύγχρονου ανθρώπου! Συνοψίζοντας ο Ν. Καζαντζάκης τελικά
διαμόρφωσε μια δικιά του κοσμοθεωρία, την οποία ο Μάριο Βίττι αποκαλεί
«διονυσιακό μηδενισμό», ο δε Λίνος Πολίτης «ηρωϊκό πεσσιμισμό». Σύμφωνα με αυτήν
ο άνθρωπος πρέπει από τη μια να ανυψωθεί στον ήρωα-υπεράνθρωπο που δεν φοβάται ούτε ελπίζει τίποτα αλλά ρουφά τη ζωή με όλες του
τις αισθήσεις - κάτι σαν το θεό Διόνυσο- ενώ από την άλλη γνωρίζει ότι δεν
υπάρχει Τίποτα, ότι όλα είναι ένα Μηδέν στον κόσμο τούτο. Και μάλιστα αυτό αρέσει πολύ στον υπεράνθρωπο-άνθρωπο του! Μια
μεγάλη αντίφαση διαπερνά τη κοσμοθεωρία του διότι από τη μια η ζωή δεν έχει νόημα, είναι πεσσιμιστής (απαισιόδοξος) μέχρι μηδενισμού κι από την άλλη θέλει αυτή τη ζωή να τη γευτεί με όλο του το είναι! μήπως θέτει ένα στόχο υπερ-άνθρωπο, όπως ωραιότατα εκφράζει και η φράση
που ο ίδιος ζήτησε να αναγραφεί πάνω στον τάφο του «δεν φοβάμαι τίποτα, δεν ελπίζω
τίποτα, είμαι ελεύθερος»;
Το «Ταξιδεύοντας, Αγγλία» ξεκίνησαν ως ανταποκρίσεις στην εφημερίδα Καθημερινή της εποχής
του και συντέθησαν σε βιβλίο αργότερα, όπως και τα υπόλοιπα βιβλία του: Ταξιδεύοντας:
Ισπανία, Ιταλία, Αίγυπτος-Σινά, Ρουσία, Ιαπωνία-Κίνα, Μοριάς. Ο συγγραφέας μέσα
από την καταγραφή του ταξιδιού του στην Αγγλία το 1939, ενώ η χώρα
προετοιμαζόταν για τη συμμετοχή της στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο αναδεικνύεται ένας γνήσιος
ταξιδιώτης-περιηγητής που αναζητά τον πολιτισμό και τις αξίες του εγγλέζικου
λαού, ο οποίος έκτισε μια αυτοκρατορία με τις αποικίες του που εκτείνονταν σ’ όλα
τα μήκη και πλάτη της γης. Σήμερα που ο μαζικός τουρισμός με τα μέσα μεταφοράς
κι επικοινωνίας έκανε πιο εύκολα τα ταξίδια αλλά και πιο «επιφανειακά» για τον
τουρίστα που καταναλώνει εικόνες τοπίων κι αξιοθέατων, το βλέμμα του ταξιδιώτη- π προσδίδει μια διάσταση βάθους στα ταξίδια αυτά με τη στοχαστική
διάθεση και τη λογοτεχνική του γλώσσα. Το «Ταξιδεύοντας, Αγγλία» υπεβαίνει λοιπόν
τον καθιερωμένο όρο «Ταξιδιωτικές εντυπώσεις» κι ανήκει στην «Ταξιδιωτική
λογοτεχνία», όπως θα έπρεπε να αποκαλείται το είδος αυτό, όταν αναφέρεται σε
κείμενα τέτοιου είδους, όπως εύστοχα σημειώνεται και στην εισαγωγή του εν λόγω
βιβλίου.
Το έργο:
Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2014
"Ιερή Πείνα" Μπάρυ Άνσγουωρθ, εκδ.Νεφέλη, 1994
Η Αγγλία του 18ου αιώνα έχοντας ως σημαία της την αρχή του οικονομικού φιλελευθερισμού κι ως εκ τούτου, ότι το εμπόριο που διεξάγει είναι νόμιμο προχωρά στην αστική της ανάπτυξη, που είναι συνυφασμένη όμως με την αρπαγή και το θάνατο. Χωρίς το δουλεμπόριο των νέγρων και την εκμετάλλευση των εξαθλιωμένων συμπατριωτών τους, που ναυτολογούσαν με τη βία και ύπουλα για τα δουλεμπορικά τους καράβια, ο πλούτος δεν θα συνέρεε τόσο άφθονος στα ταμεία του Στέμματος! Η "Ιερή Πείνα" τιμήθηκε με το βραβείο Μπούκερ κι ο συγγραφέας με τον τίτλο αυτό προβάλλει την πείνα της αστικής τάξης για το κέρδος, το οποίο δικαιολογεί όμως τα πάντα, αγιάζει τα μέσα προκειμένου να πετύχει το σκοπό της! Ο Βρετανός συγγραφέας Μπάρυ Άνσγουωρθ (1930-2012) θεωρείται απ' τους επιφανέστερους του ιστορικού μυθιστορήματος στον αγγλοσαξονικό κόσμο και είχε ζήσει για να ένα διάστημα στην Αθήνα διδάσκοντας την αγγλική γλώσσα. Ο Ανσγουωρθ, όπως είχε δηλώσει, βουτά στην Ιστορία για να κατανοήσει το παρόν και δεν γράφει ιστορικό μυθιστόρημα γιατί αναπολεί απλά μια εποχή που πέρασε. Η γνώση της ιστορίας τελικά είναι "κτήμα ες αεί" για να θυμηθούμε και τον μεγάλο Θουκυδίδη!
"Μπορεί όμως
να θεωρηθεί πρόοδος, όταν άνθρωποι
σκλαβώνουν άλλους ανθρώπους, όταν
διαστρέφονται τα φυσικά ένστικτα του
ανθρώπου, όταν προστάζει μόνο ο νους
χωρίς να συντρέχει και η καρδιά"
αναρωτιέται ο συγγραφέας. Έτσι ο απόηχος
του διαφωτισμού με το πείραμα της
ελεύθερης συμβίωσης μιας ομάδας λευκών
και νέγρων κάπου στις Δυτικές Ινδίες
έρχονται να ολοκληρώσουν την εικόνα
του 18ου αιώνα, μιας εποχής γεμάτης
αντιφάσεις. Κάποιος θα μπορούσε να
ισχυριστεί, ότι ο Άνσγουωρθ στο έργο
του αυτό αναπτύσσει ένα «δοκίμιο» περί
ελευθερίας και δουλείας. Ο χωρισμός
όλου του έργου του σε πρώτο και δεύτερο
βιβλίο, όπου το πρώτο βιβλίο ασχολείται
με τη διεξαγωγή του δουλεμπορίου και
το δεύτερο με το πείραμα της ελεύθερης
συμβίωσης επιβεβαιώνει την άποψη αυτή.
Σάββατο 23 Νοεμβρίου 2013
«Μικρά Αγγλία» Ιωάννα Καρυστιάνη, εκδ. Καστανιώτη
Η Ιωάννα
Καρυστιάνη μας εντυπωσίασε για
άλλη μια φορά, όχι πια απ’ τις συνελεύσεις μέσα στο κτήριο της Νομικής
κατά τη διάρκεια του φοιτητικού κινήματος κατά της Χούντας το 1973, αλλά
τώρα μέσα απ’ τις σελίδες του πρώτου μυθιστορήματος της «Μικρά Αγγλία» που εκδόθηκε το 1997. Μέσα από το
βιβλίο αυτό η συγγραφέας καταφέρνει να
ζωντανέψει μπροστά στα μάτια του αναγνώστη
τους πλόες των ναυτικών της Άνδρου ανά την υφήλιο, τον πλουν της
ζωής κάποιων ανθρώπων γενικότερα και τον πλουν ενός βουβού κι
απελπισμένου έρωτα μέσα στην κλειστή και συντηρητική κοινωνία της Άνδρου στις αρχές του 20ου
αιώνα.
Πιο συγκεκριμένα
η συγγραφέας αναπλάθει την εποχή
και την κοινωνία της Άνδρου, το
πρώτο μισό του 20ου αιώνα, όταν αυτό το μικρό κυκλαδίτικο νησί του
Αιγαίου στέριωνε τη ναυτιλιακή του δράση
ανά την υφήλιο. Με την πένα της ζωγραφίζει αφενός το
φυσικό τοπίο του νησιού με τη
μεσογειακή του βλάστηση και αφετέρου το
κοινωνικό περιβάλλον της πόλης με
τα αρχοντόσπιτα του και τη ζεστή καρδιά των λίγων κατοίκων
του. Απ’ όποιο σημείο του νησιού κι αν
σταθεί ο Ανδριώτης αγναντεύει τη θάλασσα
που χει στην καρδιά του και τον έχει κυριεύσει. Τα
ηθογραφικά στοιχεία εμπλουτίζονται με τα ψυχογραφικά και τα κοινωνικά και ο ρεαλισμός
χρωματίζεται με πινελιές λυρισμού αναδεικνύοντας έτσι τη ζωή σε όλο της το μεγαλείο. Δυόμισι χιλιάδες
ψυχές ήταν όλοι κι όλοι οι Ανδριώτες τότε που κατάφεραν να διακριθούν στην παγκόσμια ναυτιλία!
Γι αυτό ονόμασαν το νησί τους «Μικρά Αγγλία» χαριτολογώντας.
Τρίτη 1 Οκτωβρίου 2013
"Ακυβέρνητες Πολιτείες": 3. Η Νυχτερίδα, Στρατή Τσίρκα
Εκεί που τελειώνει το Δέλτα του
Νείλου και αρχίζει ο μεγάλος κόλπος δυτικά του, είναι κτισμένη η πόλη της Αλεξάνδρειας έχοντας
μπροστά της την ανοιχτή Μεσόγειο! Η τεράστια παραλία της σε μήκος
σηματοδοτείται δυτικά από το νησί Φάρος σε πολύ μικρή απόσταση από την ακτή, το οποίο με το μήκος του «φράζει» τμήμα της παραλίας. Πάνω του δεσπόζει το φρούριο που έκτισε το 15ο αιώνα ο σουλτάνος Κάϊτ μπέης στη θέση του αρχαίου φάρου. Ανατολικότερα η παραλία σηματοδοτείται από το ακρωτήρι
Σιλσίλα που λειτουργεί ως ένας φυσικός λιμενοβραχίονας. Το νησί και το ακρωτήρι οριοθετούν και τα δυο μαζί το μεγάλο
λιμάνι της Αλεξάνδρειας, το αποκαλούμενο Ανατολικό. Μια μεγάλη παραλιακή
λεωφόρος, η ονομαζόμενη Κορνίς, διατρέχει την ακτή. Προπολεμικά στην αμμώδη παραλία της, κάτω
από τη λεωφόρο Κορνίς είχαν ανοίξει πλαζ για τους λουόμενους : η αριστοκρατική
του Σαν Στέφανο με μια σειρά μικρές καμπίνες με φανταχτερά χρώματα, σεζ-λογκ
και μεταξωτά ομπρελίνα που κρατούσαν οι λουόμενοι για να μη λιάζονται, πιο πέρα η
πλαζ Λωράν με καμιά δεκαριά παράγκες αμπογιάτιστες, πιο πέρα η πλαζ Μπω –Ριβάζ
με το ομώνυμο ξενοδοχείο για νιόπαντρους. Πιο πέρα στον κάβο του Παλαί, όπου
τελειώνει η παραλία, βρίσκονταν τα μπάνια του Πετρού, «ένα σύμπλεγμα από
ξύλινες παράγκες και ταρατσούλες, στηριγμένο πάνω σε μαδέρια που κάτω τους
τρέχουν τα νερά και σπάνε τα κύματα όταν η θάλασσα είναι ταραγμένη».
Ενδότερα την πόλη διασχίζει η
λεωφόρος Αμπουκίρ, που συναντά κάθετα την Κορνίς, και πλήθος άλλων δρόμων
που διασταυρώνονται αφήνοντας χώρο για την πολυσύχναστη αγορά της Κλεοπάτρας με
τα μπακάλικα, τα καπνοπωλεία, τα καφενεία της. Κυβερνητικά κτήρια, νοσοκομεία
μεταξύ των οποίων το Ελληνικό, το Ισραηλιτικό για τις διάφορες παροικίες που ζούσαν τότε
εκεί, καθεδρικοί ναοί για τους θρησκευόμενους Έλληνες, Ιταλούς, Μαλτέζους,
Άγγλους, Γάλλους...και συνοικίες όπως το Καρτιέ Γκρέκ για τους πλούσιους
Ελληνες, συμπλήρωναν την εικόνα αυτής της πολυπολιτισμικής πόλης λίγο πριν τα
μέσα του 20ου αιώνα. Οι μεγάλες μάζες των Αιγυπτίων κατοικούσαν στις
φτωχοσυνοικίες, βεδουίνοι οι περισσότεροι. Μια σιδηροδρομική γραμμή, ένωνε την
Αλεξάνδρεια με το Κάϊρο -που ήταν κτισμένο δίπλα στο Νείλο λίγο πριν αρχίσει το
μεγάλο Δέλτα του ποταμού- και η οποία έφτανε στην Αλεξάνδρεια διασχίζοντας την
περιοχή Ράμλι με τις φτωχοσυνοικίες του.
Δευτέρα 16 Σεπτεμβρίου 2013
Ακυβέρνητες Πολιτείες: 1"Λέσχη" 2."Αριάγνη",... Στρατής Τσίρκας, Κέδρος 2012
Κάτω απ' τον γενικό τίτλο «Ακυβέρνητες
Πολιτείες» περιλαμβάνονται τρία μυθιστορήματα του Στρατή Τσίρκα που εκδόθηκαν αντίστοιχα «Η Λέσχη» 1961, «Αριάγνη» 1962 και «Η Νυχτερίδα» 1965. Μια τριλογία λοιπόν μυθιστορημάτων που αναφέρονται και σε μια τριλογία
θεμάτων (Ιστορία, πολιτική, έρωτας), σε μια τριλογία πόλεων (Ιεροσόλυμα,
Κάϊρο, Αλεξάνδρεια, σε μια τριλογία λαών (Έλληνες, Ευρωπαίοι-Εγγλέζοι,
Αιγύπτιοι) γραμμένων όλων αυτών σε μια τριλογία αφηγηματικών προσώπων
(α! πρόσωπο, β! ενικό, γ! πρόσωπο). Πιο συγκεκριμένα ο αφηγηματικός χρόνος και των τριών μυθιστορημάτων περιστρέφεται κυρίως γύρω απ' τα
δραματικά γεγονότα του Β! Παγκοσμίου Πολέμου που βίωσαν οι Έλληνες που βρέθηκαν στη Μέση Ανατολή
τότε και τα οποία αποτέλεσαν την απαρχή άλλων πιο δραματικών γεγονότων που
έζησαν οι Έλληνες μετά την απελευθέρωση τους από τους Γερμανούς! Γεγονότα λίγο
πολύ άγνωστα στο ευρύ κοινό, που επέλεξε να απαθανατίσει με τη γραφή του ο
Στρατής Τσίρκας (1911-1980) ψευδώνυμο του Γιάννη Χατζηανδρέου, όντας ο ίδιος
Αιγυπτιώτης και ζώντας από κοντά τα ιστορικά γεγονότα της εποχής του, που τον
σημάδεψαν. Ως μέλος του αριστερού κινήματος στέκεται κριτικά απέναντι σε
πρακτικές και πρόσωπα που ανήκαν τόσο στο δεξιό όσο και στον αριστερό πολιτικό χώρο της
εποχής του. Προβληματίζεται επίσης γύρω από το δίλημμα: Πολιτική Δράση ή Τέχνη, το οποίο
παρουσιάζεται στη «Αριάγνη» και στη "Νυχτερίδα". Με τη γραφή του ο Τσίρκας ζωντανεύει μπροστά στα
μάτια του αναγνώστη την Ιερουσαλήμ, το Κάϊρο και την Αλεξάνδρεια μέ το φυσικό
και κοινωνικό τους περιβάλλον μεταδίδοντας μας όλη εκείνη την ιδιαίτερα
χρωματισμένη ατμόσφαιρα των πόλεων αυτών της Μέσης Ανατολής, οι οποίες είχαν
καταντήσει ακυβέρνητες πολιτείες κατά τη διάρκεια του πολέμου λόγω των πολλών
εξουσιών που υπήρχαν εκεί τότε και οι οποίες νέμονταν την περιοχή. Τίτλος
παρμένος από το ποίημα «ο Στρατής ο Θαλασσινός στη Νεκρά θάλασσα» του Σεφέρη, «Ιερουσαλήμ,
ακυβέρνητη πολιτεία/ Ιερουσαλήμ, πολιτεία της προσφυγιάς», όταν κι οι δυο τους βρέθηκαν
εκεί ως πρόσφυγες εγκαταλείποντας το Κάϊρο που κινδύνευε. Ο Σεφέρης ήταν επικεφαλής του Γραφείου Τύπου της
εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης. Σάββατο 22 Ιουνίου 2013
"Η Φόνισσα" Αλ. Παπαδιαμάντης
Η νεο-ελληνική πεζογραφία μας ξεκινά προς τα τέλη του 19ου
αιώνα και ένας από τους βασικούς θεμελιωτές της είναι ο Αλέξανδρος
Παπαδιαμάντης(1851-1911), ο οποίος απεικoνίζει με την πένα του τη ζωή
μέσα στην ελληνική ύπαιθρο και στις φτωχογειτονιές της Αθήνας. Στα διηγήματα
του περικλείει ατόφια τη νεοελληνική κοινωνία, προτού αυτή μπει στο αστικό
στάδιο ανάπτυξης της κι αρχίζει να επηρεάζεται από ευρωπαϊκά πρότυπα. Το έργο του
το κατέταξαν στη λεγόμενη ηθογραφία αλλά αυτό την ξεπερνά, αφού ο μεγάλος
Σκιαθίτης συγγραφέας προχωρά επιπλέον στην
ψυχολογική εμβάθυνση των ηρώων του και σε κοινωνικούς προβληματισμούς.
Ακόμα το γνήσιο θρησκευτικό συναίσθημα του, η φυσιολατρεία του κι αυτή η
τελείως προσωπική γραφή του που αναμιγνύει στοιχεία της καθαρεύουσας και της
δημοτικής– δείγματα οι αξεπέραστες λυρικές περιγραφές του- κάνουν το έργο του
ορόσημο για τη λογοτεχνία μας, ως γνήσιος εκφραστής της νεοελληνικής ψυχής.
Ένα από τα πιο γνωστά του έργα
είναι η «Φόνισσα» γραμμένο το 1903, με υπότιτλο κοινωνικό μυθιστόρημα. Ο
Παπαδιαμάντης με τη νουβέλα αυτή δεν αποτυπώνει μόνο το φυσικό και κοινωνικό
περιβάλλον της ελληνικής υπαίθρου μέσα στο οποίο έζησε η ηρωίδα του η
Φραγκογιαννού αλλά προσπαθεί να αλλάξει
τις καθιερωμένες αντιλήψεις γύρω από το έγκλημα που επικρατούσαν μέχρι
τότε. Το άκουσμα και μόνο του χαρακτηρισμού «φόνισσα», που αποτελεί και τον
τίτλο του έργου, προκαλούσε και προκαλεί ακόμα τον αποτροπιασμό της κοινής
γνώμης. Ο Παπαδιαμάντης λοιπόν τολμά να φωτίσει και να εμβαθύνει στα αίτια
εγκλήματος προσδίδοντας του διαστάσεις κοινωνικές, ψυχολογικές και ηθικές. Για
κάθε έγκλημα ευθύνεται σίγουρα το άτομο
που το διαπράττει αλλά υπάρχουν και άλλα αίτια που το εξωθούν σ’ αυτό. Ο Παπαδιαμάντης καταγράφει λοιπόν με
κατανόηση και συμπόνια τα όσα συμβαίνουν γύρω του χωρίς όμως να μπορεί να δώσει
άφεση αμαρτιών στον εγκληματία. Σε μια εποχή
που μόλις στην Ευρώπη αρχίζουν να
συνειδητοποιούνται τα κοινωνικά αίτια
του εγκλήματος, που στη Ρωσία λίγο ενωρίτερα είχε γράφει ψυχολογικό μυθιστόρημα ο Ντοστογιέφσκι το « Έγκλημα και Τιμωρία», το οποίο είχε μεταφράσει ο Παπαδιαμάντης και μισό
αιώνα προτού η Σιμόν ντε Μπωβουάρ
με το «Δεύτερο Φύλο» ξεσκεπάσει
τη γυναικεία σκλαβιά, ο Έλληνας Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης συλλαμβάνει και
αποτυπώνει στο μυθιστόρημά του «Φόνισσα»
τα βαθύτερα αίτια, που μπορούν να οδηγήσουν μια καταπιεσμένη, λόγω του φύλου της, γυναίκα στο έγκλημα.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)




